ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

«Χριστός επί γης υψώθητε» (25 Δεκεμβρίου)

Τα Χριστούγεννα είναι η εορτή που θυμόμαστε με δέος την φανέρωση του Θεού στη γη, δηλαδή τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Ο Θεός βέβαια υπήρχε πριν και πάντοτε, διότι είναι αιώνιος. Με τη γέννησή του όμως έλαβε σώμα για χάρη μας, για να μας χαρίσει τη λύτρωση, από τα δεινά και τα πονηρά πάθη που μας κατακλύζουν.

Γιορτάζουμε την έλευση του Σωτήρα και Λυτρωτή μας και καλούμαστε να φορέσουμε και εμείς τον νέο άνθρωπο, αφού πρωτίστως εγκαταλείψουμε τον παλαιό και αμαρτωλό, για να αναγεννηθούμε μαζί Του.

Εμείς, την ημέρα αυτή των Χριστουγέννων, προσκυνούμε τον Γεννηθέντα Λόγο και Του αποδίδουμε τις κατάλληλες λατρευτικές τελετές. Από την Γέννηση του Θείου Λόγου, ας διδαχθούμε από την θεϊκή ταπείνωση, από Εκείνον που είναι το φως, η πηγή της αθανασίας. Εκείνος ο οποίος έγινε ο τέλειος Άνθρωπος, χωρίς την προπατορική αμαρτία, γεννηθείς εκ της Μαρίας της Παρθένου, για να σώσει και να καθαρίσει τον άνθρωπο από τα πάθη.

«Τα τίμια δώρα»

Πολλά χρόνια πριν από τη Γέννηση του Χριστού, ένας Πέρσης προφήτης, ο Βαλαάμ είπε ότι: «Θα ανατείλει άστρο από τον Ιακώβ και θα παρουσιαστεί άνθρωπος από το Ισραήλ, που θα συντρίψει τους εχθρούς Μωαβίτες». Η παράδοση αυτή μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, φθάνοντας έτσι στην εποχή όπου το άστρο της Βηθλεέμ, εμφανίστηκε στον ουρανό. Έτσι, οι τρεις Μάγοι ξεκίνησαν από την Περσία με οδηγό το αστέρι, όπου θα πρόσφεραν στο θείο βρέφος τα δώρα. Οι τρεις Μάγοι ήταν: ο γέροντας Μελχιόρ, ο νεαρός Γάσπαρ και ο Βαλτάσαρ.

Μετά από το κοπιαστικό τους ταξίδι, έφτασαν στον μικρό Ιησού, τον προσκύνησαν και του παρέδωσαν τα δώρα: σμύρνα, χρυσό και λίβανο. Η επιλογή των δώρων δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού είχαν συμβολική σημασία. Ο χρυσός ως πολύτιμο μέταλλο προσφερόταν σε Βασιλείς. Έτσι, προσέδωσαν σε Αυτόν την τιμή ως Βασιλέα. Ο λίβανος, είναι το γνωστό λιβάνι, που χρησιμοποιείται και σήμερα κατά τις θρησκευτικές τελετές ως θυμίαμα. Και η σμύρνα χρησιμοποιείτο για ιατρικούς σκοπούς καθώς και για την ταφή των νεκρών. Με το τελευταίο αυτό συμβολικό δώρο φανέρωσαν τη θυσία στην οποία θα προέβαινε ο Μεσσίας για τη Σωτηρία των ανθρώπων.

Σύμφωνα με την ιστορική και θρησκευτική μας παράδοση τα Τίμια Δώρα φυλάσσονταν από την Παναγία. Πριν από την κοίμησή της τα παρέδωσε στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων.

Το 400 μ.Χ. μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από τον Βασιλιά Αρκάδιο, όπου και παρέμειναν εκεί μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους Σταυροφόρους, το 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια, για να προστατευθούν, μεταφέρθηκαν στην Νίκαια της Βιθυνίας. Μετά την λήξη του πολέμου που διήρκησε περίπου εξήντα χρόνια επιστράφηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έμειναν μέχρι το 1453 μ.Χ., οπόταν η Πόλη κατελήφθηκε από τους Τούρκους.

Εκεί, μια γυναίκα, η οποία ήταν καλή χριστιανή, η Μάρω, η μητέρα του Μωάμεθ του Κατακτητή, παρέλαβε και μετέφερε τα Τίμια Δώρα αυτοπροσώπως στη Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. Η Μονή αυτή, που είχε επιλέξει για την παράδοση των Τιμίων Δώρων, δεν ήταν συμπτωματική, αφού το Καθολικό της Μονής, είχε κτίσει ο Βασιλιάς της Σερβίας Γεώργιος, δηλαδή ο πατέρας της Μάρως.

Κατά την ανάβαση της Μάρως, από τον Αρσανά, η Παναγία την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να παραβιάσει το άβατο του βουνού. Ως καλή χριστιανή, υπάκουσε και παρέδωσε τα Τίμια Δώρα στους μοναχούς, οι οποίοι στο σημείο που εμφανίστηκε η Θεοτόκος έστησαν ένα Σταυρό με την ονομασία «Σταυρός της Βασιλίσσης». Ο εν λόγω Σταυρός μάλιστα βρίσκεται εκεί μέχρι και σήμερα.

Μέχρι και σήμερα τα Δώρα είναι θαυματουργά και ευωδιάζουν αδιάκοπα. Αυτό επιβεβαιώνει ακράδαντα τη γνησιότητά τους.

Η πνευματική, η υλική, η ιστορική και η αρχαιολογική αξία των αγίων αντικειμένων είναι ανυπολόγιστη. Φυλάσσονται σε οστεοφυλάκιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου και για την ασφάλειά τους είναι κατανεμημένα σε διάφορες λειψανοθήκες και μερικό κομμάτι τους μεταφέρεται για προσκύνηση.

Η Περιτομή του Χριστού (1η Ιανουαρίου)

Την 1η Ιανουαρίου εορτάζουμε τη Δεσποτική εορτή της κατά σάρκα Περιτομής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η Περιτομή του Ιησού αναφέρεται ως γεγονός στην επίγεια ζωή του Ιησού Χριστού. Ήταν εντολή του Θεού, που τελούνταν την όγδοη ημέρα από την γέννηση του βρέφους. Έτσι, λοιπόν, οκτώ ημέρες μετά την εκ Παρθένου Γέννησή Του, ο Κύριος οδηγήθηκε από την μητέρα Του και τον Ιωσήφ στον τόπο, όπου ήταν συνήθεια να περιτέμνονται τα βρέφη και εκεί περιετμήθη και έλαβε το όνομα Ιησούς, που σημαίνει Σωτήρ, το οποίο είχε ανακοινώσει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, όταν ευαγγελίσθηκε στη Θεοτόκο, πριν συλληφθεί ο Κύριος στην κοιλιά της Παρθένου. Ο φιλάνθρωπος Κύριός μας καταδέχθηκε την περιτομή κατά την προσταγή του παλαιού νόμου για τρία αίτια: Πρώτον, διότι θέλησε να κλείσει τα στόματα των αιρετικών, οι οποίοι τόλμησαν να πουν ότι ο Κύριος δεν προσέλαβε αληθινή σάρκα, αλλά φανταστική, όπως ο θεομάχος και αιρετικός Μάνης και οι οπαδοί του Μανιχαίοι. Γιατί, πώς θα περιτέμνονταν, αν δεν λάμβανε αληθινή σάρκα; Δεύτερον, για να αποστομώσει τους Ιουδαίους, οι οποίοι Τον κατηγορούσαν ότι δεν φυλάττει το Σάββατο και ότι παραβαίνει τον νόμο. Βεβαίως, ψευδώς Τον συκοφαντούσαν, διότι Αυτός φύλαττε τον νόμο. Και τρίτον, γιατί, αν δεν περιτεμνόταν, κανένας ποτέ από τους Ιουδαίους δεν θα Τον δεχόταν να διδάσκει, αλλά θα Τον είχαν αποπέμψει ως αλλόφυλο. Εκτός αυτού, όλοι όσοι προέρχονταν εκ σπέρματος του Αβραάμ λάμβαναν την σφραγίδα, δηλαδή την περιτομή, ένα έθιμο το οποίο ξεχώριζε από τα άλλα έθνη.

Το έθιμο της εβραϊκής περιτομής έπαυσε να ισχύει για την Εκκλησία του Χριστού. Από τη στιγμή, που περιετμήθη ο Χριστός, όλοι οι υπόλοιποι Χριστιανοί, που είμαστε μέλη Του, είμαστε περιτμημένοι εν τω ονόματί Του. Η αχειροποίητη περιτομή, εμφανίζεται ως συνείδηση και ως βίωμα μέσα στην καρδιά μας, ως γεγονός μέσα στο είναι μας. Αυτή την αχειροποίητη περιτομή την παίρνουμε με τα μυστήρια του βαπτίσματος και του χρίσματος και την ανανεώνουμε με το μυστήριο της μετάνοιας και της εξομολογήσεως. Τα μυστήρια αυτά είναι το μέσο για να συνάψουμε μια καινούργια Διαθήκη με τον Θεό, όπου δηλώνεται η ομολογία, η υποταγή και η σύνταξή μας με τον Θεό, καθώς αυτό συνεπάγεται με την απόταξη του σατανά.

Κατά τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο Ιησούς Χριστός μας προσφέρει με την περιτομή του ένα ιατρικό φάρμακο, το οποίο μας προφυλάσσει από όλα τα κακά. Με το μυστήριο του βαπτίσματος, της πνευματικής περιτομής αποβάλλουμε τον παλαιό άνθρωπο και αναδύουμε τον καινούργιο, όπου με την ανάδειξη αυτή ξεκινούμε μια καινούργια ζωή, που οδηγεί στην Βασιλεία των Ουρανών.

Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)

Τα Θεοφάνεια ή φώτα ή γιορτή των Επιφανείων, είναι δεσποτική εορτή και μια από τις αρχαιότερες εορτές τις Ορθοδοξίας. Θεσπίστηκε από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου, όπου είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων.

Τη μέρα αυτή, τιμούμε την φανέρωση της Αγίας Τριάδος κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Είναι η αρχή της δημόσιας Αποκαλύψεως, Του ενσαρκωμένου Υιού του Θεού, όπου το γεγονός αυτό συνδέεται με την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, όπου έγινε η φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον Άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια της Βάπτισης το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή ενός περιστεριού κάθισε πάνω στον Ιησού, καθώς την ίδια ώρα ακούστηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού Πατέρα, η οποία έλεγε: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, Αυτός είναι ο εκλεκτός μου».

Με την βάπτιση του Λυτρωτή μας, ο πιστός καλείται να κάνει το ίδιο, γιατί μόνο έτσι θα ξαναγεννηθεί και θα ενταχθεί στη νέα εν Χριστώ ζωή. Για να ξεπλυθούμε από το προπατορικό αμάρτημα, πρέπει να βαπτισθούμε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, όπου γίνεται η ένταξή μας στη ζωή της εκκλησίας. Ο Μεσσίας, με την πράξη αυτή, επαναφέρει τον άνθρωπο στην αρχική του κατάσταση, δηλαδή τον υψώνει από τα πάθη, ντροπιάζει τον τύραννο που ήταν ο αίτιος της πτώσης και μας χαρίζει την αφθαρσία και την κληρονόμια της Βασιλείας των Ουρανών.

Λαζάρω Παναγιώτου, Φιλόλογος
Λαζάρω Καλλή, Θεολόγος
Μαριλένα Κοντογιώργη, Φιλόλογος