Τῶν ἑβδομήκοντα πρῶτος», τῶν δώδεκα «»ισοστάσιος»

6861

Ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας ἦταν Ἰουδαῖος Λευίτης, Κύπριος στο γένος. Πρίν μετονομασθεῖ ἀπό τούς Ἀποστόλους Βαρνάβας, λεγόταν Ἰωσῆς. Νωρίς γνώρισε τό Χριστό καί συμπεριλήφθηκε στήν ὁμάδα τῶν «ἑβδομήκονταμαθητῶν τοῦ Κυρίου». Φαίνεται δέ, ἀπό τό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων καί ἀπό πληροφορίες ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καί Πατέρων, πώς στήν ὁμάδα αὐτή εἶχε ἐξέχουσα θέση. Ἦταν «τῶνἑβδομήκοντα πρῶτος»,  ἀλλά καί τῶν δώδεκα Ἀποστόλων ἀναδεικνύεται  «ἴσος». Σ αὐτόν ἀνατίθεται ἀπό τή Σύνοδο τῶν Ἀποστόλων δύσκολο ἔργο, νά ἐντάξει  τόν Παῦλο στό εὐαγγελικό ἔργο.

Εἶναι σίγουρο πώς τά ἐπί τῆς γῆς χρόνια τοῦ Χριστοῦ ὁ Βαρνάβας, ὅπως ἐπίσης καί ἡ ἀδελφή του Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου, ζοῦσε στήν Παλαιστίνη. Τοῦτο φαίνεται καί ἀπό τό ὅτι ὁ Βαρνάβας οἰκειοθελῶς πώλησε τό  μοναδικό  «ἀγρόν» του, πού εἶχε ἐκεῖ, καί τό ποσό τό παρέδωσε ὁλόκληρο στό ταμεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅπως τονίζουν ἄλλοι συγγραφεῖς, ἐπειδή στό βιβλίο τῶν Πράξεων δέν ἀναφέρεται ἄλλο τέτοιο παρόμοιο γεγονός , φαίνεται ὅτι ὁ Βαρνάβας μαζί μέ τήν ἀδελφή του Μαρία πρωτοστάτησαν στήν ὀργάνωση τοῦ κοινοτικοῦ βίου τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἐπειδή λοιπόν παρηγοροῦσε τούς φτωχούς μέ οἰκονομική καί ἄλλη βοήθεια ἀλλά προπάντων καί μέ τό κήρυγμα του γινόταν  «παράκλησις»  καί πνευματική ἐνίσχυση τῶν πιστῶν,  μετονομάστηκε  ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἀποστόλους ἀπό Ἰωσῆς Βαρνάβας, δηλαδή  υἱός τῆς παρακλήσεως.

Ἦταν χαρισματική προσωπικότητα ὁ Βαρνάβας. Τό παράστημά του, ἡ δύναμη τοῦ χαρακτήρα του, ἡ μαθητεία του στόν Κύριο, παντοῦ τόν ἐπέβαλλαν. Στέλλεται σέ εἰδικές ἀποστολές καί τά καταφέρνει. Ἡ Ἀντιοχειανή Ἐκκλησία  σ΄ αὐτόν  βασικά χρωστᾶ τό ξεκίνημά της. Ἐπί πλέον ὁ Βαρνάβας εἶναι  πού ἐδῶ  θά ὀνομάσει πρῶτα τούς μαθητές τοῦ Εὐαγγελίου ως χριστιανούς. Κι ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος  μέ ἱερή συγκίνηση  τόν μνημονεύει, ὅταν γιά πρώτη φόρα τόν συναντᾶ στήν Ταρσό, μετά τή μεταστροφή του, ὅπου ὁ Βαρνάβας ἐξῆλθεν ἐκεῖ νά τόν ἀναζητήσει καί ἀφοῦ τόν βρῆκε, «ἤγαγεν αὐτόν εἰς Ἀντιόχειαν». Τό στερεό χέρι τοῦ Βαρνάβα στήριξε τόν Παῦλο στά πρῶτα βήματα. Μαζί ἄρχισαν τό ἀποστολικό ἔργο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Μέ τόν Παῦλο ὁ Βαρνάβας καί μέ ἄλλα στελέχη τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ «λειτουργοῦν» σ’ ἕνα ἀπέριττο «οἶκο» στήν Ἀντιόχεια, παίρνουν τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά «ἀφορισθοῦν», δηλ. νά ξεχωρίσουν, γιά νά σταλοῦν στά ἔθνη. Ἐκεῖ, ὅπου τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἔχει ἀνοίξει τό δρόμο τῆς πίστης (Πράξ. 13,1 κ.ἕ.). Ἔτσι μαζί μέ τό Μᾶρκο, οἱ τρεῖς, θά μπαρκάρουν στό πλοῖο, γιά νά πατήσουν τ’ ἅγια πόδια τους σέ μία χώρα, ἰδιαίτερα εὐνοούμενη ἀπό τό Θεό, τήν Κύπρο μας. Ἡ Σαλαμίνα γίνεται τό πρῶτο λίκνο τοῦ χριστιανισμοῦ στόν τόπο μας (45 μ.χ).

Ὅλοι ξέρουμε πόσο δύσκολη ἦταν ἡ ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου τά πρῶτα ἐκεῖνα χρόνια. Ὁ Βαρνάβας καί οἱ σύντροφοί του μέ ζῆλο καί πίστη στό Θεό, μέσα ἀπό πολλές δυσκολίες ἄρχισαν νά διδάσκουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλο τό νησί. «Διελθόντες», λέγει τό κείμενο τῶνΠράξεων, τή νῆσο φθάνουν μέχρι τήν Πάφο. Ἡ Πάφος ἦταν τότε ἡ πρωτεύουσα τῆς Κύπρου καί ἡ ἕδρα τοῦ Ρωμαίου διοικητῆ. Τά γεγονότα ἐδῶ εἶναι γνωστά (βλ. Πράξ.13, 6 κ.ἕ). Ἀφοῦ δίδαξαν καί βάπτισαν πολλούς, οἱ Ἀποστόλοι ἀναγκάστηκαν, ὕστερα ἀπό διωγμό τους, νά φύγουν ἀπό τήν Κύπρο. ῾Η Α΄ αὐτή Ἀποστολική Περιοδεία στάθηκε καθοριστική γιά τόν ἐκχριστιανισμό τοῦ Νησιοῦ.

Οἱ Ἀπόστολοι Βαρνάβας καί Παῦλος, φεύγοντας ἀπό τήν Κύπρο μέ πλοῖο ἀπό τήν Πάφο, πῆγαν στήν Πέργη τῆς Παμφυλίας. ῾Ο Μᾶρκος ὅμως δέν τους ἀκολούθησε καί ἐπέστρεψε στά ῾Ιεροσόλυμα. ῎Ετσι οἱ δύο Ἀπόστολοι πῆγαν κατά σειρά στήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, στό Ἰκόνιο, στά Λύστρα, στή Δέρβη, στήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας, στήν Α΄ Ἀποστολική Σύνοδο στά ῾Ιεροσόλυμα καί πάλιν στήν Ἀντιόχεια.

Στή συνέχεια τό βιβλίο τῶν Πράξεων μᾶς διηγεῖται πώς «῾Ο Παῦλος καί ὁ Βαρνάβας ἔμεναν στήν Ἀντιόχεια, διδάσκοντας καί κηρύττοντας μαζί μέ πολλούς τό λόγο τοῦ Κυρίου. ῞Υστερα ἀπό λίγες μέρες ὁ Παῦλος εἶπε στο Βαρνάβα: “Ἄς ἐπιστρέψουμε νά ἐπισκεφτοῦμε τούς ἀδελφούς μας σ’ ὅλες τίς πόλεις ὅπου κηρύξαμε τό λόγο τοῦ Κυρίου, νά δοῦμε πῶς εἶναι”. ῾Ο Βαρνάβας σκέφτηκε να πάρει μαζί καί τόν ᾿Ιωάννη, πού λεγόταν καί Μᾶρκος. ῾Ο Παῦλος ὅμως ἐπέμενε νά μήν πάρουν μαζί τους αὐτόν πού τούς εἶχε ἐγκαταλείψει στήν Παμφυλία καί εἶχε διακόψει τή συνεργασία μαζί τους. Προκλήθηκε ζωηρή διαφωνία ὡς τό σημεῖο νά χωρίσουν ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο. ῾Ο Βαρνάβας πῆρε τό Μᾶρκο καί πῆγε μέ πλοῖο στήν Κύπρο» (Πράξ. 15, 35-39).

Ἀπό τόν στίχο αὐτό τῶν Πράξεων, «τον τε Βαρνάβαν παραλαβόντα τόν Μᾶρκον ἐκπλεύσας εἰς Κύπρον»,εἴμαστε πλέον σίγουροι πώς οἱ δύο Ἀπόστολοι ἐπέστρεψαν στό Νησί τους, (50 μ.Χ.)  καί ὁ Βαρνάβας καί ὁ ἀνεψιός του Μᾶρκος, πρέπει νά εἶχαν τήν καταγωγή τους μᾶλλον ἀπό τή Σαλαμίνα τῆς Κύπρου. ῎Ετσι μποροῦμε νά μιλᾶμε καί ταυτόχρονα νά καυχόμαστε πώς οἱ δύο Ἀπόστολοι ἀνέλαβαν πλέον ὄχι μόνον τόν ἐκχριστιανισμό τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ ἀλλά καί τή στερέωση τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας τῆς Κύπρου, μιᾶς ἀπό τίς πρῶτες Ἀποστολικές ᾿Εκκλησίες, στερεωμένη τελικά πάνω στό ἅγιο μαρτυρικό  καί ἀποστολικό λείψανο τοῦ Βαρνάβα, ἑνός τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὡς Ἱδρυτής καί Προστάτης τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας θεωρεῖται καί ὡς πρῶτος Ἐπίσκοπος Σαλαμῖνος, Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου.

 Τό τί ἔγινε καί πῶς ἔγινε ὅλο αὐτό τό θαυμαστό γεγονός δέν μᾶς περιγράφει τό βιβλίο τῶνΠράξεων. Τό διασώζει ἡ τοπική παράδοση. Τήν ἀποτυπώνουν κυρίως δύο ἔργα τό Περίοδοι και μαρτύριον τοῦ ἁγίου Βαρνάβα τοῦ ἀποστόλου, ἔργο ἀπόκρυφο μᾶλλον τοῦ 4ου αἰώνα, καί τό ᾿Εγκώμιον εἰς τόν ἅγιον Βαρνάβαν τόν ἀπόστολον προτραπέντος ὑπό τοῦ πρεσβυτέρου καί κλειδούχου τοῦ σεβασμίου αὐτοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ ἱστορεῖται καί τρόπος τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἁγίων αὐτοῦ λειψάνων, ἔργο τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Μοναχοῦ Κυπρίου (6ος αἰώνας). Μπορεῖ κάποιος νά ἐπισημάνει ὡς πρός αὐτά δύο πράγματα: α) ὅτι τόσο τό πρῶτο ὅσο καί τό δεύτερο ἔργο διέσωσαν ἰσχυρή τοπική παράδοση καί β) ὅτι τά δύο αὐτά ἔργα διαμόρφωσαν τήν τοπική παράδοση γιά τόν Ἀπόστολο Βαρνάβα καί τήν ἱεραποστολική του δράση στήν Κύπρο ἀπό τό 50-57 μ.Χ. Πιστεύουμε πώς πρέπει νά ἰσχύει ἡ πρώτη θέση νοουμένου ὅτι μιά τέτοια ἰσχυρή μορφή καινοδιαθηκική, πρωτοχριστιανική πού ἔπαιξε σημαντικό ρόλο ὄχι μόνο στήν ᾿Εκκλησία τῆς Κύπρου, ἀλλά στήν Καθολική ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν θά ἀγνοεῖτο γιά τρεῖς αἰῶνες ἀρχικά, ὥστε νά χρειασθεῖ ἕνα τέτοιο ἀπόκρυφο βιβλίο γιά να ἔρθει νά συμπληρώσει τό «κενό» τῶν πληροφοριῶν γιά τόν ᾿Απόστολο Βαρνάβα. Σίγουρα, πάντα μπροστά στις πληροφορίες τῶν ἀποκρύφων βιβλίων καί διηγήσεων στεκόμαστε μέ προσοχή, ἐπιφυλακτικότητα καί καμιά φορά καί παντελῆ ἀπόρριψη. Στήν προκειμένη ὅμως περίπτωση πιστεύουμε ὅτι διασώζεται μιά ἔντονη τοπική παράδοση πού ἄντεξε γιά 2000 χρόνια.

Στό Περίοδοι καί μαρτύριον τοῦ ἁγίου Βαρνάβα τοῦ ἀποστόλου φέρεται νά διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος πώς οἱ δύο ἔφτασαν στήν Κρομμυακίτη (σημερινός Κορμακίτης), πῆγαν στήν Λαμπαδιστοῦ, ὅπου συνάντησαν καί τόν ῾Ηρακλείδιο τόν ὁποῖο χειροτόνησαν ἐπίσκοπο Ταμασοῦ, διέσχισαν τά βουνά τοῦ Τροόδους καί ἔφτασαν στήν Πάφο. ᾿Εδῶ δέν κατάφεραν νά διδάξουν γιατί τους ἐμπόδισε ὁ μάγος ᾿Ελύμας, ἐπέστρεψαν μέσω τοῦ Κουρίου ὅπου καί θαυματούργησαν κατά τῶν εἰδώλων καί τούς κυνήγησε καί πάλιν ὁ μάγος ᾿Ελύμας. ῎Εφτασαν στην Ἀμαθοῦντα ὅπου κήρυξαν καί διά μέσου τοῦ Κιτίου κατέληξαν στή Σαλαμίνα. Μετά δύο μέρες φθάνει ὁ ᾿Ελύμας, γιά νά κατηχήσει ᾿Ιουδαίους καί τότε«θυμωθείς συνῆξε πᾶν τό πλῆθος τῶν ᾿Ιουδαίων, καί κατασχόντες τόν Βαρνάβαν ἐζήτησαν παραδοῦναι ῾Υπατίῳ τῷ ἡγεμόνι τῆς Σαλαμίνης. Καί δήσαντες αὐτόν πρός τό ἀγαγεῖν πρός τον ἡγεμόνα, εὐσεβοῦς δέ ᾿Ιεβουσαίου συγγενοῦς Νέρωνος καταντήσαντος ἐν Κύπρῳ, μαθόντες οἱ ᾿Ιουδαῖοι, λαβόντες τόν Βαρνάβαν νυκτός ἔδησαν ἐν σχοινίῳ κατά τοῦ τραχήλου, καί σύραντες ἐπί τό ἱπποδρόμιον ἀπό τῆς συναγωγῆς καί περάσαντες ἔξω τῆς πύλης περιστάντες κατέκαυσαν αὐτόν πυρί, ὥστε καί τά ὀστᾶ αὐτοῦ κονίαν γενέσθαι εὐθέως δέ αὐτῇ τῇ νυκτί λαβόντες τήν κονίαν αὐτοῦ ἔβαλον ἐν σινδόνι, καί ἐν μολυβίῳἀσφαλισάμενοι ἐσκέπτοντο κατά τοῦ πελάγους ρίψαι αὐτόν. ᾿Εγώ δέ (δηλ. ὁ Μᾶρκος)εὑρών καιρόν τῆς νυκτός, καί τούτου μετά Τίμωνος καί ῾Ρόδωνος βαστᾶσαι δυνηθείς, ἤλθομεν ἐν τόπω τινί, καί εὑρόντες σπήλαιον κατηγάγομεν αὐτόν ἐκεῖ, ἔνθα τό ἔθνος τῶν ᾿Ιεβουσαίων τό πρίν κατώκει· ἀποκεκρυμμένον δέ τόπον εὑρόντες ἐν αὐτῷ ἀποθέμεθα σύν τοῖς μαθήμασιν οἷς παρέλαβεν παρά Ματθαίου. ῏Ην δέ ὥρα τετάρτη τῆς νυκτός δευτέρας σαββάτων». Τό χαρακτηριστικό τῆς διηγήσεως ὡς πρός τό μαρτυρικό τέλος τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα εἶναι πώς ἀφοῦ ἔδησαν τόν Ἀπόστολο μέ σχοινιά ἀπό τόν τράχηλο, τόν βασάνισαν καί τέλος ἔκαυσαν τό ἅγιο σῶμα.(57 μ.Χ). (Πρόδηλον εἶναι ὅτι τό ἔργο γράφτηκε πρίν ἀπό τήν ἀνεύρεση τοῦ λειψάνου τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα).

 ῾Η δεύτερη διήγηση («᾿Εγκώμιον») ὅμως, ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους, εἶναι πειστικότερη, ἀφοῦ ὑπάρχουν καί ἀντικειμενικές ἱστορικές μαρτυρίες γιά τήν ὕπαρξη τοῦ ἀποστολικοῦ σώματος καί τοῦ τάφου του. «Καί μετά ταῦτα, εἰσῆλθε Βαρνάβας εἰς τήν συναγωγήν, καί ἐδίδασκε τούς ᾿Ιουδαίους, πείθων αὐτούς περί τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Πλησθέντες δέ θυμοῦ οἱ ἀπόΣυρίας ᾿Ιουδαῖοι, ἀναστάντες ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτόν τάς χεῖρας, και ἔθεντο αὐτόν ἐν οἰκείῳ σκοτεινῷ ἐν τῇ συναγωγῇ ἕως ἑσπέρας βαθείας. ᾿Εξαγαγόντες δέ αὐτόν, καί βασανίσαντες ἱκανῶς, ἐκεῖ αὐτόν κατέλευσαν (καταλιθοβόλησαν) οἱ παράνομοι· καί ἅψαντες πυράν μεγάλην, ἔρριψαν ἐκεῖ τόν μακάριον, πρός τό μηδέ λείψανον αὐτοῦ εὑρεθῆναι. Προνοίᾳ δέ Θεοῦ ἀκέραιον ἔμεινε τό σῶμα τοῦ ᾿Αποστόλου, καί οὐδέν αὐτό ἔβλαψεν ἡ πυρά. Μᾶρκος δέ, ἐξελθών ἔξω τῆς πόλεως κατά δυσμάς, μετά τινων ἀδελφῶν, κρυφή συνεκόμισαν τό λείψανον τοῦ ἁγίου Βαρνάβα· καί θάψαντες ἐν σπηλαίῳ, ὡς ἀπό σταδίων πέντε τῆς πόλεως, ἀνεχώρησαν ποιήσαντες κοπετόν μέγαν ἐπ’ αὐτῷ. ᾿Εγένετο δέ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ διωγμός μέγας ἐπί την ᾿Εκκλησίαν τήν ἐν Σαλαμίνι, καί πάντες διεσπάρησαν ἀλλαχοῦ…»

῾Ο Ἀλέξανδρος, μοναχός πιθανώτατα τῆς μονῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, κοντά στήν ἀρχαία Σαλαμίνα, ἐκφώνησε το «᾿Εγκώμιον» ὡς λόγο στή γιορτή τοῦ Ἀποστόλου (β΄ μισό 6ου αἰώνα). ᾿Εγκωμιάζει τή ζωή, τή δράση καί τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στην Κύπρο. Χαρακτηριστικό εἶναι πώς γιά τό ἅγιο λείψανο τοῦ Βαρνάβα ἀναφέρει, ὅτι αὐτό διατηρήθηκε ἄθικτο, παρά τήν προσπάθεια ἐκείνων πού τόν λιθοβόλησαν νά τό κάψουν. «Μέ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τό σῶμα τοῦ Ἀποστόλου ἔμεινε ἀκέραιο καί ἡ φωτιά δέν τό ἔβλαψε καθόλου». (Κατάδηλον εἶναι τό ἔργο γράφτηκε μετά τήν ἀνεύρεση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου).

Πάνω ἀπό 400 χρόνια ἡ γῆ κράτησε κρυμμένο τό ἅγιο σῶμα  τοῦ Ἀποστόλου. Ἦταν γύρω στό 487/88 μ.χ. ὅταν ὁ εὐσεβής Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας Ἀνθέμιος εἶδε ἕνα συνταρακτικό ὄνειρο σχεδόν «ἐν ἐγρηγόρσει». Τοῦ παρουσιάστηκε  ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας καί τοῦ ὑπόδειξε τή θέση πού ἦταν θαμμένος. Μέ ἱερό δέος οἱ Ἀρχιερεῖς, ὁ κλῆρος καί ὁ λαός ἀνέσκαψαν καί βρῆκαν τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἀποστόλου ὁλόσωμο καί πάνω  στό στῆθος του εἶδαν τοποθετημένο τό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου. [῾Ο ἱστορικός Θεόδωρος Ἀναγνώστου (;-530) μᾶς πληροφορεῖ γιά τήν ἀνεύρεση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ᾿Αποστόλου Βαρνάβα καί τοῦ «ἰδιογράφου τοῦ Βαρνάβα» κατά Ματθαῖον εὐαγγελίου (ΡG 86, 1, 184). Ἐπίσης ἄλλη μαρτυρία ἀναφέρει ὅτι τό κατά Ματθαῖον χειρόγραφο εὐαγγέλιο πού βρέθηκε ἐπί τοῦ ἁγίου λειψάνου τοῦ ᾿Αποστόλου Βαρνάβα (487/8 μ.Χ.) καί μεταφέρθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Ἀνθέμιο στήν Κωνσταντινούπολη στόν Αὐτοκράτορα Ζήνωνα, ὑπῆρχε ἐκεῖ καί πολύ ἀργότερα καί δεικνυόταν στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, στήν Κωνσταντινούπολη. Ἀπό αὐτό διάβαζαν τά κείμενα γιά τά Πάθη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ κατά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Πέμπτη].

Τό Εὐαγγέλιο αὐτό λοιπόν, πού ἀνεῦρε  ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνθέμιος, τό μετάφερε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ  αὐτοκράτορας Ζήνωνας ἔδωσε τή συγκατάθεσή του καί τή βοήθειά  του γιά ἀνέγερση μεγαλόπρεπου ναοῦ  τοῦ Κύπριου Ἀποστόλου. Ἐπίσης κατάφερε νά  ἐπαναπροσδιοριστεῖ ἡ κατοχύρωση τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἀπό ἐνδημοῦσα Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη καί μέ παρέμβαση τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνα, δίνοντας τέλος στίς ἐπιβουλές τῶν Ἀντιοχειανῶν ἐπί τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου. Ταυτόχρονα ὁ Αὐτοκράτορας, σύμφωνα μέ τήν παράδοση,  ἔδινε τό προνόμιο στόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου  νά κρατᾶ Αὐτοκρατορικό σκῆπτρο, νά φορεῖ πορφυρό μανδύα καί νά ὑπογράφει μέ κιννάβαρι (κόκκινο μελάνι). Τά προνόμια αὐτά κρατᾶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος  Κύπρου μέχρι σήμερα.

Σήμερα, ἀνατολικά τοῦ μεγάλου ναοῦ, 800 περίπου μέτρα πιό κάτω, ὑπάρχει ναΰδριο, ἀκριβῶς πάνω ἀπό τόν τάφο τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Καί ἡ τύχη τοῦ λειψάνου τοῦ Ἀποστόλου εἶναι ἄγνωστη. Ὁ τάφος ὑπάρχει καί εἶναι ἄδειος. Ἀπό δίπλα του ἀναβλύζει «ἁγίασμα». Κατά τήν παράδοση, πρίν τήν ἀνεύρεση τοῦ λειψάνου, ὁ τόπος αὐτός ὀνομαζόταν «τόπος ἰάσεως», ἀφοῦ πολλοί καί μόνο περνώντας ἀπό ἐκεῖ οἱ προσευχόμενοι εὕρισκαν τήν γιατρειά τους.

Δυστυχῶς, ὁ ἁγιασμένος τοῦτος τόπος μαζί μέ τό μεγαλόπρεπο ναό καί τό Μοναστήρι τοῦ Ἱδρυτῆ καί Προστάτη  τῆς Ἁγιότατης Ἐκκλησίας  τῆς Κύπρου Ἀποστόλου Βαρνάβα  βρίσκεται  καί πάλι κάτω ἀπό τήν καταστροφική μανία τῶν κατακτητῶν, αὐτή τή φορά τῶν Τούρκων, ἀλειτούργητος καί συλημένος. Οἱ πιστοί θυμοῦνται τό μεγάλο πανηγύρι πού γινόταν στίς 11 Ἰουνίου κάθε χρόνο, μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγίου. Θυμοῦνται ἀκόμη καί περιμένουν τόν Ἅγιο νά βοηθήσει νά ξαναγυρίσουμε στόν τόπο τῆς ἰάσεως  νά προσκυνήσουμε, νά δοξάσουμε καί νά πανηγυρίσουμε. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Κυπριανός, γράφοντας στήν Ἱστορία τοῦ (1788) γιά τόν Ἀπόστολο τῆς Κύπρου, τόν ἐγκωμιάζει μέ τά ἐξῆς ἐπίκαιρα λόγια: «Δέν εἰξεύρω ἄν ἄλλος Ἀπόστολος ὑπερασπίσθη τοσοῦτον τήν Πατρίδα του, ἄν ἐφάνη τόσον φιλόπατρις, ὡς ὁ ἡμέτερος συμπατριώτης Βαρνάβας, ὅς τις ζών μέν ἀπήλλαξε τούς συμπατριώτας του ἀπό τήν βδελυράν θρησκείαν τῶν εἰδώλων, διδάξας αὐτούς τήν ἀληθινήν πίστιν  τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θανών δέ ἐλευθέρωσε τήν Ἱεράν Ἐκκλησίαν τῆς πατρῖδος του, ἀπό τῆς καταδυναστείας τῶν φιλάρχων, καί πλεονεκτῶν Ἀντιοχείων κληρικῶν…Ἀληθῶς καί ἀναμφιβόλως ἐπλήρωσεν ὁ τῷ ὄντι ὑιός παρακλήσεως, ὁ Βαρνάβας λέγω, τό μάχου ὑπέρ πίστεως καί πατρῖδος καθ’ ὅλα του τά μέρη. ἄρα πόσον χρέος ἔχομεν οἱ Κύπριοι εἰς τόν λυτρωτήν τῶν ἡμετέρων ψυχῶν; εἰς τόν εὐεργέτην τῆς ἡμετέρας ἐκκλησιαστικῆς δόξης καί παροχέα; ἕκαστος κρινέτω, καί ἄς τιμᾶ, καί ἄς ἑορτάζη τόν ἔφορον τῆς πατρῖδος καί προστάτην…».