Η διάδοση Χριστιανισμού και του Ισλαμισμού

Ισλάμ

Ισχυρές προσωπικότητες:

Η  διάδοση των δύο θρησκειών θεμελιώθηκε από πολλές και ισχυρές προσωπικότητες. Στον Ισλαμισμό φέρνουμε ως παράδειγμα τον Μωάμεθ και τους διαδόχους του, τον οποίο χαρακτηρίζουν οι μουσουλμάνοι ως  «προφήτη του Αλλάχ». Στον Χριστιανισμό έδρασαν διάφοροι Απόστολοι, όπως οι μαθητές του Χριστού, ο Απόστολος Πέτρος που έδρασε στην Ρώμη και ο Απόστολος Παύλος ο οποίος με αρκετές ιεραποστολές  διέδωσε τον χριστιανισμό σε διάφορα έθνη, εξ ου και χαρακτηρισμός «Απόστολος των εθνών».

Το αίμα των «απίστων» και το αίμα των Μαρτύρων ως θεμέλιο της θρησκείας:

Ο Ισλαμισμός είναι γνωστός για τις τρανταχτές ενέργειες που διαπράττει σε περίπτωση που δεν ακολουθεί ο λαός του τα όσα εξυπηρετούν. Επιβάλει και δεν δίνει την ευχέρεια στον λαό του να αποφασίσει τι θέλει να πιστεύει ή όχι. Υπάρχει στέρηση της ελευθερίας, όπως επίσης και κατάλυσης πολιτιστικού και πολιτισμικού χαρακτήρα. Επιβάλουν και κάνουν ακραίες ενέργειες, οι οποίες παραβιάζουν την ανεξιθρησκία αφού σκοτώνουν και θυσιάζουν στο όνομα του Αλλάχ. Γνωστό είναι πως ο Ισλαμισμός θεμελιώθηκε με την θυσία των μη  μουσουλμάνων τιμωρώντας με θάνατο τους απίστους, πράττοντας τον «Ιερό Πόλεμο»προς αυτούς, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν τον Θεό ως  «Θεό της βίας». Αντιθέτως η θεμελίωση του Χριστιανισμού είχε μια ροή ελεύθερης βούλησης και θεμελιώθηκε στο αίμα αυτών που διέδιδαν τον Χριστιανισμό, των Μαρτύρων. Επικράτησε με την γαλήνη, την ειρήνη μεταξύ των χριστιανών και την εικόνα ως Θεού που πρεσβεύει την αγάπη.

Υπάρχει και κάτι κοινό στη θεμελίωση των δύο αυτών διδασκαλιών με κύριο χαρακτηριστικό το ότι θεμελιώθηκαν γραπτώς. Το Κοράνι για το  Ισλάμ και η Αγία Γραφή για τον Χριστιανισμό. Επίσης και οι δύο Θρησκείες είχαν ευρεία εξάπλωση ώστε μέχρι και σήμερα να θεωρούνται από τις πολυπληθέστερες θρησκείες όλου του πλανήτη.

Στη σύγχρονη εποχή παρατηρείται μια ομοιομορφία στις βασικές αρχές με τις οποίες διαδόθηκε τόσο ο Χριστιανισμός όσο και ο Ισλαμισμός στο πέρασμα του χρόνου. Για παράδειγμα εξίσου αξιοσημείωτα είναι και σήμερα τα φαινόμενα έξαρσης της βίας στα πλαίσια μιας θρησκευτικής απολυτοποίησης που κυριαρχεί και εξωθεί τους φανατικούς και ακραίους υποστηρικτές του να παραβιάζουν κάθε έννοια ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να βάφουν με κόκκινο αίμα όσους έχουν αλλόθρησκες πεποιθήσεις. Αντίθετα, η διάδοση του Χριστιανισμού, στον οποίο κατεξοχήν  θεμελιώθηκε εξαρχής η επικράτηση και η παγίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αν αναλογιστούμε τα πρωτοποριακά λόγια του Αποστόλου Παύλου, για τον σεβασμό της διαφορετικότητας και της ελευθερίας του άλλου, εξακολουθεί και στις μέρες μας να τίθεται στη βάση του σεβασμού και της αναγνώρισης της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας κάθε λαού προϋποθέτοντας την πραγματικά ελεύθερη και ενσυνείδητη επιλογή του να αποδεχτούν τον χριστιανισμό, αποφεύγοντας τόσο άμεσες και έμμεσες πιέσεις . Παράλληλα περιβάλει με αγάπη, κατανόηση και προσευχή και όλους όσους δεν είναι χριστιανοί, και επί του παρόντος τους Ισλαμιστές, γεγονός που ανάγεται στην βασική νοοτροπία του Χριστιανισμού, ο χαρακτήρας του οποίου προσδιορίζεται από τον Θεό της αγάπης, για τον οποίο πρεσβεύει.

Βασικές διαφορές Χριστιανισμού και Ισλάμ :

Αρκετές διαφορές μπορούμε να αναφέρουμε. Καλύτερα όμως να μείνουμε στις θεμελιώδεις:

1) Ο Μουσουλμανισμός πιστεύει ότι ο Δημιουργός είναι ένας και Μοναδικός, ένα πρόσωπο, και όχι τρία πρόσωπα (Πατήρ, Υιός, Άγιο πνεύμα), με μία φύση (την Θεϊκή) όπως ορθά διδάσκει η Εκκλησία μας.

2) Ο Μουσουλμανισμός πιστεύει ότι ο Χριστός είναι Προφήτης και Απόστολος του Μοναδικού Θεού και όχι Θεός και πως στάλθηκε για να κηρύξει στους Εβραίους.

3) Ο Μουσουλμανισμός ακόμη πιστεύει ότι ο Χριστός δεν σταυρώθηκε και ούτε σκοτώθηκε από τους εχθρούς του. Λένε επίσης πως ο Θεός τον έσωσε.

4)  Επίσης λένε πως ο  Θεός  δεν γέννησε κανέναν Υιό. Είναι υπεράνω αυτής της αδυναμίας να έχει ή να γέννησε Υιό.

5) Οι Ισλαμιστές πιστεύουν πως το Κοράνι είναι η τελευταία διαθήκη του Δημιουργού προς το δημιούργημα του (τον άνθρωπο). Ισχυρίζονται πως κανένα κείμενο, κανένα βιβλίο, και καμία θρησκεία/ιδεολογία δεν είναι ανώτερη από το Κοράνι, όπου ο άνθρωπος καλείται να ακολουθήσει και να τηρήσει.

6) Όσο για τον Νόμο του Θεού, υποστηρίζουν πως πρέπει να τηρείται έτσι όπως οφείλεται να τηρούμε και τα λατρευτικά. Έχουν την ιδεολογία πως ο Χριστιανισμός έχει αποκοπεί από τον Θεϊκό Νόμο πιστεύοντας ότι δεν είναι σε ισχύ πια.

7) Σε θέματα λατρείας δεν δέχονται το ότι οι χριστιανοί σε περιπτώσεις δυσκολίας, προβλημάτων κ.τ.λ. επικαλούμαστε αγίους, ανθρώπους, για να απαντηθούν οι προσευχές μας, λέγοντας πως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αποκλειστικό δικαίωμα του Δημιουργού.

Διάλογος με το Ισλάμ (Γρηγόριος Παλαμάς):

Ενδιαφέρον  παρουσιάζουν οι διάλογοι επίσης πού διεξήγαγε ο αρχιεπίσκοπος  Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς με σημαίνοντες μουσουλμάνους νομοδιδασκάλους στην έδρα του σουλτάνου («μεγάλου ἀμηρά» Ὀρχάν) των Οθωμανών  (Προύσα και Νίκαια), όταν τον Μάρτιο του 1354, ταξιδεύοντας με πλοίο για την  Κωνσταντινούπολη, πιάστηκε αιχμάλωτος από τούς Οθωμανούς στην  Καλλίπολη και μεταφέρθηκε αρχικά στην  Λάμψακο και στις  Πηγές και έπειτα στην Προύσα και τη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου παρέμεινε δέσμιος επί ένα χρόνο. Τα βασικά σημεία των διαλόγων πού ο Παλαμάς διεξήγαγε αρχικά ενώπιον αξιωματούχων του «μεγάλου ἀμηρά» και με εντολή του, και έπειτα με άλλους  μουσουλμάνους νομοδιδασκάλους, τούς οποίους ονομάζει  «Χιόνας», σώζονται σε μία Διάλεξη πού κατέγραψε ὁ χριστιανός γιατρός Ταρωνείτης και σε δύο απολογίες, τις οποίες ο Γρηγόριος στέλνει υπό μορφή επιστολής στην εκκλησία του στην Θεσσαλονίκη. Ὁ Γρηγόριος ο Παλαμάς, δεν μπορούσε βέβαια να παραβλέψει την άσκηση προσεκτικής αντιρρητικής  κατά του Ισλάμ και την υπεράσπιση της πίστης. Ωστόσο δεν αρνήθηκε τον διάλογο με το Ισλάμ.

Ο διάλογος με το σύγχρονο Ισλάμ:

Ταυτοχρόνως όμως αρχίζει και η στροφή προς τον σύγχρονο διάλογο, την επικοινωνία και την αποτίμηση των πολιτιστικών σχέσεων με τον κόσμο του Ισλάμ. Για τον διάλογο με το Ισλάμ σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ήδη από τη δεκαετία του 1970 και εντεύθεν, με επικεφαλής των διαλόγων τον μακαριστό Μητροπολίτη Ελβετίας Δαμασκηνό Παπανδρέου, και κατόπιν τον νυν Μητροπολίτη Γαλλίας Εμμανουήλ Αδαμάκη. Στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο οι διάλογοι αλλά και η επιστημονική ενασχόληση και συγγραφή για το Ισλάμ άρχισε συστηματικά από τους καθηγητές Αναστάσιο Γιαννουλάτο, και σήμερα Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, και τον Γρηγόριο Ζιάκα. Στο χώρο της οικουμενικής κίνησης και της συστηματικής θεολογίας σημαντική είναι επίσης στην προσέγγιση των διαλόγων με το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό, η συμβολή μεταξύ άλλων, των καθηγητών Πέτρου Βασιλειάδη, Γεωργίου Μαρτζέλου και Μιλτιάδη Κωνσταντίνου.

Χάρη στην εν εξελίξει σύγχρονη ελληνική ακαδημαϊκή μελέτη του Ισλάμ ενισχύθηκε και η διαθρησκειακή μελέτη και οι συναφείς με τον διάλογο δραστηριότητες και πρωτοβουλίες. Οι διαρθησκειακές πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν συμμετοχή σε διαλόγους και διαθρησκειακές συναντήσεις διαφόρων φορέων, θρησκευτικών και κοσμικών, συγγραφή σχετικού επιστημονικού υλικού καθώς και διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου του Διαθρησκειακού Διαλόγου στο Τμήμα Θεολογίας. Το Τμήμα Θεολογίας, εκπαιδεύει τους φοιτητές του στη συνάντηση με τον θρησκευτικώς “άλλον”, και κυρίως με τους πιστούς των Αβρααμικών Θρησκειών, τους οποίους ενώνουν κοινές βιβλικές αναφορές και κοινοί ιεροί τόποι αλλά και προκαταλήψεις και θρησκευτικοπολιτικοί ανταγωνισμοί στην πάροδο των αιώνων της ιστορίας. Ο φοιτητής ασκείται στη γνώση της θρησκευτικής ετερότητας, του Μουσουλμάνου εν προκειμένω, των ιστορικών, θεολογικών, πολιτιστικών και άλλων καταβολών του, με κύριο σκοπό την απόκτηση επιστημονικών γνώσεων για την θρησκεία και το πολιτισμικό υπόβαθρο, κυρίως των μουσουλμανικών χωρών της Μέσης Ανατολής αλλά και των μουσουλμανικών πληθυσμών της Ευρώπης. Η διαθρησκειακή εκπαίδευση στοχεύει στην απόκτηση δεξιοτήτων που θα καταστήσουν τους φοιτητές, μεταξύ των οποίων και ιερείς, φορείς καταλλαγής και εποικοδομητικού διαλόγου εντός της σύγχρονης κοινωνίας.

Το ιστορικό παρελθόν της Ορθοδοξίας και των σχέσεων της με τον κόσμο του Ισλάμ από τις απαρχές του, καθιστούν τον διάλογο αυτόν σήμερα ακόμη πιο γόνιμο, όταν μάλιστα αναφερόμαστε στο παρελθόν με όρους συνάντησης και όχι διαχωρισμού και πρόκλησης θρησκευτικών, εθνικιστικών και άλλων παθών. Η παρουσία επίσης αυτοχθόνων  μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ελλάδα από την εποχή ακόμη των Οθωμανικών χρόνων, καθιστούν ακόμη πιο επιτακτικό το διαθρησκειακό συναπάντημα εντός των τοπικών συμφραζομένων. Ένα συναπάντημα το οποίο μπορεί να αποτελέσει καλή κοινή μαρτυρία όχι μόνον για την ομαλή συμβίωση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά και για την επικοινωνία και την ανάπτυξη εκατέρωθεν δράσεων και πρωτοβουλιών, σε μία εποχή που οι εποικοδομητικές σχέσεις και το πνεύμα συνεργασίας δεν είναι αυτονόητες και χρειάζονται συστηματική και συνεχή ανατροφοδότηση. Ο χώρος της παιδείας, και ειδικά του σχολείου, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι ο πιο πρόσφορος για την άρση των νοητών αλλά και υπαρκτών θρησκευτικών και διαχωριστικών συνόρων.

Προς την κατεύθυνση στοχεύει και το Πρόγραμμα το οποίο τελείται υπό την επιστημονική αιγίδα του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. και φέρει τον τίτλο «Προγράμματα Δία βίου Εκπαίδευσης Θεολόγων και Ιεροδιδασκάλων της Θράκης σε θέματα Θρησκευτικών, Θρησκευτικής Ετερότητας και Διαπολιτισμικής Θρησκευτικής Αγωγής». Το πρόγραμμα κατεξοχήν πρωτοπόρο για την ελληνική πραγματικότητα, προτάσσει εκπαιδευτικά τη θρησκευτική ετερότητα στη Θράκη ως παράγοντα ειρηνικής συμβίωσης και αλληλεπίδρασης στο δημόσιο χώρο. Συγκεκριμένα, μετά τη θέσπιση του Νόμου 4115/2013, άρθρο 53 περί «Ιεροδιδασκάλων της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και ενίσχυσης της φοίτησης μουσουλμανοπαίδων στα δημόσια σχολεία της Θράκης», και την ανάγκη επιμορφώσεων τους σε θέματα που αφορούν στη διδασκαλία του Ισλάμ στο Ελληνικό Δημόσιο Σχολείο στη γεωγραφική περιοχή της Θράκης, φάνηκε αναγκαίο να εμπλακούν τόσο οι Θεολόγοι εκπαιδευτικοί λειτουργοί όσο και οι νεοδιοριζόμενοι Ιεροδιδάσκαλοι σε ένα κοινό πρόγραμμα Επιμορφώσεων. Στόχος του Προγράμματος είναι η πρόταξη της θρησκείας ως καταλύτη ομαλής και εποικοδομητικής συνύπαρξης και όχι ως πηγής εντάσεων. Για την υλοποίησή του έγιναν για πρώτη φορά συναντήσεις διδασκόντων Θεολόγων και Ιεροδιδασκάλων, δια της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών, με απώτερο σκοπό τη γνωριμία και την αλληλοϋποστήριξή τους στο κοινό σχολικό περιβάλλον.

Το πρόγραμμα χωρίστηκε σε δύο κύριες δράσεις:  στις επιμορφώσεις των Θεολόγων και Ιεροδιδασκάλων σε θέματα θρησκευτικών, θρησκευτικής ετερότητας και διαπολιτισμικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, και στην εκπόνηση πιλοτικού υλικού. Οι επιμορφώσεις αναπτύχθηκαν σε τέσσερεις διδακτικές ενότητες: πρώτον στην υλοποίηση εντατικής επιμόρφωσης των Θεολόγων σε µαθήµατα εξειδίκευσης που αφορούν στην Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία για τους Θεολόγους και σε διδακτικές ενότητες και δράσεις που ενημερώνουν στους ενδεδειγμένους παιδαγωγικούς τρόπους διδασκαλίας του μαθήµατος των θρησκευτικών, όπως αυτό αναπτύσσεται στα υπάρχοντα προγράμματα σπουδών δεύτερον στην υλοποίηση εντατικής επιμόρφωσης των Ιεροδιδασκάλων στη θρησκεία του Ισλάµ, καθώς και σε διδακτικές ενότητες και δράσεις που ενημερώνουν στους ενδεδειγμένους παιδαγωγικούς τρόπους διδασκαλίας του μαθήµατος των θρησκευτικών και διερεύνησης των διδακτικών και θεολογικών αναγκών για τη σύνταξη των μελλοντικών Προγραμμάτων και Οδηγών Σπουδών τρίτον σε κοινές δράσεις επιμόρφωσης Θεολόγων και Ιεροδιδασκάλων, σε θέματα διαπολιτισμικής θρησκευτικής εκπαίδευσης και θρησκευτικής ετερότητας, και σε ζητήματα συνύπαρξης, ηθικής, καταλλαγής, πολιτιστικών και θρησκευτικών συναπαντημάτων στην περιοχή της Θράκης και δημιουργικής ανάδειξης τους στο κοινό σχολικό περιβάλλον  τέλος σε µαθήµατα νέας ελληνικής γλώσσας µε σκοπό την περαιτέρω γλωσσική ενίσχυση των Ιεροδιδασκάλων σε κορανικούς και ευρύτερα μουσουλμανικούς όρους και της μεταφοράς τους στην ελληνική γλώσσα.

Για την ικανή επιστημονική υποστήριξη του προγράμματος αξιοποιήθηκαν διδάσκοντες από το Τμήμα Θεολογίας και Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ., το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δ.Π.Θ. και το Τμήμα Θεολογίας του Ε.Κ.Π.Α. Παραλλήλως συνέδραμαν στις επιμορφώσεις και στη συγγραφή του πιλοτικού υλικού Θρακιώτες Δρ. Μουσουλμανικής Θεολογίας, μέλη της τοπικής μουσουλμανικής κοινότητας, καθώς και Δρ. Θεολόγοι Σχολικοί Σύμβουλοι.

Από την έως τώρα πορεία του Προγράμματος συνάγουμε ότι το καλωσόρισε η εκπαιδευτική κοινότητα των ανωτέρω περιοχών και συγκεκριμένα οι Θεολόγοι συνάδελφοι της Β΄  βαθμίδας Εκπαίδευσης και οι Ιεροδιδάσκαλοι. Αποτέλεσε μία καλή αρχή επικοινωνίας και δημοσίου διαλόγου για τις ανάγκες και τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες στο παρόν και στο μέλλον σε θέματα θρησκείας και διαπολιτισμικής τους προσέγγισης. Δημιούργησε σχέσεις εμπιστοσύνης και αλληλοπεριχώρησης στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Το επιλεγόμενο μάθημα διδασκαλίας του Ισλάμ στο ελληνικό δημόσιο σχολείο είχε ελάχιστη έως καθόλου σχολική διαρροή και υπό την έννοια αυτή διαμορφώνει μία ασφαλιστική δικλείδα θρησκευτικής εκπαίδευσης εντός του δημοσίου σχολείου με έναν ευρύτερο διαπολιτισμικό χαρακτήρα, ο οποίος δεν περιορίζεται στα στενά όρια, συναισθηματικά και χωρικά, ομολογιακών προσεγγίσεων. Το ίδιο άλλωστε γίνεται και με το μάθημα των θρησκευτικών, το οποίο δημιουργεί τη συζήτηση περί θρησκείας στον δημόσιο σχολικό χώρο και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Υπό την έννοια αυτή η θρησκεία δεν κατανοείται αποκλειστικά ως χώρος που αφορά μόνον τις θρησκευτικές κοινότητες, αλλά κυρίως και κατεξοχήν ως πολιτισμικό και πολιτιστικό αγαθό που συγκροτεί την ενότητα των κοινωνιών.