Η Κατολίσθηση του είναι στη δίνη του φαίνεσθαι

Gignesthe

Στις μέρες μας φαντάζει ουτοπία η συνάντηση του ανθρώπου, και πόσο μάλλον η συνεύρεσή του, με την ψυχοπνευματική του υπόσταση. Λες και έχει περιχαρακωθεί γύρω από τα κυκλώπεια τείχη της υπερπροβολής, του εγωκεντρισμού, της ματαιοδοξίας, του ναρκισσισμού και εν γένει της όλης ματαιότητας της σύγχρονης περιβάλλουσας «εικονικής πραγματικότητας». Θλιβερό απότοκο αυτών η πλήρης αποξένωση από το είναι και η παράλληλη προσήλωση στο φαίνεσθαι των πραγμάτων.

Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι». Το φαίνεσθαι μπορούμε να πούμε ότι είναι το προσωπείο, το οποίο εντέχνως χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε εξωτερικά, ώστε αφού γίνουμε αρεστοί στο απρόσωπο πλήθος, να γίνουμε αποδεκτοί από όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες των ανθρώπων. Κάπου όμως, σε κάποια απόμακρη γωνιά της προσωπικότητάς μας, υπάρχει και το «είναι», αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα και το οποίο τις περισσότερες φορές προσπαθούμε επιμελώς να το «κρύβουμε», λες και είναι το μελανό σημείο του εαυτού μας.

Η Ορθοδοξία ενδιαφέρεται να φανερώσει το βάθος και το ουσιαστικό νόημα της ύπαρξης του ανθρώπου. Όλα μάλιστα τα πατερικά κείμενα αναφέρονται στο πως θα απελευθερωθεί η λογική από τα πάθη.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναίτης, χρησιμοποιεί ένα χαριτωμένο περιστατικό, για να αναλύσει την κάλπικη πλευρά της ζωής μας «Μερικές φορές, καθώς αντλούσαμε νερό από τις πηγές, αντλήσαμε μαζί με αυτό, χωρίς να το καταλάβουμε, και έναν βάτραχο. Παρόμοια πολλές φορές, καθώς καλλιεργούμε τις αρετές, υπηρετούμε και τις κακίες που χωρίς να φαίνονται είναι συμπεπλεγμένες μαζί τους».

Έτσι διαρκώς γινόμαστε οι μαριονέτες μιας καλοσκηνοθετημένης θεατρικής παράστασης, χειραγωγούμενοι από τους καλά καμουφλαρισμένους παραγωγούς, τους σύγχρονους οικονομικούς κολοσσούς. Παίζουμε θέατρο, όταν προσποιόμαστε ότι ενδιαφερόμαστε για την δικαιοσύνη και την ισότητα, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε οι πιο άδικοι και οι μεγαλύτεροι τύραννοι στους γύρω μας. Παίζουμε θέατρο, όταν παρουσιαζόμαστε ότι ενδιαφερόμαστε για τους άλλους και ότι θυσιαζόμαστε γι΄ αυτούς, ενώ επιδιώκουμε την εκμετάλλευση κάθε κατάστασης. Μάθαμε λοιπόν, ως καλόβουλα πειθήνια όργανα, να χρησιμοποιούμε ένα προσωπείο στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Κυρίαρχη θέση στην κοινωνία-θέατρο κατέχουν οι άνθρωποι που ξεγελούν τους διπλανούς τους και πολύ συχνά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Ακόμη μέσα στα εσώψυχα του ανθρώπου διαδραματίζεται συχνά ένας ανελέητος και ακατάπαυστος αγώνας ανάμεσα στην ειλικρινή προσωπικότητα και στην υποκριτική στάση. Ο άνθρωπος με τον υποκριτικό ρόλο που αναλαμβάνει στην κοινωνική ζωή, νομιζόμενος ότι εξυπηρετεί καλύτερα τις κοινωνικές του σχέσεις, στην πραγματικότητα βρίσκεται απομονωμένος μέσα στα τείχη που ο ίδιος έκτισε. Η οχύρωση μέσα στα τείχη αυτής της υποκρισίας-ατομισμού, αποτελεί καθαρά αντικοινωνική στάση. Πρόκειται για την επιτυχία των δαιμονικών δυνάμεων που υποβόσκουν μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος επειδή συχνά δεν είναι σύμφωνος με την προσωπικότητά του, προσπαθεί να την ντύσει με πλασματικά στολίδια, με ανύπαρκτες αρετές και με φανταστικές ικανότητες. Ο άνθρωπος σήμερα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, «κινδυνεύει από τον ίδιο τον παραχαραγμένο εαυτό του, και τα έργα του, που, αντί να αποτελούν συνέχεια του δημιουργικού έργου του Θεού, συμβάλλουν στην αυτοκαταστροφή του» (Ι. Καραβιδόπουλος, Υποκρισία, ένα παθολογικό και αντικοινωνικό φαινόμενο). Η Ορθοδοξία, όμως, προσφέρει απλόχερα και εγκάρδως την δυνατότητα ανάπλασης του ανθρώπου. Ασφαλώς η δυνατότητα αυτή προσφέρεται από τον Θεό, αλλά κατακτιέται από τον άνθρωπο.

Ο Κύριος δίνει προτεραιότητα στο Είναι όταν κηρύττει ότι «Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά». (Μτθ., 6,16-18) Και αλλού ο Κύριος αναφέρει για τους Φαρισαίους «Όλα τα έργα τους τα πράττουν για να κάνουν καλή εντύπωση στους ανθρώπους. Πλαταίνουν τα φυλαχτά τους και φαρδαίνουν τις άκρες από τα ιμάτιά τους. Τους αρέσουν οι καλύτερες θέσεις στα δείπνα και τα πρώτα καθίσματα στη συναγωγή, να τους χαιρετούν με σεβασμό στην αγορά και να τους φωνάζουν οι άνθρωποι δάσκαλέ μου» (Μτθ. 23,5-7). Ως εκ τούτου παίζουμε θέατρο, όταν με τον τρόπο της προσευχής επιδιώκουμε να προσελκύσουμε την προσοχή των άλλων και το χειρότερο επιδιώκουμε να καλύψουμε την ασθένεια της ψυχής. Όταν με το σεμνό σχήμα και το παραπέτασμα της κατηφείας κρύπτουμε «την ενυπάρχουσα» θρασύτητα και τα αίσχη της ψυχής, όπως λέγει ο όσιος Νείλος.

Κάτω από την επιρροή του «θεαθήναι», ο άνθρωπος χάνει την αυτονομία του, αλλοτριώνεται και απομονώνεται τόσο στο ίδιο το πάθος, όσο και σε εκείνα τα στοιχεία που το πάθος έχει ανάγκη, ώστε να τραφεί και να αναπτυχθεί. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει τον ιδιαίτερα τυραννικό χαρακτήρα του πάθους, που το θεωρεί έσχατη και φοβερότατη δουλεία, που καταφέρνει να εξουσιάζει και τις μεγαλύτερες ψυχές. Επιπλέον τον καθιστά εξαρτώμενο από το βλέμμα και την άποψη του άλλου. Τέλος τον υποδουλώνει σε αυτούς που επιδιώκει να αρέσει, επειδή αναμένει τα εγκώμια και τους επαίνους τους. Πόσο δυστυχισμένος είμαι, αλληλογραφεί ο Άγιος Ιωάννης Ερημίτης, ο Θεός με δημιούργησε ελεύθερο, και πάνω μου βαραίνει η κυριαρχία πολλών ανθρώπων, καθώς γίνομαι σκλάβος όλου του κόσμου με την επιθυμία μου να αρέσω σε όλο τον κόσμο.

Τι πιο ωραίο άλλωστε από την απορία, την μελέτη και την έρευνα για όλα όσα μας περιβάλλουν; Μόνο έτσι ο άνθρωπος θα  εκτιμήσει όσα των περιβάλλουν αφού πρώτα από όλα θα κατανοήσει την βαθύτερη τους ουσία. Έτσι θα αγαπήσει και τα ιδιαίτερα του τάλαντα και την μοναδικότητά του. Ασφαλώς μια τέτοια κατάσταση θα ήταν ιδανική και επιθυμητή. Δυστυχώς, όμως, ελάχιστοι είναι αυτοί που αξιοποιούν τον ελεύθερό τους χρόνο σκεπτόμενοι για τα ουσιαστικά πράγματα της ζωής. Οι περισσότεροι είναι αποχαυνωμένοι γύρω από την έντεχνη πλασματική εικόνα που τους πλασάρεται από τους εκάστοτε ειδικούς στον τομέα αυτό. Ως εκ τούτου σκοπός της ζωής τους είναι η κατάκτηση του πολυπόθητου θεαθήναι που γίνεται στην τελική ο απόλυτος δυνάστης. Ας αφουκραστούμε επιτέλους τα λόγια του Κυρίου και όλων των πατέρων της Εκκλησίας, για να πρυτανεύσει σε μας η ουσία, το είναι. Ας αποτάξουμε τα προσωπεία και ας διανθίσουμε τις προσωπικές μας σχέσεις με τα δικά μας ιδιαίτερα γνωρίσματα.         

Λαζάρω Παναγιώτου, φιλόλογος