Κυριακή ΙΔ’ Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. ιη΄ 35-43 (01-12-2019)

Kyriaki Id Louka

Πρωτ. Ευαγόρα Καλλή

 Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὴν Ἱεριχὼ, τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. Καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με· καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με. Σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; Ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. Όταν άκουσε το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος. Τότε εκείνος άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Ιησού Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε κι έδωσε εντολή να τον φέρουν κοντά του. Αυτός πλησίασε, κι εκείνος τον ρώτησε: Τι θέλεις να σου κάνω;» «Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου». Και ο Ιησούς του είπε: «Ν’ αποκτήσεις το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε». Αμέσως ο τυφλός βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Κι όλος ο κόσμος, όταν τον είδε, δοξολογούσε το Θεό.

Σχολιασμός

Κατά την σημερινή Κυριακή, ο ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει την θεραπεία του τυφλού στην Ιεριχώ. Μια μέρα ο Χριστός, ενώ πλησίαζε την Ιεριχώ άκουσε μια φωνή να Τον παρακαλεί : «Ιησού υιέ Δαυίδ ελέησόν με». Ήταν η φωνή ενός τυφλού, που ζητιάνευε, που ζητούσε ελεημοσύνη. Άκουσε, λοιπόν, ο τυφλός θόρυβο από πολύ κόσμο που συνόδευε τον Κύριό μας και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του απάντησαν μερικοί λέγοντάς του ότι περνά ο Ιησούς ο Ναζωραίος. Είχε ακούσει ο τυφλός για τον αναμενόμενο Μεσσία, αφού ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και ανατράφηκε με βάση τον ιουδαϊσμό. Ήξερε ότι θα ερχόταν στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος θα ονομαζόταν Ναζωραίος. Όσα είχε ακούσει τα πίστευε βαθιά μέσα του, τα είχε βάλει μέσα στην καρδιά του. Το μόνο που δεν μπορούσε ήταν να Τον δει, αφού δεν είχε τα μάτια του, δεν είχε το φως, αυτό το πολύτιμο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, που δυστυχώς ενώ πολλοί άνθρωποι έχουν τα μάτια τους τα κάνουν δέκτες της αμαρτίας και εργαλεία του διαβόλου. Οι πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι η αμαρτία εις τον άνθρωπο εισέρχεται «δια των θυρίδων» δηλαδή δια των οφθαλμών και έτσι μολύνεται ο νους του ανθρώπου.

Ο τυφλός αν και δεν μπορούσε να δει το γλυκύτατο πρόσωπο του Χριστού, εν τούτοις όμως μπορούσε να του φωνάξει. Δεν είχε το φως του, είχε όμως φωνή, είχε καρδιά με βαθιά πίστη. Γι’ αυτό και όταν οι παρευρισκόμενοι τον μάλωσαν και του είπαν να σιωπήσει τότε εκείνος με μεγαλύτερη φωνή, φώναξε πιο δυνατά «Ιησού υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Εδώ ο τυφλός ομολογεί τον Χριστό ως άνθρωπο, ότι προέρχεται από την γενιά του Δαυίδ. Αφ’ ενός μεν γνωρίζει ότι Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και αφ’ ετέρου μας λέει ότι όσον αφορά την ανθρώπινη καταγωγή του προέρχεται από τον Δαυίδ.

Ο ζητιάνος τυφλός ζητά από τον Χριστό, που είναι η πηγή του ελέους και της χάριτος, αυτή τη φορά όχι χρήματα, ή τροφές, ή σκέπασμα, ή κάτι άλλο υλικό, αλλά κάτι ανώτερο, το φως, αυτή την μεγάλη ευλογία. Γνωρίζει ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και πιστεύει  ακράδαντα ότι έχει την δύναμη να του δώσει αυτό το δώρο, αφού είναι ο δημιουργός της ζωής.

Όταν, λοιπόν, ο Χριστός άκουσε να Τον φωνάζει, τότε έδωσε εντολή να τον φέρουν μπροστά Του. Ο Κύριός μας, τον ρώτησε σπλαχνικά :  «Τι θέλεις να σου κάνω;». «Κύριε, θέλω να ανοίξουν τα μάτιά μου», του απαντά ο τυφλός Βλέποντας, ο Χριστός το φως της πίστης του, του λέει : «Ανάβλεψε, η πίστη σου σε έσωσε». Τα κλεισμένα μάτια του τυφλού άνοιξαν αμέσως. Γέμισαν με το φως του ήλιου, με τα  χρώματα της φύσης, αλλά συνάμα γέμισαν με δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης προς τον Χριστό, δοξάζοντας τον Θεό.

Ο πρώην τυφλός ζήτησε από τον Ιησού Χριστό έλεος και αυτό βρήκε. Το ερώτημα είναι πώς το ζήτησε; Με φλογερή καρδιά, με δύναμη πίστης, με ταπείνωση. Όλοι μας έχουμε ανάγκη από το έλεος του Σωτήρος μας Χριστού. Ας το ζητήσουμε μ’ αυτή τη μικρή, αλλά παντοδύναμη προσευχή : «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό». Αυτή είναι η  «ευχή» του Ιησού», την οποία οι άγιοι Πατέρες παραγγέλλουν λέμε συχνά για να απαλλαγούμε από την πνευματική μας τυφλότητα. Η αξία της «ευχής» είναι ανυπολόγιστη, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται στενά η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της αμαρτωλότητάς μας. Λέγοντας την «ευχή» ζούμε την μακάρια κατάσταση της ταπείνωσης. Κατά τον Άγιο Μάξιμο ζούμε την διπλή γνώση, τη γνώση της δύναμης του Χριστού και τη γνώση της δικής μας αδυναμίας. Μέσα απ’ αυτή την «ευχή» ο Χριστός μας δίνει την ευλογία Του, την χάρη Του και έτσι ο πιστός χριστιανός γεύεται την γλυκύτητα του ονόματός Του. Αυτή την «ευχή» μπορούμε να την λέμε παντού και πάντοτε.  Γι’ αυτό με βεβαιότητα τονίζουμε, πως λέγοντας αυτή την μικρή, αλλά χαριτωμένη «ευχή» ζούμε το πνεύμα της Ορθόδοξης Παράδοσης. Μ’ αυτή την νοερά, καρδιακή προσευχή, έρχεται στην καρδιά ειρήνη, χαρά, γαλήνη, δύναμη, εγκράτεια, πραότητα, αγάπη και κάθε καρπός του Αγίου Πνεύματος.

Η προσευχή του τυφλού ας γίνει και δική μας προσευχή για να φωτισθούν τα κλεισμένα μάτια της ψυχής μας, για να μπορέσουμε να δούμε το φως του «νοητού» ηλίου, του Χριστού μας. Να δούμε και να κατανοήσουμε τα μυστήρια του Θεού. Το όνομα του Ιησού ας γίνει η αναπνοή μας. Ο Άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης μας προτρέπει : «Ο Ιησούς ας γίνει η γλυκιά μελέτη της καρδιάς σου και ας είναι η διαρκής σκέψη του νου σου … »

«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», όλοι μας έχουμε ανάγκη από το θεϊκό έλεος του σωτήρος μας Χριστού. Και έλεος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έλευση της σωστικής Θείας χάριτος στην καρδιά μας.