Άγιος Βασίλειος «Παιδαγωγός της νεότητας» (1η Ιανουαρίου)

Ο Μέγας ανάμεσα στους Αγίους, Βασίλειος, γεννήθηκε περί το 329 μ.Χ. από πλούσιους και ευγενείς, ευσεβείς και Ορθόδοξους γονείς. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής ρητορικής, ονομαζόταν επίσης Βασίλειος και καταγόταν από τον Πόντο. 
Η μητέρα του, Εμμελεία απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων, καταγόταν από την Καππαδοκία.

Στην οικογένεια εκτός από τον Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά.
Μεταξύ αυτών
ο Γρηγόριος, που έγινε Επίσκοπος Νύσσης (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης),
ο Ναυκράτιος που έγινε ασκητής και θαυματουργός Άγιος,
ο Πέτρος που έγινε Αρχιεπίσκοπος Σεβαστείας και
η Μακρίνα (Οσία Μακρίνα), που η Εκκλησία μας τιμά στις 19 Ιουλίου.

Τα πρώτα γράμματα του τα δίδαξε ο πατέρας του. Ζήτησε να σπουδάσει και την αρχαία ελληνική παιδεία, όταν μεγάλωσε.
Έτσι ο Άγιος πήγε στο Βυζάντιο (Κωνσταντινούπολη), γιατί εκεί ήταν τότε πολλοί σοφοί. Αναζητώντας κάτι περισσότερο ο Βασίλειος, έφτασε στην Αθήνα, όπου βρίσκονταν οι κορυφαίοι σοφοί.
Σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική.
Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα.
Ο σοφός δάσκαλός του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία του Αγίου, και μετά την παραίνεσή του, λέγεται ότι έγινε χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινός ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανός στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356 μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του έγινε καθηγητής της ρητορικής.
Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από τον θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογένειάς του στον Πόντο.

Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι ότι μετά την βάπτισή του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους.

Όταν γύρισε στον Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία.
Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος, πραγματοποιώντας Θεία Βούληση, αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο.
Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού.
Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του, στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης, είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών.
Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. 
Σε μεγάλες επιδημίες που ταλαιπωρούσαν τον λαό, ήταν παρών και βοηθούσε σωματικά και ψυχικά διδάσκοντας την πίστη του Χριστού.
Συμπλήρωσε με ευχές τη Θεία Λειτουργία που ακούμε αυτές τις ημέρες στην εκκλησία και φέρει το όνομά του (Λειτουργία Αγίου Βασιλείου). Έγραψε επίσης πολλά βιβλία και εκφώνησε θαυμάσιους λόγους.

Το πιο σπουδαίο του έργο όμως ήταν η οργάνωση της ελεημοσύνης και
φιλανθρωπίας στην επαρχία του. Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έφτιαξε κοντά στην Καισάρεια ένα ίδρυμα που λειτουργούσε ως νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών, αρρώστων και ξένων.
Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη.
Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου.
Η πόλη αυτή ονομάσθηκε Βασιλειάδα. Η Καισάρεια είχε γίνει μια μεγάλη οικογένεια με πατέρα τον Άγιο Βασίλειο, τον αγαπημένο τους επίσκοπο.

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό
τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών και κηδεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ.
Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1η Ιανουαρίου.
Από το 1081 μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους  θέσπισε ένα κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου τελείται 10 φορές τον χρόνο:
την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του)
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων
τη Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

 

Κλείνοντας τον θαυμαστό βίο του Αγίου Βασιλείου συμπεραίνουμε ότι ο Ορθόδοξος Άγιος Βασίλειος απέχει πάρα πολύ από τον σύγχρονο εμπορευματοποιημένο Άη – Βασίλη, τον οποίο οι σύγχρονες υπερκαταναλωτικές κοινωνίες προωθούν, έχοντας ως αυτοσκοπό την επιδίωξη του κέρδους και τη δημιουργία ενός ψεύτικου υλικού ευδαιμονισμού. Τα θύματα της τάσης αυτής είναι κυρίως τα παιδιά, τα οποία δεν έχουν αναπτύξει ακόμα την κριτική σκέψη τους και δεν χαρακτηρίζονται από ερευνητική διάθεση. Όντας αθώα και αγνά υιοθετούν την αξία του δυτικού προτύπου του Άη-Βασίλη, η οποία τους υπόσχεται έναν κόσμο γεμάτο δώρα και υλικές απολαύσεις, και αγνοούν εντελώς το νόημα και τον ρόλο του Ορθόδοξου Χριστιανικού Αγίου Βασιλείου, του Αγίου που επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στη φιλανθρωπία, τον αλτρουισμό και την αλληλεγγύη, στη συμπαράσταση των φτωχών και πονεμένων ανθρώπων.

Ας βάλουμε τα φετινά Χριστούγεννα όλοι μας ένα μικρό λιθαράκι και ας προσπαθήσουμε να ανατρέψουμε τη λανθασμένη αυτή αντίληψη που δημιουργείται στα παιδιά για τον μεγάλο αυτό Άγιο της Χριστιανοσύνης μας. Είναι χρέος μας να δημιουργήσουμε στα παιδιά το σωστό πρότυπο και κυρίως να μιμηθούμε τη φιλάνθρωπη και αλτρουιστική δράση του Αγίου Βασιλείου στον βαθμό που ο καθένας μας μπορεί. Ο πραγματικός Άγιος Βασίλειος φέρνει ευλογία, όχι παιχνίδια. Δεν είναι Άγιος του εμπορίου, αλλά του παραδείσου! Αν κατανοήσουμε αυτό όλοι μας, τότε μόνο το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων θα γίνει πράξη περισσότερο από κάθε άλλη φορά…

Συγγραφή: Μαριλένα Κοντογιώργη (φιλόλογος)

Επιμέλεια: Ρένος Κωνσταντίνου (θεολόγος)