Σημαντικά ευρήματα στις ανασκαφές στο Μοναστήρι Αγίας Νάπας

A View Of The Agia Napa Monastery 0
Λείψανα, αρχαία νομίσματα και πήλινα αντικείμενα διαφορετικής τεχνοτροπίας από αυτήν της Κύπρου, εντοπίστηκαν κατά τις ανασκαφές που γίνονται στο Μοναστήρι της Αγίας Νάπας, στο πλαίσιο των εργασιών της αποκατάστασης, ανάδειξης και προβολής του.
 
Οπως ανέφερε στο ΚΥΠΕ ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασίλειος, «από την ίδρυση της Μητρόπολης το 2007, είχε αποφασιστεί ότι το Μοναστήρι της Αγίας Νάπας, που λειτουργούσε ως Συνεδριακό Κέντρο, έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την ανάδειξη και του μνημείου αλλά και του πολιτισμού μας». Το έργο της αποκατάστασης, ανάδειξης και προβολής του Μοναστηριού άρχισε πέρσι στις αρχές καλοκαιριού και για τον καταρτισμό του προγράμματος συνεργάζονται με το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το Freie Universitet.
 
Πρόσθεσε ότι το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο «διενεργεί μελέτες για τη Μονή, δηλαδή ιστορία, αρχαιολογία, αρχιτεκτονική και ό,τι άλλο μπορεί να περιλάβει η μελέτη, η οποία επεκτείνεται και στις γύρω περιοχές. Ακόμα, θα γίνει ιστορική και αρχαιολογική σύγκριση του κτηρίου της Αγίας Νάπας, με περίπου αντίστοιχα κτίσματα που βρίσκονται στην Παλαίπαφο, τη Ρόδο και την πόλη Βίβλο του Λιβάνου, συλλέγοντας ταυτόχρονα πληροφορίες και για το Μοναστήρι».
 
Εξήγησε ότι με την έναρξη των εργασιών στο Μοναστήρι, που γίνονται υπό την επίβλεψη του Τμήματος Αρχαιοτήτων «ήταν δεδομένο ότι θα εντοπίζονταν αρχαιολογικά ευρήματα. Η Μονή είναι κτίσμα του 14ου ή 15ου αιώνα, αλλά τα ευρήματα που βρίσκουμε τώρα είναι αρχαιότερα. Μάλιστα, σε αρκετά σημεία φαίνεται ότι το υπάρχον κτίριο, ανεγέρθηκε αφού αφαιρέθηκαν παλαιότερα κτίσματα, αφού φάνηκαν οι θεμελιοί παλαιότερου κτίσματος, το οποίο εικάζουμε ότι καταστράφηκε από πυρκαγιά γιατί υπάρχουν κάποια σημεία φωτιάς».
 
Η χρήση του χώρου, σημείωσε «ήταν συνεχής, αφού βρήκαμε ένα στρώμα του 13ου, δεύτερο στρώμα του 14ου αιώνα και ούτω καθ’ εξής, φτάνοντας έτσι στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ υπάρχει φωτογραφία, στην οποία φαίνεται ότι στον χώρο υπάρχουν στάβλοι. Οι ανασκαφές έχουν φτάσει μέχρι τον βράχο, δηλαδή τον 13ο – 14ο αιώνα και τα ευρήματα που εντοπίστηκαν μέχρι σήμερα, μας δίνουν νέα στοιχεία για να μελετήσουμε ξανά την ιστορία της Μονής».
 
Ο Μητροπολίτης είπε, επίσης, ότι ζήτησε «από τους αρχαιολόγους να συνεχιστούν οι ανασκαφές στο Μοναστήρι για να δούμε κατά πόσον ο χώρος ήταν εκκλησία», αφού όπως εξήγησε «πριν την ανάπτυξη της Αγίας Νάπας ολόκληρη η περιοχή ήταν γεμάτη με σπήλαια όπου έμεναν μοναχοί και ασκητές. Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει και το κύριο κτίσμα της Εκκλησίας, δηλαδή το καθολικό που συγκεντρώνονταν οι μοναχοί για να κάνουν τη λειτουργία της Κυριακής και να κοινωνήσουν».
 
Στον χώρο που γίνονται οι ανασκαφές, ανέφερε «φαίνεται να υπάρχει εκκλησία που βρίσκεται δίπλα από το Μοναστήρι στον χώρο που είναι οι ξενώνες. Από τις ανασκαφές φάνηκαν πολύ μικρά κελιά μοναχών, εντοπίστηκαν ένα δωμάτιο σοβατισμένο και άλλα ευρήματα συνεχούς χρήσης, δηλαδή ολόκληρα ή θραύσματα από πήλινα αντικείμενα διαφόρων εποχών, τα οποία μας οδηγούν μέχρι τη σύγχρονη εποχή».
 
Σε σχετική ερώτηση, ο Κωνσταντίας Βασίλειος απάντησε πως «τα ευρήματα φτάνουν μέχρι τη λατινική ή και την περίοδο πριν τη λατινική. Τα πήλινα δοχεία και τα θραύσματα που εντοπίστηκαν, θεωρούνται πολύ σημαντικά για τη μελέτη της ιστορίας αφού θα μας απαντήσουν στο ερώτημα πότε και για ποιο σκοπό χρησιμοποιούνταν».
 
Ερωτηθείς κατά πόσον στις ανασκαφές έχουν εντοπιστεί εκκλησιαστικά αντικείμενα όπως σταυροί, ο Μητροπολίτης απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε πως «σε είσοδο που βρίσκεται δίπλα σ’ αυτήν που κατεβαίνουμε μέσα στην εκκλησία, έχουν εντοπιστεί λείψανα και αυτό καταδεικνύει ότι από ένα σημείο και μετά, ο χώρος άρχισε να χρησιμοποιείται ως κοιμητήριο. Το πρώτο εύρημα ήταν λείψανα τριών νέων ανθρώπων, μέχρι 18 χρόνων και μάλιστα δεν ήταν θαμμένα κανονικά, αλλά ήταν θαμμένα βιαστικά σαν ομαδικός τάφος».
 
Το περίεργο συνέχισε «είναι ότι αυτοί οι σκελετοί βρέθηκαν πάνω από άλλα ανθρώπινα λείψανα ηλικιωμένων ατόμων, περιλαμβανομένης και μίας γυναίκας, που ήταν θαμμένα κανονικά. Μπορεί ο χώρος να ήταν χώρος ταφής μοναχών, ενώ υποθέτουμε ότι πιθανόν το Μοναστήρι να λειτουργούσε και ως γυναικείο, αφού φαίνεται ότι ανάλογα με τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, άλλαζε ενοίκους και γινόταν πότε ανδρικό και πότε γυναικείο».
 
Ανέφερε ακόμα ότι «κάτω από τα λείψανα ενός ατόμου εντοπίστηκε σταυρουδάκι, ενώ στα άλλα δύο λείψανα βρέθηκαν φυλακτά. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι χρυσός, αλλά παραλήφθηκαν από τους ειδικούς ώστε να γίνουν οι απαραίτητες έρευνες για εντοπισμό του υλικού κατασκευής τους. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι παρά τη βεβιασμένη ταφή τους, από τα πτώματα δεν αφαιρέθηκαν τα φυλακτά».
 
Σημείωσε πως «αυτό που ερευνούν τώρα οι αρχαιολόγοι, είναι να εντοπιστεί η αιτία θανάτου τους, δηλαδή εάν πέθαναν από κάποια μολυσματική ασθένεια ή εάν ο θάνατός τους ήταν βίαιος. Κατά τον ίδιο τρόπο βρέθηκε και ένα πιο μεγάλο «βουνάρι», ομαδικός τάφος, και ζήτησα από το Τμήμα Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γενετικής, να χρονολογήσουν τα λείψανα ώστε να μάθουμε μεταξύ άλλων και την αιτία θανάτου τους», αφού, όπως εξήγησε, «είναι σίγουρο ότι τα λείψανα ανήκουν την περίοδο της τουρκοκρατίας».
 
Αναφορικά με τα πήλινα αντικείμενα που εντοπίστηκαν, ο Μητροπολίτης είπε πως «μεταξύ αυτών υπήρχαν κάποια πήλινα αντικείμενα τα οποία εισάγονταν από τη Μαγιόρκα και βρέθηκαν σ’ αυτούς τους τάφους. Οι αρχαιολόγοι γνωρίζουν ποια εποχή γινόταν εισαγωγή αυτών των πήλινων αντικειμένων που φαίνεται να έχουν τα έντονα χρώματα που χρησιμοποιούν οι Κινέζοι, αφού σ’ αυτά εντοπίστηκε έντονο μπλε χρώμα».
 
Σημείωσε, ακόμα, πως «το περίεργο με αυτά τα αντικείμενα είναι ότι η Κύπρος κατασκεύαζε πήλινα δοχεία και φαίνεται να γινόταν τότε εμπόριο πήλινων αντικειμένων, αλλά όχι της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας. Στις ανασκαφές εντοπίστηκαν, επίσης, και νομίσματα διαφόρων εποχών τα οποία θα βοηθήσουν στην μελέτη της ιστορίας της περιοχής».
 
Σε άλλη ερώτηση, ο Μητροπολίτης απάντησε πως «προσωπικό του Freie Universitet του Βερολίνου πηγαινοέρχεται στην περιοχή παρακολουθώντας τις ανασκαφές. Το Πανεπιστήμιο θα αναλάβει επίσης τη συντήρηση των αρχαίων αντικειμένων που εντοπίστηκαν ώστε να εκτεθούν αργότερα στο Μουσείο που θα γίνει».
 
Όσον αφορά στη χρηματοδότηση των ανασκαφών, είπε ότι «αυτή γίνεται με κρατικούς εθνικούς πόρους, ωστόσο για να έχουμε τη συγκεκριμένη χρηματοδότηση, έπρεπε να υπάρχει ένας δημόσιος φορέας και αυτός είναι ο Δήμος Αγίας Νάπας. Κανονικά ο Δήμος θα πρέπει να δώσει ένα ποσοστό περίπου 20%, ωστόσο η Αγία Νάπα δεν περιορίζεται μόνο στη χρηματική συμβολή» ανέφερε και σημείωσε πως «οι υπηρεσίες του Δήμου εργάζονται συνεχώς, ο αρχιτέκτονας και άλλοι υπάλληλοι αλλά και εργάτες συνεργάζονται με το Τμήμα Αρχαιοτήτων και με τον εργολάβο, συμβάλλοντας έτσι και πρακτικά».
 
Ο Μητροπολίτης εξέφρασε ευχαριστίες «στον Δήμαρχο Αγίας Νάπας Γιάννη Καρούσο, όσο και όλους εκείνους που συμβάλουν με κάθε τρόπο στην ολοκλήρωση του έργου, αφού επιδίωξή μας είναι να δώσουμε στους Κύπριους και τους ξένους επισκέπτες, ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας και του πολιτισμού μας της Κύπρου. Πρέπει να δώσουμε πολιτισμό, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι είμαστε πλούσιοι στον πολιτισμό, εντούτοις αδυνατούμε να τον αναδείξουμε».