Άγιος Επιφάνιος Κωνσταντίας και το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου

Κώστας Ν. Κωνσταντινίδης

Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος καὶ τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου

Πανιερώτατε, ἅγιε Κωνσταντίας καὶ Ἀμμοχώστου, κ.κ. Βασίλειε,

Κύριοι ἐκπρόσωποι τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχῶν,

Σεβαστοὶ πατέρες,

Κυρίες καὶ Κύριοι,

Εἰσαγωγὴ

Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη τιμὴ γιὰ μένα ἡ πρόσκληση να μιλήσω στὸ Σαλαμίνιο Ἐλεύθερο Πανεπιστήμιο Ἀμμοχώστου, στὴν κατακλεῖδα τῶν ἐφετινῶν ἐκδηλώσεων γιὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, προστάτη καὶ ὀρθοστάτη τῆς μητροπόλεως Κωνσταντίας καὶ Ἀμμοχώστου. Ἀπρόβλεπτες περιστάσεις μοῦ στεροῦν τὴ φυσικὴ παρουσία στὴν ἀγαπημένη πόλη τοῦ Παραλιμνίου. Ὀφείλω λοιπὸν χάριτας στὸν Πανιερώτατο, ὁ ὁποῖος προσεφέρθη νὰ ἀνακοινώσει τὴν διάλεξή μου στὴν ἀποψινὴ πανηγυρικὴ ἐκδήλωση.

Ἐπιτρέψατέ μου, ἀγαπητοὶ κάτοικοι τῆς κατεχόμενης Ἀμμοχώστου καὶ τῶν λοιπῶν ἐλεύθερων καὶ μὴ κοινοτήτων τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας, τοῦ Παραλιμνίου καὶ τῆς Ἁγίας Νάπας, τῆς Σωτήρας και τοῦ Λιοπετρίου, νὰ ἐπικοινωνήσω ἀπόψε μαζί σας σὲ γλῶσσα ἁπλῆ, ἐπιχειρῶντας μὲ τὶς μικρές μου δυνάμεις νὰ μιμηθῶ τὴν κοινὴ γλῶσσα του τιμωμένου μεγάλου ἱεράρχη τῆς Κωνσταντίας. Τὸ θέμα μου: “Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος καὶ τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου”, θὰ ἔχει δύο κύριους ἄξονες: α. τὸν ἅγιο τῆς Σαλαμῖνος – Κωνσταντίας Ἐπιφάνιο καὶ β. τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

* * *

Θὰ ἀναφερθοῦμε ὅμως πρῶτα ἐν συντομίᾳ στὴν πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ κατάσταση στὴν Κύπρο κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες.

Τὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ χριστιανισμοῦ δέχθηκαν οἱ κάτοικοι τῆς Κύπρου ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Βαρνάβα τὸ ἔτος 45 μ.Χ. Ἡ ἀποστολὴ αὐτὴ μαρτυρεῖται στὶςΠράξεις τῶν Ἀποστόλων (κεφ. ΙΓ, 5-12), ὅπου μνημονεύεται καὶ ἡ τύφλωση τοῦ μάγου Ἐλύμα στὴν Πάφο καὶ ἡ μεταστροφὴ στὸν χριστιανισμὸ τοῦ Ρωμαίου ἀνθυπάτου Σεργίου Παύλου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συντέλεσε στὴν ἐπιτυχία τῆς διδασκαλίας τῶν δύο ἀποστόλων καὶ στὴ γρήγορη ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ στὴ  νῆσο.

Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν ἀποστολὴ αὐτὴ καὶ γιὰ μία δεύτερη τοῦ Βαρνάβα μὲ τὸν Μᾶρκο μᾶς παρέχουν ἄλλες πηγές, ὅπως τὸ ἐγκώμιο τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, ποὺ ἐγράφη ἀπὸ τὸν Κύπριο μοναχὸ Ἀλέξανδρο, καθὼς καὶ τὸ ἔργο Acta et passio Barnabae, δηλαδὴ οἱ Περίοδοι καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἔργο ἀγνώστου Κυπρίου τοῦ 5ου ἢ 6ου αἰῶνος. Μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτὰ λαμβάνουμε πληροφορίες γιὰ τὴν ἀνάδειξη ἐπισκόπων, ὅπως ὁ Ἡρακλείδης. ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς νήσου, τὴν ἵδρυση ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀκμαία τότε λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Πάφο. Εἶναι στὴν δεύτερη ἀποστολὴ στὴ νῆσο ποὺ ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας ἔπεσε θῦμα τῶν Ἰουδαίων τῆς Σαλαμῖνος, ποὺ ἦταν καὶ ἡ ἰδιαίτερη του πατρίδα, οἱ ὁποῖοι ἐθανάτωσαν τὸν ἱδρυτὴ καὶ προστάτη τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Ἡ Κύπρος δὲν ἀπέφυγε τοὺς διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν καὶ στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, τοῦ θαυματουργοῦ ἐπισκόπου τῆς Τριμιθοῦντος ἀναφέρεται ὅτι καταδικάστηκε σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα σὲ μεταλλεῖα κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ ρωμαίου αὐτοκράτορος Γαλερίου. Ἀκόμη ὁ Θεόδοτος, ἐπίσκοπος Κυρηνείας, βασανίστηκε τότε ἀπὸ τὸν διοικητὴ τῆς Κύπρου Σαβῖνο.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος ἔχουμε σαφεῖς πληροφορίες γιὰ τὴν ὀργάνωση ἐπισκοπῶν στὴ νῆσο. Ἔτσι στὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνεκλήθη ἀπὸ τὸν Μεγάλο Κωνσταντῖνο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας καὶ ὅπου καταδικάστηκε ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, μετεῖχαν τρεῖς ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴν Κύπρο: ὁ Κύριλλος Πάφου, ὁ Γελάσιος Σαλαμῖνος καὶ ὁ Σπυρίδων Τριμιθοῦντος. Παρόλο ποὺ τὸ ὄνομα τοῦ τελευταίου ἀπουσιάζει ἀπὸ τοὺς ἐλλιπεῖς Καταλόγους τῆς Συνόδου, στὸν Βίο του ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες πηγὲς καὶ μία μακρὰ σχετικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἐκτείνεται καὶ στὴ χριστιανικὴ τέχνη, μιλοῦν γιὰ τὴν ἐνεργὸ καὶ θαυματουργὸ παρουσία τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Ὁ Σπυρίδων μαζὶ μὲ μία ἰσχυρὴ Κυπριακὴ ἀντιπροσωπεία ἔλαβαν μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς τοῦ 343/344. Στὴ Σύνοδο αὐτὴ συμμετεῖχαν δώδεκα ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴν Κύπρο, χωρὶς νὰ ἀναφέρονται οἱ ἐπισκοπές τους τόσο στὸ ἑλληνικὸ ὅσο καὶ στὸ λατινικὸ κείμενο τῶν Πρακτικῶν τῆς Συνόδου. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὸν θαυματουργὸ Σπυρίδωνα μποροῦμε νὰ ταυτίσουμε τὸν Τριφύλλιο, τὸν λόγιο ἐπίσκοπο Λήδρας, ποὺ ὑπῆρξε πνευματικὸ τέκνο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος καὶ γνωρίζουμε ὅτι συνέταξε λόγιο ἔμμετρο Βίο του σὲ ἰαμβικοὺς τριμέτρους στίχους, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, δὲν μᾶς ἔχει σωθεῖ.

          Ἡ μεγάλη αὐτὴ συμετοχὴ Κυπρίων ἐπισκόπων στὶς δύο αὐτὲς Συνόδους, εἶναι ἰσχυρὴ ἔνδειξη γιὰ τὴν ραγδαία ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ στὴ νῆσο κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος.

Σύμφωνα μὲ τοπικὴ παράδοση ποὺ διασώθηκε στὸν Κύπριο χρονικογράφο τοῦ 15ου αἰῶνος Λεόντιο Μαχαιρᾶ, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα Κυπριακὸ χειρόγραφο τοῦ 16ου αἰῶνος, τὸ ὁποῖο σήμερα βρίσκεται στὴ Βρετανικὴ Βιβλιοθήκη (British Library, Additional 34,554, φφ. 170r-186v), ἡ ἁγία Ἑλένη πέρασε ἀπὸ τὴν Κύπρο δύο φορές, καθ᾽ ὁδὸν καὶ ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, περὶ τὸ 326/327. Ἵδρυσε μάλιστα κατὰ τὴν ἐπιστροφή της τὴ μονὴ Σταυροβουνίου καὶ τὴν ἐκκλησία τῆς Τόχνης, ὅπου καὶ ἄφησε τμήματα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὁπωσδήποτε ἡ παράδοση αὐτὴ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῆς ἁγίας Ἑλένης στὴν Κύπρο, ποὺ στηρίζεται σὲ μεταγενέστερες πηγές, φανερώνει τὴν προσπάθεια συσχέτισης τῆς νήσου μὲ τὸν πρῶτο χριστιανὸ αὐτοκράτορα, τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο.  Συγχρόνως ὅμως τῆς προσέδιδε μέγιστη τιμὴ μὲ τὴν ἵδρυση ἐκκλησιῶν, ὅπου ἐναπετέθησαν ἱερὰ ἅγια λείψανα ἀπὸ τὴν ἰσαπόστολο Ἑλένη. Παράλληλα τόνιζε τὴν σπουδαιότητα τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἀντιμετώπιζε προβλήματα ἀπὸ γειτονικὲς Ἐκκλησίες.

 Ἐὰν ἡ ἐπίσκεψη τῆς ἁγίας Ἑλένης στὴν Κύπρο βοήθησε στη διάδοση τῆς νέας θρησκείας, ἡ μορφὴ ποὺ συντέλεσε ἀποφασιστικὰ στην ὁριστικὴ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ στὴ νῆσο εἶναι ὁ μητροπολίτης Σαλαμῖνος-Κωνσταντίας Ἐπιφάνιος.

Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀναφερθῶ ἐκτενέστερα στὸν μέγα Ἐπιφάνιο, ἀφοῦ ἡ σημερινὴ ὁμιλία ἀποτελεῖ καὶ τὴν κατακλεῖδα τῶν ἐκδηλώσεων κατὰ τὴν ἡμέρα μνήμης τοῦ θαυματουργοῦ καὶ προστάτη ἁγίου τῆς μητροπόλεως Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου.

* * *

Ὀρθὰ διατυπώθηκε ἡ θέση ὅτι: “καμία μελέτη τῆς πρώιμης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας δὲν εἶναι πλήρης χωρὶς ἐκτενῆ ἀναφορὰ στὴ δράση καὶ τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, μητροπολίτου Σαλαμῖνος-Κωνσταντίας τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸ 367 μέχρι τὸ 403”. Ἡ δυναμικὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀνδρὸς στὰ δρώμενα τῆς Ἐκκλησίας, τόσο στὸν χῶρο τῆς ἑλληνιστικῆς Ἀνατολῆς, ὅσο καὶ στὴ Ρώμη καὶ τὴν ἀνερχόμενη Κωνσταντινούπολη, ἄφησαν ἀνεξίτηλη τὴ σφραγῖδα του καὶ ζωηρὴ τὴν ἀνάμνησή του στὴν ἑνιαία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πλούσιο συγγραφικό του ἔργο, τὸ ὁποῖο συνέθεσε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακρᾶς ἀρχιερατείας του στὸν μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Κύπρου, διαδόθηκε, μελετήθηκε καὶ μεταφράσθηκε νωρὶς στὶς βασικὲς γλῶσσες τῆς χριστιανικῆς Οἰκουμένης.

Ἂς δοῦμε ὅμως σύντομα τὸν Βίο τοῦ ἐπιφανοῦς ἱεράρχη ποὺ κόσμησε καὶ ἀνέδειξε τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, τὴν ὁποία καὶ διακόνησε ἐπὶ τριάντα ἕξι ἔτη.

Γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου διαθέτουμε σύγχρονες πηγές, ὅπως οἱ ἱστορικοὶ τῆς Ἐκκλησίας Σωζομενὸς καὶ Σωκράτης, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος καὶ ὁ Παλλάδιος τῆς Ἑλενουπόλεως. Ὁ Βίος τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, παρότι φαίνεται νὰ ἀντλεῖ ἀπὸ ἕνα πυρήνα ὑλικοῦ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τοὺς μαθητές του Ἰωάννη καὶ Πολύβιο, ἐπίσκοπο Ρινοκουρούρων, ἀλλὰ καὶ ἐπιστολὲς ποὺ ἀντάλλαξαν ὁ μαθητὴς καὶ διάδοχός του στὸν θρόνο τῆς Κωνσταντίας Σαβῖνος μὲ τὸν Πολύβιο, συμπληρώθηκε ἀπὸ κάποιον ἀνώνυμο καὶ διαμορφώθηκε ἀργότερα μὲ τὴν ἔνταξη πολλῶν διηγήσεων γιὰ τὴ θαυματουργό του δράση, καὶ χρονολογεῖται σήμερα ἀπὸ τὴν Καθηγήτρια Claudia Rapp, κατ’ ἐξοχὴν ἐρευνήτρια τοῦΒίου, στὰ τέλη τοῦ πέμπτου ἢ καὶ στὸν ἕκτο αἰῶνα. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν Βίο συμπληρωματικά, διασταυρώνοντας τὸ πλούσιο περιεχόμενό του μὲ τὶς ἄλλες βασικές μας πηγές. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς συντομευμένες παραλλαγὲς τοῦΒίου καὶ γιὰ τὸ Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως, τὰ ὁποῖα καὶ ὑπαινίσσονται μεταφορὰ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου στὴ βυζαντινὴ πρωτεύουσα, πιθανὸν κατὰ τὸν δέκατο αἰῶνα, καὶ τὴ φύλαξή τους εἰς τὸν ἅγιον αὐτοῦ ο͂κον, πλησίον τοῦ εὐκτηρίου τοῦ ἁγίου Φιλήμονος ἐν τͅ Στρατηγίῳ.

Ὁ Ἐπιφάνιος δὲν ἦτο Κύπριος. Ἐγεννήθη ἐν τῇ περιοικίδι τῆς Ἐλευθεροπόλεως τῆς Παλαιστίνης περὶ τὸ 310-320 καὶ κατήγετο ἀπὸ ταπεινὴ οἰκογένεια Ἰουδαίων ἀγροτῶν. Σὲ νέα ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸν χριστιανισμὸ καὶ ἔγινε στὴ συνέχεια μοναχὸς καὶ ἀσκητὴς στὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Αἴγυπτο. Ἐκεῖ φαίνεται ὅτι γνώρισε καὶ μαθήτευσε πλησίον τοῦ θεμελιωτῆ τοῦ Παλαιστινιακοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου Ἱλαρίωνος καὶ συνδέθηκε μαζί του μὲ ἰσόβια πνευματικὴ φιλία.

Εἶχε ἤδη προηγηθεῖ ἡ ἄσκηση τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ τοῦ Παχωμίου στὴν Αἴγυπτο καὶ οἱ ἀναχωρητές, ἀλλὰ καὶ τὰ ὀργανωμένα μοναστικὰ κοινόβια ἐξαπλώνονταν ταχύτατα στὴν Αἴγυπτο καὶ ἀκολούθως στὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία, τὴ Μεσοποταμία καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἀνεξιθρησκείας, προπάντων ὅμως ἡ Α ́ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 325 ὁδήγησαν στὴν ταχεῖα διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ στὶς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν Κύπρο, ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειραν οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας ἐπρόκειτο νὰ ἀποδώσει καρποὺς καὶ τὸ μαρτύριον τοῦ Βαρνάβα ἔξω ἀπὸ τὴ Σαλαμῖνα ἐπέπρωτο νὰ καθαγιάσει τὴν πόλη. Ἀκόμη ἡ ἀποτυχημένη ἐπανάσταση τῶν πολυπληθῶν Ἰουδαίων, τὸ 115/16 μ.Χ. κατέληξε στὴν ἐκδίωξή τους ἀπὸ τὴ νῆσο, καὶ ἄνοιξε ἔτσι τὸ πεδίο γιὰ τὴ ραγδαία ἐξάπλωση τῆς διδασκαλίας τοῦ ταπεινοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ.

Μετὰ τὴν ἐπάνοδό του στὴν Παλαιστίνη, πιθανὸν εἰκοσαετής, ἵδρυσε ὁ Ἐπιφάνιος δική του μονὴ πλησίον τῆς γενέτειράς του, γιὰ τὴν ὁποία συνέχισε νὰ ἐπιδεικνύει ἐνδιαφέρον καὶ νὰ τὴν ἐπισκέπτεται, ὅπως συνέβη τὸ 394. Ὅπως καὶ γιὰ τὰ παιδικά του χρόνια, τὴν παιδεία καὶ τὴν ἄσκησή του, ἔτσι καὶ γιὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ζωῆς του μέχρι τὴν ἐγκατάστασή του στὴν Κύπρο οἱ πηγές μας εἶναι φειδωλές.

Στὴν Κύπρο μετέβη περὶ τὸ 367 γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν πνευματικό του πατέρα Ἱλαρίωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποσυρθεῖ ἐκεῖ σὲ σπήλαιο στὴν περιοχὴ τῆς Πάφου. Τὴν ἐκλογὴ τοῦ δοκίμου ἀσκητῆ στὸν μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Σαλαμῖνος πού, μετὰ τὴν ἀνοικοδόμησή της ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιο ὕστερα ἀπὸ τὸν καταστροφικὸ σεισμὸ τοῦ 342, μετονομάσθη σὲ Κωνσταντία καὶ κατέστη πρωτεύουσα τῆς νήσου, παρακολουθοῦμε μέσα ἀπὸ τὸν Βίο καὶ βεβαιώνουμε ἀπὸ τὸ κείμενο τῶν Πρακτικῶν τῆς Τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου τοῦ 431. Ὁ Βίος μᾶς παραδίδει τὴ μὲ θεία παρέμβαση ἐπιλογή του ἀπὸ τὸν ὅσιο ἐπίσκοπο Χύτρων Πάππο καὶ τὴν ἐνθρόνισή του στὸν κενὸ θρόνο τοῦ μητροπολίτου τῆς νήσου. Στὰ Πρακτικὰ τῆς Γ ́ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ Κύπριοι ἐπίσκοποι βεβαιώνουν τὴν ἐκλογή του σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία συνήθεια ἀπὸ τὴν τοπικὴ Σύνοδο τῶν ἐπισκόπων τῆς νήσου. Ἡ δεύτερη αὐτὴ ἐπίσημη θέση φαίνεται νὰ ἀποδίδει ὀρθότερα τὰ πραγματικὰ γεγονότα ποὺ λαμβάνουν χώραν στὴν Κωνσταντία τὸ 367. Δὲν θὰ πρέπει, ὅμως, νὰ ἀποκλεισθεῖ ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ ἀσκητῆ Ἱλαρίωνος στὴ διαδικασία ἐπιλογῆς τοῦ Ἐπιφανίου γιὰ τὴν κατάληψη τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντίας.

Ἡ ἀνάδειξη στὸν μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Κύπρου τοῦ δυναμικοῦ Ἐπιφανίου ἀπεδείχθη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀπόψεις ὡς ἡ πλέον ἐνδεδειγμένη. Μετέφερε στὴ νῆσο τὸ ἀσκητικὸ ἰδεῶδες καὶ φαίνεται ὅτι λειτούργησε ἀποφασιστικὰ στὴν ὀργάνωση τοῦ μοναστικοῦ βίου στὴν Κύπρο. Στὸν Βίο του μνημονεύονται μονὲς στὴν περιοχὴ τῆς Σαλαμῖνος, ἐνῶ ἀπὸ ἄλλες πηγὲς πληροφορούμαστε γιὰ τὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου στὸ Ἀκρωτήρι, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς μονὲς ποὺ κατὰ τὴν παράδοση ἵδρυσε στὴ νῆσο ἡ ἰσαπόστολος Αὐγούστα Ἑλένη.

Φαίνεται, ἀκόμη ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος κατὰ τὴ μακρὰ θητεία του στὸν μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Κύπρου, μὲ τὴ συνδρομὴ καὶ τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου Α ́, ἐπέβαλε τὸν ὁριστικὸ ἐκχριστιανισμὸ τῆς νήσου καὶ τὴν καταπολέμηση καὶ ἐκδίωξη τῶν τελευταίων αἱρετικῶν καὶ παγανιστικῶν καταλοίπων.

Τὸ γεγονὸς τῆς συνήθως ἐτήσιας ἢ διετοῦς θητείας τοῦ πολιτικοῦ διοικητῆ, τοῦ ὑπατικοῦτῆς νήσου, ὁ ὁποῖος ἀπεστέλλετο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, ὁδήγησε στὴν ἀναβάθμιση τοῦ ρόλου τῶν τοπικῶν ἐπισκόπων καὶ μάλιστα τοῦ μητροπολίτου τῆς Κωνσταντίας. Στὸν μητροπολίτη κατέφευγαν οἱ πιστοὶ σὲ περιόδους ἀνομβρίας καὶ σιτοδείας, ἀκόμη καὶ γιὰ ἐπίλυση καθημερινῶν προβλημάτων. Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου φανερώνει τὴν ἀσκητική του ἁπλότητα, τὴν καθημερινή του μέριμνα γιὰ τοὺς ἀδυνάτους, τὴ θαυματουργὸ δράση του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀφοσίωση τοῦ ποιμνίου του πρὸς τὸν ἱεράρχη. Ὁ Ἐπιφάνιος ἔθεσε τὸ παλαιστινιακὸ ἀσκητικὸ πρότυπο τοῦ μητροπολίτου τῆς νήσου γιὰ τοὺς διαδόχους του.

Ὁ Ἐπιφάνιος δὲν περιορίστηκε στὰ στενὰ ὅρια τῆς νήσου καὶ πολὺ γρήγορα ἡ φήμη του διεδόθη σὲ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο. Οἱ τριαδικὲς καὶ ἄλλες αἱρέσεις ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἑνιαία Ἐκκλησία καὶ θὰ ἐπιλυθοῦν μὲ σειρὰ συνόδων ἀποτελοῦν κύριο μέλημα τοῦ μητροπολίτου τῆς Κύπρου. Ἔτσι θὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ λάβει μέρος στὴν Β ́ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 381. Ἡ ἀπουσία τῆς ὑπογραφῆς του ἀπὸ τὰ οὕτως ἢ ἄλλως ἐλλιπῆ ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Συνόδου, τὰ ὁποῖα καὶ ὑπογράφουν οἱ Πάφου Ἰούλιος, Τριμιθοῦντος Θεόπομπος, Ταμασοῦ Τύχων καὶ Κιτίου Μνημόνιος, ὁδήγησαν τοὺς μελετητὲς σὲ διαφορετικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴ συμμετοχή του στὴ Σύνοδο. Ὁ προσεκτικὸς ἀγγλικανὸς στρατιωτικὸς ἱερέας John Hackett, ποὺ μᾶς ἄφησε τὴν ἀκόμη χρήσιμη Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ὑποστηρίζει εὐλόγως ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος ἀπεχώρησε ἀπὸ τὴ Σύνοδο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ὑπογραφὴ τῶν Πρακτικῶν γιὰ νὰ συμμετάσχει σὲ σύνοδο ποὺ συγκάλεσε ὁ πάπας Δάμασος στὴ Ρώμη, τὸ 382, γιὰ καταδίκη τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀπολλιναρίου.

Ἡ ἐκρίζωση τῶν αἱρέσεων ἀπετέλεσε κύριο μέλημα τοῦ γέροντος τῆς Κωνσταντίας ποὺ τάχθηκε ἀναφανδὸν κατὰ τῶν ἀπόψεων τοῦ Ὠριγένους. Μάλιστα, μὲ ὑπόδειξη τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας, συγκάλεσε τοπικὴ Σύνοδο τῶν ἐπισκόπων τῆς νήσου, πιθανὸν στὶς ἀρχὲς τοῦ 402, ὅπου καὶ καταδικάστηκαν τὰ συγγράμματα τοῦ Ὠριγένους. Στὸν ἀγῶνα του αὐτὸ κατὰ τοῦ Ὠριγένους ἐπιδίωξε τὴ σύμπραξη τοῦ Ἰωάννου Ἱεροσολύμων. Ἡ σύγκρουση τοῦ Θεοφίλου μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἐνέπλεξε καὶ τὸν Ἐπιφάνιο Κύπρου. Ὁ μητροπολίτης Κωνσταντίας, ποὺ διατηροῦσε καλὲς σχέσεις μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια, ταξίδευσε στὴν πρωτεύουσα καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο νὰ καταδικάσει τὰ ἔργα τοῦ Ὠριγένους. Σύγχρονες πηγὲς καταγράφουν τὴν ἀντιπαλότητα ποὺ ἀναπτύχθηκε τότε μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς προφητικοὺς λόγους ποὺ ἀντάλλαξαν οἱ δύο ἅγιοι, ποὺ προέβλεψαν ὁ μὲν Ἐπιφάνιος ὅτι ὁ Χρυσόστομος δὲν θὰ φθάσει στὸν τόπο τῆς ἐξορίας του, ὁ δὲ Χρυσόστομος τὸν θάνατο τοῦ Ἐπιφανίου στὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς του στὴν Κύπρο, ὅπερ καὶ ἐγένετο λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Σαλαμῖνα στὶς 12 Μαΐου τοῦ 403. Σύμφωνα μὲ τὴ σωζόμενη ἐπιστολὴ τοῦ διαδόχου του Σαβίνου, ἡ ταφὴ τοῦ λαοφιλοῦς ἀνδρὸς ἔγινε, ὄχι χωρὶς ἀντιρρήσεις, ἐντὸς τοῦ ναοῦ τῆς μητροπόλεως Κωνσταντίας.  Μεταφέρω ἐδῶ τοὺς δύο πρώτους στίχους ἀπὸ κατάλοιπα τοῦ ἐμμέτρου μηνολογίου του:

«Φανεὶς Ἐπιφάνιος ἐν Κύπρῳ μέγας | κλέος παρ’ αὐτͅ καὶ θανὼν ἔχει μέγα».

* * *

Προχωροῦμε στὴν σύντομη παρουσίαση τοῦ σωζομένου ἔργου τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου. Παρὰ τὶς ἀπώλειες καὶ τὶς περιπέτειες ποὺ γνώρισαν τὰ κείμενα τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, τὰ ὁποῖα γράφτηκαν ἀρχικὰ στὴ μεγαλογράμματη ἑλληνικὴ γραφὴ καὶ μεταφέρθηκαν στὴ συνέχεια στὴ μικρογράμματη μετὰ τὸν 9ο  αἰῶνα, μᾶς σώζεται σήμερα σημαντικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου τοῦ μεγάλου ἱεράρχη. Ὁ Ἐπιφάνιος δὲν πρέπει νὰ ἔτυχε συστηματικῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ὅπως οἱ σύγχρονοί του μεγάλοι Καππαδόκες πατέρες καὶ ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης. Ὡστόσο, ὁ πεντάγλωσσος μητροπολίτης τῆς Κωνσταντίας ἐπέλεξε νὰ περιστοιχίζεται ἀπὸ ἄνδρες μὲ ἱκανὴ ἑλληνομάθεια καὶ λογιοσύνη καὶ φαίνεται ὅτι συνέθεσε τὸ ἔργο του στὴν ὥριμη ἑλληνιστικὴ κοινὴ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα αὐτὴ ἐξάλλου λειτουυργοῦσε ὡς ἡ lingua franca στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολή, καὶ συντέλεσε τὰ μέγιστα τόσο στὴ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ ὅσο καὶ στὴν ἐπακριβῆ ἀπόδοση τῆς Βίβλου καὶ τὴ διατύπωση τοῦ ὀρθοῦ δόγματος. Τὸ εὐρύτατο κῦρος τοῦ Ἐπιφανίου, ἀλλὰ καὶ τὸ χρηστικὸ περιεχόμενο τῶν ἔργων του, ὁδήγησαν στὴ διάδοσή τους σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς γλῶσσες τῆς χριστιανικῆς ὕστερης ἀρχαιότητος, ὅπως τὰ λατινικά, τὰ συριακά, τὰ κοπτικά, τὰ αἰθιοπικά, τὰ ἀρμενικά, τὰ γεωργιανά, καθὼς ἐπίσης στὴν συνέχεια καὶ στὰ ἀραβικὰ καὶ τὰ παλαιοσλαβικά. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει τὴ βαθειὰ ἐπίδραση ποὺ ἄσκησε ὁ ἅγιος σὲ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο. Δυστυχῶς δὲν διαθέτουμε κριτικὲς ἐκδόσεις ὅλων αὐτῶν τῶν μεταφράσεων καὶ ἀκόμη ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ἀποδιδόμενα στὸν Ἐπιφάνιο ἔργα σώζονται πληρέστερα σὲ μεταγενέστερες μεταφράσεις παρὰ στὸ ἀρχικὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο.

Ἕνα ἄλλο θέμα ποὺ πρέπει νὰ ἀναφέρουμε εἶναι ἐκεῖνο τῆς ἀπόδοσης ἔργων στὸν μεγάλο ἱεράρχη, ποὺ φαίνεται ὅτι εἶναι μεταγενέστερα ἢ προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφῖδα ἄλλων ἀνωνύμων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Τὸ θέμα αὐτὸ ἅπτεται καὶ ἄλλων μεγάλων ἱεραρχῶν καὶ πατέρων, ὅπως ὁ Χρυσόστομος, καὶ χρήζει θεολογικῆς, γλωσσικῆς καὶ ἄλλης ἐπιστημονικῆς μελέτης γιὰ τὴν ἀποκάθαρση τῶν γνησίων καὶ μὴ ἔργων τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου.

Τὸ πρῶτο ἐκτενὲς ἔργο τοῦ Ἐπιφανίου ποὺ ἔχει σωθεῖ εἶναι ὁ Ἀγκυρωτός, ποὺ συνέθεσε τὸ 374, καὶ διαλαμβάνει περὶ τῆς ὀρθῆς πίστεως εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ μάλιστα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Ἀγκυρωτὸς σώζεται καὶ σὲ κοπτικὴ καὶ σὲ ἀραβικὴ μετάφραση. Τὸ ἔργο ἐπαινεῖ τὸν 5ο αἰ. ὁ ἱστορικὸς τῆς Ἐκκλησίας Σωκράτης ὡς ἀκολούθως: «εἰ δέ σοι φίλον ὀνόματα διαφόρων μανθάνειν αἱρέσεων, τͅ ἐπιγραφομένῳ Ἀγκυρωτͅ βιβλίῳ, ὃ συνέταξεν ὁΚυπρίων ἐπίσκοπος Ἐπιφάνιος, ἐντυγχάνων διδάσκου». Τὸ μνημονεύει ἐπίσης καὶ ὁ σύγχρονός του ἱστορικὸς Σωζομενός. Ἀπόψεις ποὺ διατυπώνονται στὸν Ἀγκυρωτὸ σχολίασε ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος. Τὸ ἀνέγνωσε ἀκόμη τὸν 9ο αἰῶνα καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος καὶ τὸ καταγράφει συνοπτικὰ στὴν Βιβλιοθήκη του.

Περὶ τὸ 376 ὁ Ἐπιφάνιος ἐξέδωσε τὸ Πανάριον κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων. Στὸ Πανάριονἀναφέρονται, περιγράφονται καὶ ἀντικρούονται περὶ τὶς ὀγδόντα αἱρέσεις, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες μᾶς εἶναι γνωστὲς μόνο μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Ἐπιφανίου. Τὸ ἔργο σώζεται καὶ σὲ γεωργιανὴ ἀλλὰ καὶ σὲ ἀραβικὴ μετάφραση. Τὸ ἐπαινεῖ ὁ Ἱερώνυμος στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ.: «Epiphanius … scripsit adversus omnes haereses libros et multa alia». Τὸ ἀνέγνωσε καὶ ἀξιολόγησε ὁ Φώτιος στὴ Βιβλιοθήκη του, ποὺ τὸ θεωρεῖ σημαντικότερο ἀπὸ προγενέστερα κατὰ αἱρέσεων ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζε καὶ ἀξιοποίησε ὁ Ἐπιφάνιος: «πάντων δὲ πρὸ αὐτοῦ κατὰ αἱρέσεων καταβεβληκότων πόνους πλατύτερός τε καὶ χρησιμώτερος … Τὴν δὲ φράσιν ταπεινός τε καὶ οἷα εἰκὸς τῆς Ἀττικῆς παιδείας ἀμελέτητον τυγχάνειν». Μνεία τοῦ ἔργου γίνεται καὶ στὸ Λεξικὸν τῆς Σούδας τοῦ 10ου αἰῶνος.

Τὸ ἔργο τοῦ Ἐπιφανίου Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν συνετέθη τὸ 392 καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἐγχειρίδιο γιὰ τὴν χρήση καὶ τὸν συμβολισμὸ τῶν ἀριθμῶν στὴ Βίβλο. Ἐπιπλέον τὸ ἔργο αὐτὸ περιέχει ποικίλες πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν καταστροφὴ τῶν Ἱεροσολύμων ἐπὶ Τίτου καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ μετονομασία τους ἀπὸ τὸν Ἀδριανὸ σὲ Αἰλία, τὴν ἵδρυση τῆς βιβλιοθήκης τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὴ μετάφραση τῶν Ο ́. Τὸ ἔργο σώζεται πλῆρες σὲ συριακὴ μετάφραση καὶ μερικῶς στὴν ἑλληνική. Σώζεται ἐπίσης ἀποσπασματικὰ σὲ λατινική, γεωργιανὴ καὶ ἀραβικὴ μετάφραση.

Τὸ ἔργο τοῦ Ἐπιφανίου Περὶ τῶν δώδεκα λίθων τῶν ὄντων ἐν τοῖς στολισμοῖς τοῦ Ἀαρὼνσώζεται σὲ μία γεωργιανὴ μετάφραση. Σώζονται ἐπιτομές του στὰ ἀρμενικὰ καὶ τὰ λατινικά, ἀλλὰ καὶ ἀποσπάσματά του στὰ κοπτικά, καὶ τὰ ἀραβικά. Σώζεται τέλος καὶ σὲ μία ἐπιτομὴ στὰ ἑλληνικά. Ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου διασώζει καὶ ὁ πολυγραφότατος Κύπριος ἀσκητὴς Ἀναστάσιος Σιναΐτης στὸ ἔργο του Ἐρωταποκρίσεις.

Ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἐπιφανίου πρὸς διαφόρους σώθηκαν ἐλάχιστες ἀποσπασματικὰ ἢ σὲ συριακὲς καὶ λατινικὲς μεταφράσεις.

Ἀποσπασματικὰ σώθηκαν σχόλια τοῦ Ἐπιφανίου εἰς τὴν Γένεσιν, τοὺς Ψαλμούς, τὶςΠαροιμίες, τοὺς τέσσερεις Εὐαγγελιστές, τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου.

Ἀκόμη στὸν Ἐπιφάνιο ἀποδόθηκαν ἀποσπασματικὰ διασωθέντα ἔργα στὰ ὁποῖα περιέχονται ἀπόψεις περὶ τῶν εἰκόνων. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίπτωση ἑνὸς λόγου κατὰ τῶν ἐπιτηδευόντων ποιεῖν εἰδωλικͅ θεσμῷ εἰκόνας εἰς ἀφομοίωσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν μαρτύρων, ἔτι δὲ καὶ ἀγγέλων καὶ προφητῶν, μία ἀποσπασματικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Α ́ καὶ μία Διαθήκη πρὸς τοὺς πολίτας. Τὰ ἔργα αὐτὰ χρησιμοποιήθηκαν ἐπὶ εἰκονομαχίας ἀπὸ τοὺς εἰκονοκλάστες πρὸς ἐνίσχυση τῶν θέσεών τους. Ἀπεκρούσθησαν, ὅμως, ὡς νόθα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Νικηφόρο, ἀλλὰ καὶ  κατὰ τὶς συζητήσεις τῆς Ζ ́ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πρόσφατες μελέτες μὲ παράλληλη ἐξέταση τῶν κειμένων ποὺ διασώζουν τὰ ἔργα στὰ ἑλληνικὰ καὶ τὰ συριακά, ἀλλὰ καὶ μὲ γλωσσικὰ καὶ φιλολογικὰ κριτήρια καταλήγουν στὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ νοθεύθηκαν, γιὰ εὐνοήτους λόγους, κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας.

Ἀκολούθως θὰ δώσουμε συνοπτικὰ ἔργα ποὺ ἀπεδόθησαν σὲ χειρόγραφους κώδικες ἢ καὶ ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν Ἀναγέννηση ὡς ἔργα τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, ἀμφισβητοῦνται ὅμως ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἔρευνα καὶ μποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν ὡς ἀμφίβολα ἢ νόθα.

Στὴν κατηγορία τῶν ἀμφιβόλων ἔργων τοῦ Ἐπιφανίου περιλαμβάνονται τὰ ἑξῆς ἔργα:

α) ἡ Ἀνακεφαλαίωσις, ποὺ ἀποτελεῖ ἐπιτομὴ τοῦ Παναρίου.

β) ὁ Φυσιολόγος, ποὺ ἀπεδόθη στὸν Ἐπιφάνιο καὶ ἐκδόθηκε μὲ τὸ ὄνομά του ἤδη τὸ 1587. Ποικίλες μορφὲς τοῦ Φυσιολόγου σώζονται σὲ μεταφράσεις στὰ λατινικά, ἀρμενικά, αἰθιοπικά, συριακά, κοπτικά, γεωργιανὰ καὶ ἀραβικά.

γ) διάφορα ὁμιλητικὰ κείμενα ποὺ περιλαμβάνουν:

i. ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου,

ii. ὁμιλία εἰς τὴν γέννησιν τοῦ Κυρίου,

iii. ὁμιλία εἰς τὴν ὑπαπαντὴν,

iv. ὁμιλία εἰς τὰ Βάϊα,

v. ὁμιλία εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου,

vi. ὁμιλία εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ ἀνάστασιν,

vii. ὁμιλία εἰς τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου,

Ἀκόμη τοῦ ἀποδίδονται:

α) ἕνα κείμενο περὶ ἀριθμῶν,

β) ἕνα ἔργο γιὰ τὴν ζωὴ τῶν προφητῶν,

γ) ἡ Ἔκθεσις πρωτοκλησιῶν, πατριαρχῶν τε καὶ μητροπολιτῶν,

δ) τὰ Ἀποφθέγματα,

ε) ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων,

ς) ἄλλα ἀποσπασματικὰ σωζόμενα ἔργα.

Τὸ μεγάλο ἔργο τοῦ Ἁγίου τῆς Κωνσταντίας προσείλκυσε ἐνωρὶς τοὺς μελετητὲς θεολογικῶν κειμένων. Ἔγιναν μεμονωμένες ἐκδόσεις ἔργων, ὅπως τὸ Πανάριον, ὁἈγκυρωτὸς καὶ τὸ Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν, ποὺ ἐκδόθηκαν στὴ Βασιλεία τὸ 1544  ἢ ὁΦυσιολόγος καὶ ἡ ὁμιλία εἰς τὰ Βάϊα, ποὺ ἐκδόθηκαν στὴ Ρώμη τὸ 1587. Τὰ ἅπαντα τοῦ ἁγίου ἐξέδωσε σὲ δύο τόμους ὁ Dionysius Petavius στὸ Παρίσι, τὸ 1622, μὲ λατινικὴ μετάφραση. Ἡ ἔκδοση αὐτὴ περιλήφθηκε στὴν Patrologia Graeca, τόμοι 41-43. Ὁ G. Dindorf ἐξέδωσε τὰ Ἅπαντα τοῦ Ἐπιφανίου σὲ 5 τόμους, Λιψία, 1859-1862. Κριτικὴ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου σὲ τρεῖς τόμους ἐκπόνησε ὁ Γερμανὸς Karl Holl, Λιψία, 1915, 1922, 1931-33.

Ἐπιτρέψατέ μου σύντομη ἀναφορὰ στὴν φήμη τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἐν ζωῇ ὁ Ἐπιφάνιος τιμήθηκε ὅσο λίγοι, τόσο ἀπὸ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ συνέρρεαν στὶς δημόσιες ἐμφανίσεις του ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια ποὺ ζητοῦσε τὶς θέσεις καὶ τὴ θαυματουργή παρέμβασή του. Φαίνεται ὅτι ἤδη ἀπὸ τὸν 5ο αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος τιμήθηκε ὡς ἅγιος τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, πάντως μετὰ τὸ 431, καὶ στὸν χῶρο τοῦ θαυματουργοῦ τάφου του ἀνεγέρθη ἡ μεγάλη πεντάκλιτη βασιλική, ποὺ ἀκολούθως ἀφιερώθηκε στὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου ποιμενάρχη τῆς Κωνσταντίας. Ἡ μορφή του ἀπεικονίσθηκε σὲ ναοὺς καὶ φορητὲς εἰκόνες σὲ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο, ἀλλὰ καὶ σὲ σφραγῖδες ἀρχιεπισκόπων τῆς νήσου. Ἀριθμὸς ἐπισκόπων καὶ ἀρχιεπισκόπων τῆς Κύπρου ἔφεραν στὴ συνέχεια τὸ ὄνομά του. Ἱεροὶ ναοὶ ἀφιερώθηκαν στὸν ἅγιο καὶ δύο κοινότητες τῆς Κύπρου φέρουν τὸ ὄνομά του. Ἐνωρὶς ὁ τάφος του ἔγινε ἀντικείμενο μεγάλης λατρείας καὶ διερχόμενοι ἀπὸ τὴ νῆσο προσκυνητὲς τῶν Ἁγίων Τόπων, ὅπως ὁ Ἀντωνῖνος τῆς Piacenza περὶ τὸ 560-570, ἢ ὁ ἅγιος Βιλλιβάλδος τὸ 723, τὸν ἐπισκέπτονταν. Τοὺς τάφους τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου ἐπισκέφθηκε καὶ προσκύνησε ὁ Κύπριος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἰωάννης Ἐλεήμων λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του, τὸ 619.

Ὀρθά, πιστεύω, ὁ ἀείμνηστος Βενέδικτος Ἐγγλεζάκης, ἀξιολογῶντας τὴν ἀνύψωση τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου στὴν διάρκεια τῆς μακρᾶς θητείας τοῦ Ἐπιφανίου, καθὼς καὶ τοὺς προσανατολισμούς της πρὸς τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴ Ρώμη, τὸν ἀποκαλεῖ «πατέρα τοῦΚυπριακοῦ αὐτοκεφάλου», παρόλο ποὺ αὐτὸ ἐπετεύχθη τριάντα σχεδὸν χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του στην Γ´Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τὸ 431.

* * *

Σᾶς καλῶ τώρα νὰ πᾶμε στὴν Ἔφεσο, στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Μαρίας, ὅπου συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β´ἡ Γ´Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία καὶ ἀναγνώρισε τὴν Παρθένο Μαρία ὡς Θεοτόκο, γιὰ να παρακολουθήσουμε τὰ ἐκεῖ διαδραματισθέντα ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν Ἐκκλησία Κύπρου.

Τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα ποὺ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει στὴν πρώιμη ἱστορία της ἦταν ἡ ἐπεκτατικὴ πολιτικὴ τῶν πατριαρχῶν Ἀντιοχείας, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ ὑποτάξουν στὴν ἐξουσία τους τὴν Κυπριακὴ Ἐκκλησία καὶ νὰ καθορίσουν τὴν ἐκλογὴ καὶ χειροτονία τῶν ἐπισκόπων της. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἀντιόχεια ἦταν τὸ διοικητικὸ καὶ στρατιωτικὸ κέντρο τῆς ἐπαρχίας τῆς Ἀνατολῆς διευκόλυνε τὶς προσπάθειες τοῦ πατριάρχη της γιὰ νὰ ὑποτάξει ἐκκλησιαστικὰ τὴ νῆσο.

 Ἡ κατάσταση ἔγινε κρίσιμη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἐπιφανίου Κωνσταντίας (Μάϊος 403). Ἔτσι τὸ 410 ὁ Πατριάρχης τῆς Ἀντιόχειας Ἀλέξανδρος ἔγραψε στὸν Πάπα Ἰννοκέντιο Α´καὶ τοῦ ἐξέθετε τὴν μὴ ὑπακοὴ τῶν Κυπρίων στὸν τρόπο ἐκλογῆς καὶ χειροτονίας τῶν μητροπολιτῶν τῆς νήσου. Ὁ Πάπας, χωρὶς νὰ ἐξετάσει τὸ θέμα, ἀπέστειλε παραινετικὴ ἐπιστολὴ στοὺς Κυπρίους, ὑποδεικνύοντας ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς κανόνες.

Λίγα χρόνια ἀργότερα οἱ Ἀντιοχεῖς προέβησαν καὶ σὲ βιαιοπραγίες γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν στόχο τους. Ἔτσι, ὅταν ὁ μητροπολίτης Κύπρου Τρωΐλος ἐπισκἐφθηκε τὴν Ἀντιόχεια γιὰ ἄλλα ζητήματα:

μυρία πέπονθεν ὑπὸ τοῦ Ἀντιοχέων κλήρου καὶ τοῦ θεοσεβεστάτου ἐπισκόπου Θεοδότου, βίαν οὐ τὴν τυχοῦσαν ὑπομείνας ἃς οὐκ ἦν προσῆκον οὐδὲ μαστιγίας ἀνθρώπους ὑπομένειν”.

 Ὁ πατριάρχης τῆς Ἀντιόχειας Ἰωάννης (428-441), εἶδε τὸν θάνατο τοῦ Τρωΐλου, ποὺ συνέβη μερικοὺς μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν σύγκληση τῆς Γ´Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου (431), ὡς μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ τὴν ὑποταγὴ τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο τῆς Ἀτιόχειας ἐνθάρρυναν τὸν κόμητα τῆς Ἀνατολῆς Φλάβιο Διονύσιο, νὰ ἀποστείλει δύο ἐπιστολὲς στὴν Κύπρο, μία στὸν κυβερνήτη τῆς νήσου Θεόδωρο, καὶ μία δεύτερη στὸν κλῆρο τῆς μητροπόλεως Κωνσταντίας. Ὁ κόμης τοὺς διέτασσε νὰ ἀποφύγουν τὴν ἐκλογὴ νέου μητροπολίτη, ἀφοῦ τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς καὶ χειροτονίας τοῦ μητροπολίτη τῆς νήσου θὰ ἐγειρόταν ἐνώπιον τῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου. Ἐὰν ὅμως εἶχε στὸ μεταξὺ ἐκλεγεῖ νέος μητροπολίτης, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους στὴν Ἔφεσο.

Πράγματι εἶχε ἐκλεγεῖ ὁ Ρηγῖνος ὡς νέος μητροπολίτης Κωνσταντίας, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους Πάφου Σαπρίκιο, Κουρίου Ζήνωνα καὶ Σόλων Εὐάγριο ταξίδεψαν στὴν Ἔφεσο ἀποφασισμένοι νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας τους.

 Ἡ κατάσταση στὴν Ἔφεσο ἦταν πολὺ εὐνοϊκὴ γιὰ τὴν Κυπριακὴ ὑπόθεση, ἀφοῦ ὁ Ἰωάννης Ἀντιοχείας ὄχι μόνο καθυστέρησε νὰ φτάσει, ἀλλὰ καὶ ἀντιτάχθηκε στὸν Πρόεδρο τῆς Συνόδου, τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύριλλο. Συγκάλεσε μάλιστα μία δική του Σύνοδο μὲ τὴ συμμετοχὴ μικροῦ ἀριθμοῦ Ἀνατολικῶν ἐπισκόπων. Γι᾽ αὐτὸ, ὅταν στὶς 31 Αὐγούστου 431 συζητήθηκε τὸ θέμα τῆς Κύπρου, ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας, δὲν ἦταν παρὼν γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὶς ἀπόψεις του. Οἱ Κύπριοι ἐπίσκοποι -ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σαπρίκιο Πάφου, ποὺ εἶχε στὸ μεταξὺ πεθάνει- ἀπαντῶντας στὶς ἐρωτήσεις τῆς Συνόδου ὑποστήριξαν ὅτι:

ἀπὸ τῶν ἁγίων ἀποστόλων οὐδέποτε ἔχουσι δεῖξαι ὅτι ἐπέστη Ἀντιοχεὺς καὶ ἐχειροτόνησεν οὔτε ἐπεκοινώνησέ ποτε τῇ νήσῳ χειροτονίας χάριν οὔτε ἕτερός τις … ἀλλ᾽ἡ σύνοδος ἡ τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας συναγομένη κατὰ τοὺς κανόνας καθιστᾷ τὸν παρ᾽ἡμῖν μητροπολίτην”.

Τελικὰ ἡ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου μὲ τὸν 8ο κανόνα της διασφάλισε αὐτὴ τὴν ἀρχαία παράδοση καὶ ὅρισε ὅπως ἡ ἐκλογὴ καὶ χειροτονία τοῦ μητροπολίτη καὶ τῶν ἐπισκόπων τῆς Κύπρου θὰ συνέχιζαν νὰ γίνονται ἀπὸ τὴν τοπικὴ Σύνοδο, τοὺς ἄλλους δηλαδὴ ἐπισκόπους τῆς νήσου.

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν μία λαμπρὴ ἐπιτυχία γιὰ τὴν Κυπριακὴ ἀντιπροσωπεία, ἀφοῦ, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δημιουργοῦνταν τὰ πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, πέτυχαν νὰ διασφαλίσουν τὴν ἀνεξαρτησία καὶ τὸ αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τους.

Παρόλο ποὺ ὁ Ἰωάννης δὲν ἀμφισβήτησε τὸν κανόνα αὐτὸ τῆς Συνόδου, πενήντα περίπου χρόνια ἀργότερα ὁ μονοφυσίτης πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὁ Κναφεὺς ἤγειρε καὶ πάλιν τὸ θέμα στὸν αὐτοκράτορα Ζήνωνα (474-475 καὶ 476-491). Ὁ Κναφεὺς ὑπεστήριξε ὅτι ἀφοῦ ἡ Κύπρος δέχτηκε τη χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑποταγμένη σ᾽αὐτήν. Ὁ Ζήνων ἦταν ἕτοιμος νὰ δεχθεῖ τὴ θέση αὐτή, ὅταν συνέβη ἀπρόβλεπτη ἐπέμβαση τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου Βαρνάβα. Ὁ Ἀπόστολος ὁδήγησε σὲ ὅραμα τὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Ἀνθέμιο στὸν χῶρο ὅπου εἶχε ταφεῖ καὶ ἐκεῖ βρέθηκε τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου ποὺ κρατοῦσε στὸ στῆθος τὸ προσωπικὸ ἀντίγραφο τοῦ Βαρνάβα τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Μὲ τὰ πολύτιμα αὐτὰ κειμήλια ὁ Ἀνθέμιος ἔπλευσε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέδωσε τὸ εὐαγγέλιο, ποὺ ἀφοῦ κοσμήθηκε πολυτελῶς, τοποθετήθηκε στὸ παρεκκλήσι τοῦ ἁγίου Στεφάνου τοῦ  πρωτομάρτυρος στὸ παλάτι.

Ἀκολούθως συγκλήθηκε τοπικὴ Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη ποὺ δέχθηκε καὶ διασφάλισε τὰ δίκαια τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ὁ αὐτοκράτορας Ζήνων χορήγησε χρήματα γιὰ τὴν ἵδρυση μεγαλοπρεποῦς ναοῦ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὸν χῶρο ποὺ βρέθηκε τὸ λείψανό του καὶ ἰδιαίτερα προνόμια στὸν ἀρχιεπίσκοπο τῆς νήσου τὰ ὁποῖα διατηροῦνται ἕως τὶς μέρες μας. Ἔτσι, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου ὑπογράφει μὲ κιννάβαρι, ὅπως καὶ ὁ αὐτοκράτορας, φέρει στὶς ἐπίσημες τελετὲς πορφυρὸ μανδύα καὶ σκῆπτρο ἀντὶ τῆς ποιμαντορικῆς ράβδου.

Τὸ Αὐτοκέφαλον θὰ διασφαλιστεῖ ἐκ νέου μὲ τὸν 39ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου τὸ 691/92. Στὰ χρόνια ὅμως τῶν Κομνηνῶν θὰ ἀντιμετωπίσει προβλήματα. Ὁ Αὐτοκράτορας θὰ “προβάλλει» καὶ θὰ ἀποστέλλει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου ἀπό τὴν Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Ἰωάννης Κρητικὸς δὲν θα παραιτηθεῖ τῶν δικαίων του, ὅταν τὸ 1157 καὶ τὸ 1170 θὰ λάβει μέρος σὲ δύο πανορθόδοξες Συνόδους στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ θὰ ὑποχρεωθεῖ νὰ ὑπογράψει μετὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας.

Θὰ ἀκολουθήσει ἡ λατινοκρατία καὶ ἡ κατ᾽ οἰκονομίαν ὑποταγὴ στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴ γνωστὴ Bulla Cypria τοῦ 1260, ποὺ θὰ στερήσει τὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου μὲ τὶς λοιπὲς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.  Τὸ ζήτημα θὰ διευθετηθεῖ τὸ 1571 μετὰ τὴν ἐκδίωξη τῶν Λατίνων ἀπὸ τὴ νῆσο. Ἔκτοτε  τὸ Αὐτοκέφαλον διατηρεῖται ἀδιαλείπτως μέχρι τοῦ νῦν.

Ὁ ἀρχιμανδρίτης Κυπριανός, γράφοντας γιὰ τὰ γεγονότα τῆς ἀνεύρεσης τῶν λειψάνων τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν Ἱστορία χρονολογικὴ τῆς νήσου Κύπρου ποὺ τυπώθηκε στὴ Βενετία τὸ 1788 λέγει:

“Δὲν ἰξεύρω ἂν ἄλλος Ἀπόστολος ὑπερασπίσθη τοσοῦτον τὴν Πατρίδα του, ἂν ἐφάνη τόσον φιλόπατρης, ὡς ὁ ἡμέτερος συμπατριώτης Βαρνάβας, ὅς τις ζῶν μὲν ἀπήλλαξε τοὺς συμπατριώτας του ἀπὸ τὴν βδελυρὰν θρησκείαν τῶν εἰδώλων, …θανὼν δὲ ἐλευθέρωσε τὴν Ἱερὰν Ἐκκλησίαν τῆς Πατρίδος του ἀπὸ τῆς καταδυναστείας τῶν φιλάρχων καὶ πλεονεκτῶν Ἀντιοχείων κληρικῶν”.

 Ἐδῶ ὅμως παύσομαι τοῦ λόγου, πλεῖστα ὅσα ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἀφιέμενος.

Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας.