Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ Προσκυνήματος και «Θρησκευτικού Τουρισμού»

RELIGIOUS TOYRISM

Δρ Γεωργίου Τσέτση,
Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,

 

Στίς 22 Ἰουλίου 2007, ἕνα τροχαῖο δυστύχημα στά περίχωρα τῆς Γρενόβλης, εἶχε κοστίσει τήν ζωή 26 ἀτόμων. Ἐπρόκειτο γιά μιά ὁμάδα πολωνῶν Ρωμαιοκαθολικῶν πιστῶν πού ἐπέστρεφαν ἀπό μιά ἐπίσκεψη στό περιώνυμο προσκύνημα τῆς Notre-Dame de la Salette,  κτισμένο τό 1846 σέ ὀρεινή περιοχή τῆς Isère, στόν τόπο ὅπου, σύμφωνα μέ μιά παράδοση, εἶχε φανερωθεῖ ἡ Παναγία σέ δυό γάλλους βοσκούς. Ἡ ἀπειρία τοῦ ὁδηγοῦ ἀφ’ἑνός, καί ὁ ἐλαττωματικός ἐξοπλισμός τοῦ λεωφορείου ἀφ’ἑτέρου, ἦταν οἱ δυό παράγοντες πού προκάλεσαν τό μοιραῖο, σέ μιά ἀπότομη κατηφορική στροφή.

Τό τραγικό αὐτό περιστατικό ἔγινε γιά πολλές μέρες πρωτοσέλιδη εἴδηση στόν πολωνικό, γαλλικό καί διεθνῆ ἡμερήσιο Τύπο. Ἡ Πολωνική Κυβέρνηση ἐκήρυξε τριήμερο ἐθνικό πένθος, ἡ Ἐκκλησία ὀργάνωσε νεκρώσιμες ὁλονυκτίες, ἐνῶ ὁ Πρόεδρος τῆς Πολωνίας Lech Kaczynski μετέβη στήν Γρενόβλη προκειμένου ὅπως ἐπισκεφθεῖ καί παραμυθήσει τούς ἐπιζήσαντες, οἱ ὁποῖοι θερεπεύονταν σέ νοσοκομεῖο τῆς πόλεως αὐτῆς. Ἀπευθύνοντας δέ σ’αὐτούς λόγους παρηγορίας, ὁ Πρόεδρος Kaczynski δέν παρέλειπε νά προσθέσει ὅτι οἱ Πολωνικές Ἀρχές θά προέβαιναν σέ ἔρευνα σχετικά μέ τά αἴτια τοῦ δυστυχήματος, ὡς καί σέ «ἐξονυχιστικό ἔλεγχο τῆς φερεγγυότητος καί τῆς μεθόδου ἐργασίας τῶν ἐξειδικευμένων σέ προσκυνηματικά ταξίδια πρακτορείων τουρισμοῦ»[1].

Ἡ τελευταία αὐτή παρατήρηση τοῦ Πολωνοῦ Προέδρου δέν ἦταν τυχαία. Ἀπεναντίας, διερμήνευε τόν φόβο τῆς Κυβερνήσεως καί πολλῶν ταξιδιωτικῶν γραφείων τῆς χώρας του, μήπως τό πολύνεκρο τραγικό αὐτό περιστατικό, σέ συνάφεια μέ παρόμοιο τροχαῖο δυστύχημα πού εἶχε συμβεῖ τό 2002 στήν Οὑγγαρία, θά ἐπέφερε καίριο πλῆγμα στήν ἀνθοῦσα καί λίαν κερδοφόρο τουριστική βιομηχανία τῆς Πολωνίας.

* * * * *

Ἄν ἐπέλεξα νά  ξεκινήσω τήν ὁμιλία μου μέ τό ἀνωτέρω τραγικό συμβάν καί μέ τίς ἀντιδράσεις πού ἀκολούθησαν, εἶναι γιά νά ἐπισημάνω ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὁ τουρισμός, ἐπί τῶν ἡμερῶν μας μετεβλήθη σέ ἕνα πολυδιάστατο παγκόσμιο φαινόμενο, μέ πολλές παραμέτρους καί μεγάλα οἰκονομικά, ἐνίοτε δέ καί πολιτικά, συμφέροντα[2].

Σύμφωνα μέ τήν ἄποψη τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Raul Gonsalves, μέλους τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου Ποιμαντικῆς Μεταναστῶν καί Ἀποδήμων, στήν σημερινή ἐποχή τῆς καλπάζουσας παγκοσμιοποιήσεως, ὁ τουρισμός «ἀποτελεῖ μιά πολυεθνική καί πολυδιάστατη βιομηχανία (industry), ἕνα σημαντικό στοιχεῖο τῆς κοινωνικῆς, πολιτισμικῆς, πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς πραγματικότητος τῆς ἐποχῆς μας».[3] Μιά βιομηχανία πού ἀναπτύσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, συγκεκριμένα δέ κατά 23% ταχύτερα ἀπό ὁποιαδήποπτε ἄλλη δραστηριότητα. Βιομηχανία πού ἀπασχολεῖ, ποικιλοτρόπως καί σέ διάφορα ἐπίπεδα, ἕναν στούς κάθε ἐννέα κατοίκους τῆς γῆς, καί ἡ ὁποία ἀποφέρει τεράστια κέρδη, τά ὁποῖα τό 2005 ἀνέρχονταν ἐτησίως σέ 3.5 τρισεκατομμύρια δολλάρια! [4]

Σύμφωνα μέ στοιχεῖα πού κοινοποιήθηκαν πρό διετίας στά πλαίσια τοῦ «Περιβαλλοντικοῦ Προγράμματος τοῦ ΟΗΕ», (United Nations Environment Programme), σήμερα 950 ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, σέ παγκόσμια κλίμακα, πορίζονται τά πρός τό ζῆν ἀπό τόν τουρισμό, ἐνῶ οἱ πρόσοδοι ἀπό τήν ἐνασχόληση αὐτή ἀντιπροσωπεύουν τό 10.4% τοῦ κατά κεφαλήν εἰσοδήματος, σέ παγκόσμια πάντοτε κλίμακα[5]. Σημειωθήτω ὅτι τό 2006, τήν Εὐρώπη μόνον, ἐπισκέφθηκαν 463 ἑκατομμύρια περιηγητῶν, παρουσιάζοντας αὕξηση κατά 16.5% σέ σχέση μέ τό 2002! Οἱ χῶρες πού φιλοξένησαν τόν μεγαλύτερο ἀριθμό τουριστῶν ἦταν ἡ Γαλλία (77 ἑκατ.), ἡ Ἰσπανία (56 ἑκατ.), ἡ Ἰταλία (37.5 ἑκατ.), τό Ἡνωμένο Βασίλειο (30.5 ἑκατ.) καί ἡ Γερμανία (22 ἑκατ.)[6], ἐνῶ σύμφωνα μέ στατιστικές τοῦ «Συνδέσμου Ἑλληνικῶν Τουριστικῶν Ἐπιχειρήσεων» πού κοινοποιήθηκαν τόν Ἰούλιο τοῦ 2007, ὁ ἀριθμός τῶν ἀλλοδαπῶν τουριστῶν οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπισκεφθεῖ τήν Ἑλλάδα τό 2006, ἀνερχόταν σέ 14.4 ἑκατομμύρια[7], ἐνῶ στό πρῶτο ὀκτάμηνο (Ἰανουάριος-Αὔγουστος) τοῦ λήγοντος ἔτους 2008, οἱ
διεθνεῖς ἀφίξεις στά κυριώτερα ἀεροδρόμια ἀνέρχονταν σέ 8.5 περίπου ἑκατομμύρια[8].

Καθίσταται λοιπόν σαφές ὅτι ὁ τουρισμός διαδραματίζει πλέον ἕνα καθοριστικό ρόλο στήν ὅλη οἰκονομική ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνίας, μιά καί ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τήν βελτίωση τῶν ὑποδομῶν, συντελεῖ στήν ἄνθηση τοῦ ἐμπορίου, ἐνθαρρύνει τήν ποιοτική παραγωγή τῆς τοπικῆς χειροτεχνίας καί, τό κυριώτερο, ἀπασχολεῖ κόσμο καί γίνεται ἀφορμή δημιουργίας νέων θέσεων ἐργασίας, πού συμβάλλουν μεγάλως στήν ἄνοδο τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κατοίκων μιᾶς περιοχῆς. Ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό δέν θά μᾶς διαψεύσουν βέβαια οἱ κάτοικοι τῆς Πάφου, τῆς Γερμασόγιας, τοῦ Παραλιμνίου ἤ τῆς Ἁγίας Νάπας! (Ὅταν λίγο πρίν τήν εἰσβολή ἐπισκέφθηκα τό (1973) τήν Ἁγία Νάπα, δέν ὑπῆρχε σχεδόν τίποτα, ἐκτός ἀπό τό Μοναστῆρι, ἕνα-δυό οἰκήματα, καί μιά ὑποτυπώδη ψαροταβέρνα στήν παραλία!!)

* * * * *

Ὁ ὅρος tourism-«τουρισμός», (δηλ. αὐτό πού λέμε «περιήγηση» στήν ἑλληνική γλῶσσα), χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά τό 1937 ἀπό τήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, τήν προκάτοχο τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν (ΟΗΕ), προκειμένου ὅπως χαρακτηρισθοῦν ἐκεῖνοι πού ἀποδημοῦσαν πρός ξένους τόπους γιά ἕνα διάστημα περισσότερο τῶν 24 ὡρῶν[9]. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά λεχθεῖ ὅτι οἱ πρῶτοι «περιηγηταί»-«τουρίστες» ὑπῆρξαν ἀναμφίβολα οἱ χριστιανοί,  δοθέντος ὅτι ἡ ἀποδημία γιά προσκύνημα σέ χώρους ἱερούς, κυρίως στούς Ἁγίους Τόπους, ἦταν σύνηθες φαινόμενο ἤδη ἀπό τούς χρόνους τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας. Τό «Ὁδοιπορικό» τῆς μοναχῆς Αἰθερίας πού περιγράφει τίς διατριβές της στό Σινᾶ, στήν Παλαιστίνη καί τήν Ἀντιόχεια, δίνει μιά σαφή ἰδέα περί τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς συνήθειας τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων[10]. Ἀλλά καί τά «Γεροντικά» καί πολλά ἄλλα ἁγιοπατερικά βιβλία μιλοῦν «γιά τίς εὐλογημένες περιηγήσεις τῶν Χριστιανῶν σέ Μοναστήρια καί ἐρημητήρια μέ μοναδικό σκοπό τήν πνευματική τους κατάρτησι καί τήν σωματική καί –κυρίως- τήν ψυχική τους ὑγεία»[11].

Ὡστόσο, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι ἡ «προσκυνηματική ἀποδημία» δέν εἶναι ἴδιον τοῦ Χριστιανισμοῦ μόνον. Διότι καί οἱ πιστοί πολλῶν ἄλλων γνωστῶν θρησκευμάτων, ἀναλαμβάνουν κοπιώδεις ἀποδημίες γιά νά ἐπισκεφθοῦν τά ἱερά προσκυνήματα τῆς θρησκείας τους. Ὅπως λ.χ. οἱ ἰνδουϊσταί στό Benares τῶν Ἰνδιῶν, οἱ βουδδισταί στό Angkor τῆς Καμπότζης, οἱ μουσουλμάνοι στήν Μέκκα. (Καί νά μή λησμονεῖται ὅτι ἡ «ἱερά ἀποδημία», τό γνωστό «χατζιλίκι» στή Μέκκα, εἶναι ἕνας ἀπό τούς πέντε πυλῶνες ἐπί τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ «Οἶκος τοῦ Ἰσλάμ»).

Ἡ ἀποδημία γιά λόγους ἀναψυχῆς, γι’αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλοῦμε πλέον «τουρισμό», εἶναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Ἄρχισε νά ἐμφανίζεται, κάπως δειλά, περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος,  ἀναπτύχθηκε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέ τήν ναυπήγηση πολυτελῶν ὑπερωκεανίων καί τήν ἀνέλιξη τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρομικοῦ δικτύου, καί κορυφώθηκε, ἐκδημοκρατιζόμενο, κατά τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ  ἰδίου αἰῶνος, μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀεροναυτικῆς βιομηχανίας καί τήν ἀεροπορική σύνδεση σχεδόν ὅλων, ἀκόμη καί  τῶν πιό ἀπομακρυσμένων,  χωρῶν τῆς ὑφηλίου. Καί ἀκριβῶς, μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια τῆς παγκόσμιας τουριστικῆς δραστηριότητος, ἀναπτύχθηκε τελευταίως, μέ ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς, καί ὁ λεγόμενος «θρησκευτικός τουρισμός», γιά τόν ὁποῖο σήμερα γίνεται εὐρύτατα λόγος, ἐδῶ στήν Ὀρθόδοξη Κύπρο, στήν Ἑλλάδα, τήν Ρουμανία, τήν Ρωσσία, ὅπου μάλιστα σέ λίγες μέρες (17 Δεκεμβρίου) θά συνέλθει τό 5ο «Πανευρωπαϊκό-Πανορθόδοξο Συνέδριο Προσκυνηματικοῦ Τουρισμοῦ».

Στήν ἀνάπτυξη τοῦ «Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ» συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες. Ὅπως λ.χ. ἡ λογοτεχνία μέ διάφορα ἱστορικοῦ περιεχομένου μυθιστορήματα καί ταξιδιωτικές ἀναμνήσεις˙ τά εὐρείας κυκλοφορίας, καί ἐξειδικευμένα στήν προβολή ἀξιοθέατων τόπων καί μνημείων, περιοδικά, (ὅπως τό GEO, τό ANIMAN, ἤ τό National Geographic Magazine)˙ ἡ κινηματογραφική βιομηχανία, πού ὄχι σπάνια ἐπιλέγει ἱστορικά, χριστιανικά καί μή, μνημεῖα ὡς σκηνικό γιά τό «γύρισμα» μιᾶς ταινίας˙ ἡ τηλεόραση μέ διάφορα documentaires ἀρχαιολογικοῦ ἤ πολιτισμικοῦ ἐνδιαφέροντος˙ τελευταίως δέ καί τό Διαδίκτυο. Χάρις λοιπόν στούς παράγοντας αὐτούς, ἄγνωστα μέχρις ἐσχάτων χριστιανικά μνημεῖα ἤ περιοχές τοῦ κόσμου, ἄρχισαν πλέον νά μπαίνουν στόν παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, ὡς προορισμοί μείζονος «θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος».

Παράδειγμα, ἡ Rosslyn Chapel, ἕνας κομψός Ἀγγλικανικός Ναός τοῦ ιε΄αἰῶνος στά περίχωρα τοῦ Ἐδιμβούργου, πού βρισκόταν στό ἐπίκεντρο τῆς πλοκῆς τοῦ γνωστοῦ καί πολύκροτου μυθιστορήματος τοῦ Dan Brown Da Vinci Code καί τῆς ὁμώνυμης ταινίας. Ὁ ὁποῖος Ναός, ἐνῶ στερεῖται πληρώματος ὁσάκις τελοῦνται Ἱ. Ἀκολουθίες, (λόγῳ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς κοινωνίας), σέ ἐκτός θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων ὧρες, κατακλύζεται ἀπό τουρίστες, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπισκέπτονται ἁπλῶς γιά νά δοῦν τόν χῶρο (ἤ ἄν θέλετε τό «σκηνικό-ντεκόρ») ὅπου ἐκτυλισσόταν ἡ ὑπόθεση τοῦ ἐν λόγῳ ἀμφιλεγόμενου μυθιστορήματος[12]. Σήμερα, ὁ ἱστορικός αὐτός Ναός ἀπέβη ὁ δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός τῆς Σκωτίας.

Ἕτερο παράδειγμα, ἡ Medjugorje. Μιά πολίχνη τῆς Βοσνίας-Ἑρζεγοβίνης, ἡ ὁποία σέ λίγα χρόνια εἶχε μιά καταπληκτική οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἔπειτα ἀπό μιά πληροφορία πού εἶχε διοχετεύσει μέσῳ Διαδικτύου ἕνας Φραγκισκανός ἱερομόναχος, ὁ Slavko Barbaric, καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Παναγία εἶχε φανερωθεῖ τόν Ἰούνιο τοῦ 1981 σέ ἕξι παιδιά τοῦ χωριοῦ, δίνοντας, μέσω αὐτῶν, μηνύματα εἰρήνης καί ἀγάπης στόν κόσμο. Ἔκτοτε, ἡ μικρή αὐτή κωμόπολις, δέχεται μυριάδες «προσκυνητῶν», πού προέρχονται ἀπό παρα-εκκλησιαστικές ὀργανώσεις καί «χαρισματικά κινήματα», κυρίως  τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρίας καί τῆς Γερμανίας, καί σήμερα τείνει νά ἐξελιχθεῖ σέ «Λούρδη τῶν Βαλκανίων» [13]. Καί τοῦτο, παρά τήν ἀπαγόρευση τοῦ Βατικανοῦ[14], καί τίς σοβαρές ἐπιφυλάξεις τοῦ τοπικοῦ Ἐπισκόπου Ratko Peric.

* * * * *

Ἀναζητῶντας ὑλικό γιά τήν ἐκπόνηση τῆς ὁμιλίας αὐτῆς, βρῆκα στό Διαδίκτυο οὐκ ὀλίγα ἐνδιαφέροντα κείμενα σχετικά μέ προσπάθειες διαφόρων, ἐπισήμων καί μή, φορέων τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Κύπρου, οἱ ὁποῖες στόχευαν στήν ἀνάπτυξη τοῦ τουρισμοῦ, μάλιστα δέ τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ, στίς δυό αὐτές ἀδελφές χῶρες.

Ἕνα ἀπό αὐτά, ἀφοροῦσε σέ κάποιο συνέδριο τό ὁποῖο εἶχε συνέλθει ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Ὑπουργείου Τουριστικῆς Ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος, μέ σκοπό τήν ἀνταλλαγή ἀπόψεων σχετικά μέ τίς «Δυνατότητες ἀνάπτυξης τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ στήν Φωκίδα».

 

Ὁ εἰσηγητής τοῦ θέματος, ἀφοῦ πρῶτα μιλοῦσε γιά τό ἐνδιαφέρον τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν προσκυνηματικό τουρισμό, ὅπως καί γιά τίς προσπάθειές τους νά διαμορφωθεῖ ἕνα θεσμικό πλαίσιο προωθήσεως τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ σέ μιά χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάδα, μέ πληθύν χριστιανικῶν προσκυνημάτων καί ἱστορικῶν Μονῶν, στήν συνέχεια ὑπογράμμιζε, χωρίς περιστροφές, ὅτι «βασικός στόχος» τοῦ ἐγχειρήματος ἦταν νά ἐξελιχθεῖ ἡ Ἑλλάδα «σέ πόλο ἕλξης τουριστῶν», μιά καί τό εἶδος αὐτό τοῦ τουρισμοῦ, τοῦ θρησκευτικοῦ δηλ. τουρισμοῦ, «θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τοῦ τόπου μας». Προχωρῶντας δέ περαιτέρω, πρότεινε καί σειρά ὅλη πρακτικῆς φύσεως μέτρων γιά τήν εὐώδοση τοῦ ἐγχειρήματος. Τά μέτρα αὐτά, μεταξύ ἄλλων, ἦταν ἡ «ἀποκατάσταση τῶν προσκυνημάτων καί τῶν ἱστορικῶν Μονῶν στό πλαίσιο τῆς πολιτιστικῆς καί τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ ἔκδοση «Προσκυνηματικοῦ Ὁδηγοῦ» μέ περιληπτικές πληροφορίες περί ὅλων τῶν προσκυνήματων τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὀργάνωση «ἐμποροπανηγύρεων», «παζαριῶν» καί «παραδοσιακῶν γλεντιῶν» σέ πλατεῖες χωριῶν, οἱ προσαρμογές τῶν ξενοδοχειακῶν μονάδων καί ἐστιατορίων στίς «ἰδιαίτερες ἀπαιτήσεις τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», καί τέλος ἡ ἀνέγερση ἑνός Πανελληνίου Ἱεροῦ Καθιδρύματος «πού θά βοηθοῦσε στήν ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς μέ τήν ἀξιοποποίηση τοῦ Θρησκευτικοῦ καί Προσκυνηματικοῦ Περιηγητισμοῦ, τοῦ μοναδικοῦ Τουρισμοῦ πού ποτέ δέν πρόκειται νά ἐκλείψει, ἀλλά ἀντίθετα πρός τά ἄλλα εἴδη, παρουσιάζει πάντα ὅλο καί περισσότερο ἀνοδικές τάσεις»[15].

Ἕτερο κείμενο ἀναφερόταν σ’ἕνα διεθνές συμπόσιο μέ θέμα τόν «Πολιτιστικό Τουρισμό», τό ὁποῖο θά συνερχόταν τόν Νοέμβριο τοῦ 2006 μέσα στά πλαίσια τῆς ἐκδηλώσεως «Φιλοξενία 2006», ὑπό τήν αἰγίδα τῆς HELEXPO (τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ φορέως διοργανώσεως ἐκθέσεων στήν Ἑλλάδα) καί τοῦ «Ἀλεξάνδρειου Τεχνολογικοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ἱδρύματος Θεσσαλονίκης».

Στό ἐνημερωτικό αὐτό κείμενο, οἱ διοργανωταί τῆς ὡς ἄνω ἐκδηλώσεως, ἀφοῦ πρῶτα παρέθεταν στοιχεῖα σχετικά μέ τίς ἐνέργειες τῆς Πολιτείας καί τῶν τουριστικῶν φορέων νά διαφοροποιήσουν τήν τουριστική προσφορά στήν Ἑλλάδα, παρατηροῦσαν ὅτι «ὁ πολιτιστικός τουρισμός εἶναι, ἴσως, ἡ σπουδαιότερη μορφή ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ, ἰδίως γιά τήν Ἑλλάδα, χώρα μέ ἀπαράμιλλα ἀνταγωνιστικά πλεονεκτήματα στή βάση τῶν πόρων πού στηρίζουν τήν τουριστική οἰκονομία»[16]. Ἔπειτα δέ ἀπό τήν γενική αὐτή τοποθέτηση, οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Συμποσίου παρουσίαζαν μιά δέσμη «εἰδικῶν μορφῶν πολιτιστικοῦ τουρισμοῦ»,  ὅπου συμπεριελαμβάνονταν, μεταξύ ἄλλων, οἱ «ἀθλητικές ἀναμετρήσεις», «γαστρονομικός τουρισμός», περίπατοι σέ «δρόμους κρασιοῦ», ἐπισκέψεις σέ μουσεῖα καί ἐθνικά πάρκα, «φεστιβάλ», «συνάξεις-ἀνταμώματα», «ἐκθέσεις», «συνέδρια», δίπλα δέ στίς εἰδικές αὐτές κατηγορίες εὕρισκε κάποια θέση καί ὁ «θρησκευτικός τουρισμός»!![17]

Ἕνα τρίτο κείμενο ἦταν μιά ὁμιλία τῆς (τότε) Ὑπουργοῦ Τουρισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, πού εἶχε γίνει τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2006 στά πλαίσια τοῦ 5ου  Συνεδρίου τοῦ «Συνδέσμου Ἑλληνικῶν Τουριστικῶν Ἐπιχειρήσεων», καί ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «Τουρισμό καί τήν Ἀνάπτυξη».

Παρουσιάζοντας τό Κυβερνητικό πρόγραμμα ὅσον ἀφορᾷ στόν ἐμπλουτισμό τῆς τουριστικῆς προσφορᾶς στήν Ἑλλάδα, καί ἀφοῦ παρατηροῦσε ὅτι «ἡ  διαφοροποίηση τοῦ τουριστικοῦ προϊόντος εἶναι τό κλειδί τῆς βιώσιμης, ταχύρυθμης καί μακροπρόθεσμης τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ Ὑπουργός μιλοῦσε περί τῶν μέτρων πού ἐλαμβάνοντο ἁρμοδίως γιά νά προωθηθοῦν «νέες μορφές ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ πού δέν καλύπτονται ἀπό τόν ἀναπτυξιακό νόμο» τῆς Ἑλλάδος, καί προέβαλλε ὡς πρότυπα ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ τήν «γαστρονομία», τόν «θαλάσσιο», τόν «ἀναρριχητικό», τόν «καταδυτικό», τόν «ἀθλητικό»  τουρισμό, σύν αὐτοῖς δέ καί τόν «θρησκευτικό τουρισμό»[18]. Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπιβεβαίωνε καί σέ συνέντευξή της στό ρωσσικό περιοδικό «Ἑλλάδα»[19] τόν Μάϊο τοῦ 2007, ὅπου μιλῶντας γιά τίς προσπάθειες τοῦ Κράτους νά ἐμπλουτισθεῖ τό «τουριστικό προϊόν» (sic) τῆς Ἑλλάδος, τόνιζε ὅτι «στό πλαίσιο αὐτό προωθοῦμε τήν ἀνάπτυξη ὅλων τῶν νέων μορφῶν τουρισμοῦ: τόν ἰαματικό, τόν πολιτιστικό, τόν περιηγητικό, τόν χιονοδρομικό, τόν θάλασσιο, τόν συνεδριακό, τόν προσκυνηματικό, τόν γαστρονομικό, τόν ἀθλητικό, τόν τουρισμό τῶν πόλεων»[20]. Νά σημειωθεῖ ὅτι τό διμηνιαῖο αὐτό περιοδικό ἐκδίδεται στή Μόσχα σέ συνεργασία μέ τό «Ἑλληνο-Ρωσσικό Ἐμπορικό Ἐπιμελητήριο» καί στοχεύει στήν προώθηση στήν Ρωσσία τῶν ἑλληνικῶν καί κυπριακῶν τουριστικῶν ὑπηρεσιῶν, ἔχει δέ τήν στήριξη πολλῶν ἁρμοδίων φορέων τῆς Ἑλλάδας (ΥΠΕΞ, ΕΟΤ) καί τῆς Ρωσσίας, τοῦ Δημάρχου Μόσχας, ὅπως εἶχε τήν ὑποστήριξη καί τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου Μόσχας Ἀλεξίου β΄.

Στά ἴδια μήκη κύματος μέ τήν Ἑλλάδα βρίσκεται καί ἡ Κύπρος, ὅσον ἀφορᾶ στήν προώθηση τοῦ θρησκευτικοῦ ἤ προσκυνηματικοῦ τουρισμοῦ.  Ἔτσι, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ «θρησκευτικός τουρισμός», μαζί μέ διάφορα ἄλλα «τουριστικά προϊόντα», ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά κυριώτερα τμήματα τῆς τουριστικῆς «ἀγορᾶς» τῆς Κύπρου, πού περιλαμβάνει τόν «συνεδριακό», τόν «μαθητικό καί φοιτητικό», τόν «ἐπαγελματικό καί ἐπιχειρηματικό», τόν «κοινωνικό» τουρισμό, ὡς καί τόν «τουρισμό τῆς τρίτης ἡλικίας» [21].

Ὅπως εἶχε τονισθεῖ στό «Πρῶτο Διεθνές Συνέδριο γιά τόν Θρησκευτικό Τουρισμό», πού εἶχε συνέλθει πρό διετίας στήν Λευκωσία,  ἡ Κύπρος, «ἀνά τούς αἰῶνες συγκέντρωσε σωρεία σημαντικῶν κειμηλείων, παμπάλαιων εἰκόνων, τοιχογραφιῶν καί χτισμάτων» καί «εἶχε τήν τύχη νά προικοδοτηθεῖ μέ ἰδαίτερα ἀξιόλογα μνημεῖα μιᾶς ἄλλης σημαντικῆς θρησκείας, τοῦ Μουσουλμανισμοῦ». Ὡς ἐκ τούτου, τονιζόταν στό Συνέδριο, ἡ προώθηση τῶν «θρησκευτικῶν περιηγήσεων» (sic) ἀποτελοῦν «πρόκληση», καί παρέχουν δυνατότητες ἀναδείξεως τῆς θρησκευτικῆς κληρονομιᾶς τῆς Κύπρου, «στά πλαίσια τῶν πολιτιστικῶν διαδρομῶν πού ἀναδεικνύουν τήν πολιτιστική κληρονομιά τῶν λαῶν» [22].

Καθώς γνωρίζετε ἐνδεχομένως, τόν σχεδιασμό Θρησκευτικῶν Διαδρομῶν στήν Κύπρο ἔχει ἀναλάβει ὁ Κυπριακός Ὀργανισμός Τουρισμοῦ (ΚΟΤ), σέ συνεργασία μέ τό Εὐρωπαϊκό Ταμεῖο Περιφερειακῆς Ἀνάπτυξης, τό ὁποῖο χρηματοδοτεῖ τό ὅλον ἐγχείρημα κατά 50%. Ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι, ὁ σχεδιασμός τῶν «θρησκευτικῶν περιηγήσεων» δέν θά λειτουργήσει αὐτόνομα, ἀλλά «συμπληρωματικά καί σέ συνέργεια μέ ἄλλα ἐξειδικευμένα προϊόντα, ὅπως π.χ. Μονοπάτια τῆς Φύσης, Δρόμοι Κρασιοῦ, Πολιτιστική Διαδρομή Κύπριδα Ἀφροδίτη, συμβάλλοντας στήν στήριξη τῆς τουριστικῆς δραστηριότητας καθώς καί στή διασφάλιση τῆς ἀειφόρου καί βιώσιμης ἀνάπτυξης τῆς ὑπαίθρου τῆς Κύπρου»[23].

 

Διεξερχόμενος κανείς τά ὡς ἄνω κείμενα, ἀλλά καί πολλά ἄλλα σχετικά γραπτά, δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράσει χαρά καί ἱκανοποίηση γιά τίς προσπάθειες πού καταβάλλονται προκειμένου ὅπως ἕνας τόπος, προικισμένος μέ μοναδικές φυσικές καλλονές καί ἀνεκτίμητης ἀξίας μνημεῖα, ὅπως ἡ Κύπρος, ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ρωσσία, ἡ Γεωργία, ἡ Οὐκρανία, ἡ Ρουμανική Μολδαβία, ἀποκτήσει μιά ἄξια τοῦ ὀνόματος καί τῆς ἱστορίας της τουριστική ὑποδομή, πού θά εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τῆς προσπάθειας γιά μιά μακροπρόθεσμη καί βιώσιμη ἀνάπτυξη τῆς χώρας.

Ὡστόσο, δέν μπορεῖ νά ἀποκρύψει κανείς καί κάποιο ἐρεθισμό ὅταν διαπιστώνει ὅτι ἕνας πανάρχαιος ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τό «προσκύνημα», ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς ἕνα «τουριστικό προϊόν», ὡς «πραμάτεια», ὡς ἕνας ἀπό τούς παντοειδεῖς οἰκονομικούς παράγοντας πού ἀναμένεται νά συμβάλει καί αὐτός στήν ἀνάπτυξη καί τήν εὐημερία ἑνός τόπου. Καί βεβαίως ἐνοχλεῖται, βλέποντας ὅτι οἱ περί τόν τουρισμόν ἀσχολούμενοι, ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν τήν εἰδοποιό διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ «τουρισμοῦ» καί «προσκυνήματος». Δηλ. μεταξύ αὐτοῦ πού κατά κύριο λόγο στοχεύει στήν ἀναψυχή τοῦ τουρίστα, καί ἐκείνου πού ἔχει μιά πνευματική διάσταση καί ἀποσκοπεῖ ὄχι στήν «ἀναψυχή», ἀλλά στήν «ψυχική ἀνάταση» καί τήν ἐν Κυρίῳ αὔξηση  τῶν προσκυνητῶν.

* * * * *

Ὅπως ἔγινε ἤδη λόγος, ἡ ἔνταξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», μέσα στά εὐρύτερα πλαίσια τῆς τουριστικῆς καί ἀναπτυξιακῆς πολιτικῆς μιᾶς χώρας, εἶναι πλέον σύνηθες φαινόμενο σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς ὑφηλίου. Δέν εἶναι δέ τυχαῖο ὅτι καί στήν γειτονική Τουρκία, ὅπου, μετά τόν Μικρασιατικό ξερριζωμό καί τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης τό 1923, ἦταν ἀδιανόητο νά πραγματοποιηθεῖ μιά Ὀρθόδοξη λατρευτική Σύναξη στήν Ἀνατολία, σήμερα, ἐπίσημοι κρατικοί φορεῖς, ὅπως τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ καί Τουρισμοῦ, ἡ Διεύθυνση Θρησκευτικῶν Ὑποθέσεων, οἱ Δημοτικές Ἀρχές τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἰωνίας, τῆς Λυκίας, τῆς Βιθυνίας ἤ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, ἐνθαρρύνουν πλέον τά Ὀρθόδοξα προσκυνηματικά ταξίδια, ἀνοίγοντας διάπλατα τίς πύλες ἀλειτούργητων μέχρις ἐσχάτων, καί σέ πολλές περιπτώσεις ἐρειπωμένων, Ναῶν μας. Καί τοῦτο, παρά τίς κατά διαστήματα δυναμικές ἀντιρρήσεις ὡρισμένων ἀκραίων ἐθνικιστικῶν στοιχείων.

Ἡ ἐξέλιξη αὐτή μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς μιά χειρονομία καλῆς θελήσεως τῶν Ἀρχῶν τῆς Τουρκίας  στήν προσπάθεια ἐξομαλύνσεως τῶν σχέσεων της μέ τήν Ἑλλάδα. Καί ὄντως εἶναι μιά εὐπρόσδεκτη χειρονομία πού ὁπωσδήποτε συντελεῖ στήν προσέγγιση τῶν λαῶν τῶν δύο χωρῶν. Ὡστόσο, πρέπει νά ὁμολογηθεῖ ὅτι, σέ περιφερειακό τοὐλάχιστον ἐπίπεδο, τά οἰκονομικά ὠφέλη τῆς Τουρκίας ἀπό τίς ἐπισκέψεις χιλιάδων προσκυνητῶν τόσο ἀπό τήν Ἑλλάδα, ὅσο  καί ἀπό τήν  ἑλληνική διασπορά στίς προγονικές ἑστίες, στίς ρίζες τοῦ γένους, δέν εἶναι διόλου εὐκαταφρόνητα.

Πρέπει ὅμως νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι, ἄν κρατικοί, δημοτικοί καί τουριστικοί φορεῖς τῆς γειτονικῆς χώρας, δίνουν ἔμφαση κυρίως, (ἄν ὄχι ἀποκλειστικά), στό πολιτικο-οικονομικό σκέλος τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πού ἐδῶ καί 15 χρόνια ἡγεῖται τῶν προσκυνημάτων ἀνά τήν Μικρά Ἀσία, δίνει μιά ἄλλη ἔμφαση, καί τοποθετεῖ μέσα στό σωστό ἐκκλησιαστικό, πνευματικό καί ποιμαντικό του πλαίσιο, τό ἐπ’ἐσχάτων ἀναβιωθέν πανάρχαιο εὐλαβές ἔθος τοῦ «προσκυνηματικῶς ἀποδημεῖν».

Ἔτσι, μιλῶντας κατά τήν διάρκεια Ἑσπερινοῦ στόν  Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς Μαλακοπῆς (Καππαδοκίας) τόν Ἰούλιο τοῦ 2005, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀπευθυνόμενος σέ ὅμιλο προσκυνητῶν πού τόν εἶχαν συνοδεύσει, ρωτοῦσε: «Ποῖον εἶναι τό κινοῦν αἴτιον τῶν ἐπισκέψεών μας (στήν Καππαδοκία); Μία εὐλαβής ἰδιοτροπία ἤ ἔστω μία καλή προσκυνηματική συνήθεια;» Καί ἔδινε τήν ἀπάντηση. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ στήν Καππαδοκία, ἔλεγε, διότι ὁ τόπος αὐτός «ἐκπέμπει ἁγιότητα, ὁσιότητα, μαρτυρικότητα, εὐαγγελικότητα». Καί συνέχιζε, τονίζοντας μέ ἔμφαση, ὅτι «ἐρχόμεθα καί θά ἐπανερχόμεθα ὡς πεινῶντες καί διψῶντες νά πίνωμεν καί τρώγωμεν ἐν Θείαις Λειτουργίαις τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἐδῶ ὅπου λειτουργικῶς ζῶντες ἐβίωσαν οἱ Καππαδόκαι Ὀρθόδοξοι…, ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα διά νά ἐπαναβαπτιζόμεθα εἰς τό προσευχητικόν κλῖμα τό ὁποῖον περιρρέει τόν ὅλον ὑποβλητικόν χῶρον…, ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα πάλιν, διότι αἰσθανόμεθα ἐνταῦθα πληρέστερον τό μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιότητος καί τῆς πραγματικότητος τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνός μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἰς τό ὁποῖον συμμετέχουν οἱ πρό ἡμῶν, οἱ σύγχρονοι ἡμῶν καί ὅσοι μετά ἀπό ’ἡμᾶς θά ἔχουν λάβει τό χριστοσφράγισμα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ζήσαντες, ζῶντες καί ζήσοντες ἐπ’ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου»[24].

Ἰδού λοιπόν, ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ πεμπτουσία τοῦ βιώματος αὐτοῦ πού ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ «προσκύνημα», καί ὄχι «τουρισμό», ἔτσι ὅπως διατυπώνεται ἀπό χείλη Πατριαρχικά.

Παρενθετικῶς, θά ἦταν ἴσως ἐνδιαφέρον νά ἀναφερθεῖ ὅτι τό θέμα αὐτό, εἶχε συμπεριληφθεῖ στό ἀρχικό πινάκιο θεμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού εἶχε καταστρώσει ἡ Α΄Πανορθόδοξος Διάσκεψις τῆς Ρόδου τό 1961. Μόνο πού τότε δέν γινόταν λόγος περί «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», ἀλλά περί «ἀναπτύξεως τοῦ ἔθους τῶν Ὀρθοδόξων ὁδοιποριῶν πρός τά ἑκασταχοῦ Ἱερά Προσκυνήματα»[25].

* * * *  *

Ἕνα μνημόνιο τό ὁποῖο εἶχε ὑποβληθεῖ τόν Νοέμβριο τοῦ 2005 στό «Παγκόσμιο Φόρουμ Ἀστικῆς Κοινωνίας» (Global Civil Society Forum), πού τελοῦσε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ προαναφερθέντος ἁρμοδίου φορέως τοῦ ΟΗΕ γιά τήν ἀνάπτυξη, ἀφοῦ πρῶτα ἀναφερόταν στίς προβληματικές πτυχές τοῦ τουρισμοῦ καί τόνιζε τήν ἀνάγκη προαγωγῆς στόν κόσμο ἑνός δικαίου καί ἀειφόρου «οἰκοτουρισμοῦ», προέβαινε, ἐν συνεχείᾳ, στήν ἀπαρίθμηση σειρᾶς ὅλης μέτρων, τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά προσδώσουν  ἕνα νέο, πιό «ἀνθρώπινο» κοινωνικό πρόσωπο στόν «τουρισμό μαζῶν», πού ἄρχισε ἐπ’ἐσχάτων νά παίρνει ἀνησυχητικές διαστάσεις, κυρίως στόν λεγόμενο «Τρίτο κόσμο». Μαζί δέ μέ τήν ἔκκληση νά προστατεύονται οἱ «οἰκολογικά εὐαίσθητες περιοχές» τοῦ κόσμου ἀπό ἕνα ἀνεξέλεγκτα ἀναπτυσσόμενο τουρισμό, τό ἐν λόγῳ μνημόνιο προέτρεπε κυβερνήσεις, δήμους καί τουριστικές ἐπιχειρήσεις, νά καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια πρός τρεῖς κυρίως κατευθύνσεις: α) τῆς διαφάνειας στίς τουριστικές ἐπιχειρήσεις, β) τῆς βελτιώσεως τῶν συνθηκῶν ἐργασίας καί τῆς διασφαλίσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων στόν τομέα τοῦ τουρισμοῦ, καί γ) τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν τουριστῶν ὅσον ἀφορᾷ στήν ἱστορία, τήν πολιτισμική κληρονομιά, τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν κοινωνική δομή  τοῦ τόπου ἤ τῆς χώρας πού ἐπισκέπτονται [26].

Ἀπό τήν πλευρά του καί ὁ «Οἰκουμενικός Συνασπισμός Τουρισμοῦ» (Ecumenical Coalition on Tourism-ECOT), ἕνας διαχριστιανικός ὀργανισμός πού ἀπό τό 1982 ἑδρεύει στό Hong Kong  καί δραστηριοποιεῖται στόν τομέα τῆς καταπολεμήσεως τῶν ἀρνητικῶν πλευρῶν τοῦ τουρισμοῦ (ὅπως ἡ παιδοφιλία, πορνεία, ἐκμετάλλευση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἄνιση κατανομή τῶν εἰσοδημάτων), μέ κάποια ἀναφορά του συνηγοροῦσε καί αὐτός ὑπέρ τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν περιηγητῶν ὅσον ἀφορᾷ στίς κοινωνικές ἀνισότητες καί τίς ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας στίς χῶρες πού ἐπισκέπτονται[27]. Καί, ἀσφαλῶς, προέβαινε στήν ἐνέργεια αὐτή μέ τό σκεπτικό ὅτι, ἐγκλωβισμένοι μέσα στήν πολυτέλεια τοῦ ξενοδοχείου μιᾶς παραδεισένιας ἀκρογιαλιᾶς τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, τῆς Ἀφρικῆς ἤ ὁρισμένων χωρῶν τῆς Καραϊβικῆς, ὅπου περνοῦν ἀμέριμνα τίς διακοπές τους, οἱ τουρίστες σπανίως βλέπουν τήν κόλαση μέσα στήν ὁποία ὁ δύσμοιρος αὐτόχθων πληθυσμός πασχίζει νά βγάλει τόν ἐπιούσιον ἄρτον του.

Ἄν λοιπόν, σεβαστοί Πατέρες καί φίλοι ἀκροαταί, διεθνεῖς ὀργανισμοί καί παγκόσμια φόρα αἰσθάνονται σήμερα τήν ἀνάγκη νά παρέχουν ὁδηγίες στόν κόσμο γιά ἕνα κόσμιο, δίκαιο, συνάμα δέ καί ἐπωφελῆ «ψυχαγωγικό τουρισμό», τί εἴδους «κώδικα καλῆς συμπεριφορᾶς», τί εἴδους προτροπή, θά μποροῦσε νά δώσει ἡ Ἐκκλησία, σέ ὅσους ἑτοιμάζονται γιά μιά, ἐντός ἤ ἐκτός τῆς χώρας, «προσκυνηματική ἀποδημία»; Ὁ λόγος, ὄχι βέβαια γιά ἀποδημίες πιστῶν πού μεταβαίνουν ὄντως γιά «προσκύνημα» ἤ γιά κάποιο «τάμα» σέ ἱερούς χώρους, ὅπως λ.χ. στά Ἱεροσόλυμα, στήν Πόλη, στό Σινᾶ, στήν Αἴγινα, στήν Τῆνο ἤ τήν Πάρο. Ὁ λόγος, γιά τίς «προσφορές-πακέτα» πού διαφημίζονται μέν ὡς «προσκύνημα», ἀλλά στήν πραγματικότητα συνιστοῦν «ἐκδρομές» οἱ ὁποῖες στό πλούσιο καί ἑλκυστικό πρόγραμμά τους συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ ἄλλων, καί μιά ἐπίσκεψη σέ κάποιο ξακουστό Μοναστῆρι ἤ σέ ἕνα ἱστορικό χριστιανικό μνημεῖο!

Ὁ ἐν λόγῳ «κῶδιξ καλῆς συμπεριφορᾶς» πρέπει πρωτίστως νά βοηθᾶ τόν ὑπό μηλωτή «προσκυνητοῦ» περιφερόμενο σύγχρονο «τουρίστα», στό νά συλλαμβάνει τήν βαθύτερη ἔννοια τοῦ ἐγχειρήματός του. Στό νά συνειδητοποιεῖ τήν ἱερότητα τοῦ χώρου τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται, εἴτε εἶναι αὐτός ἐν λειτουργίᾳ ἐνοριακός ἤ μοναστηριακός Ναός, εἴτε ἐρειπωμένο χριστιανικό μνημεῖο ἤ, ἀκόμη, μουσεῖο. Στό νά ἔχει συναίσθηση ὅτι «ὁ τόπος ἐν ᾧ οὗτος ἔστηκε, γῆ ἁγία ἐστίν» (Ἔξοδος 3, 5), καθώς ἔλεγε στόν Μωϋσῆ ἡ Θεϊκή φωνή πού ἐκπέμπονταν ἀπό τήν φλεγομένη καί μή κατακαιομένη Βάτο στό ὄρος Χωρήβ. Νά μήν ἔχει δηλαδή τήν ἀνοίκεια συμπεριφορά κάποιου νεοέλληνος «προσκυνητοῦ», πού εὑρισκόμενος πρό τινος στήν Ἁγιασοφιά, «τό Παλλάδιο αὐτό τοῦ εὐλογημένου Γένους τῶν Ρωμηῶν»[28] ἔπειτα ἀπό μιά φευγαλέα ἐπίσκεψη στό Φανάρι, καί ἀδιαφορῶντας γιά ὅσα λέγονταν περί τῆς σημασίας γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν ἑλληνισμό τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ προσκυνήματος (κι’ἄς εἶναι σήμερα μουσεῖο), ἀδημονοῦσε, ζητῶντας ἐπίμονα ἀπό τόν ξεναγό νά συντομεύει, προκειμένου ὅπως τό «γκρούπ» του προλάβει τήν Κλειστή Ἀγορά, τό περιώνυμο «Τσαρσί» τῆς Πόλης, προτοῦ σχολάσει!!

Ὁ προσκυνητής δέν μεταβαίνει σέ «Προσκύνημα» γιά ἀναψυχή. Οὔτε καί γιά νά θαυμάσει μόνο ξακουστά ἀρχιτεκτονικά ἤ ἁγιογραφικά ἀριστουργήματα, πού δημιούργησαν κάποτε δεξιοτέχναι μαστόροι. Οὔτε δέ μεταβαίνει μέ τήν νοοτροπία τοῦ «ἦλθον, εἶδον, ἀπῆλθον»! Ὅπως παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, Ἀρχιμανδρίτης Δοσίθεος, ὁ προσκυνητής μεταβαίνει σ’ἕνα χῶρο Ἱερό γιά νά προσκυνήσει, νά ἁγιαθεῖ, νά ἰαθεῖ, νά ὠφεληθεῖ πνευματικά…νά συγκεντρωθεῖ, νά συζητήσει, νά χωνέψει αὐτά πού εἶδε καί ἄκουσε,  κυρίως δέ γιά νά μετάσχει στήν λειτουργική ζωή μιᾶς Ἱερᾶς Μονῆς[29], ἤ μιᾶς Ἐνορίας. Μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο προκειμένου ὅπως βρεθεῖ σέ «κοινωνία» μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ τόπου αὐτοῦ, τούς πιστούς πού εἶναι ἡ τοπική ἔκφραση τῆς «Μιᾶς» Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί οἱ ὁποῖοι μαζί μέ μᾶς καί μαζί μέ τούς ἀνά τήν οἰκουμένη λοιπούς ὀρθοδόξους, ἀποτελοῦν τό Σῶμα Χριστοῦ καί εἶναι «μέλη ἐκ μέρους» (Α΄Κορ. 12,27). Καί θά προσέθετα, πώς μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο γιά νά ἐνδιαφερθεῖ καί γιά τήν τύχη αὐτῶν πού συνιστοῦν τήν τοπική ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἔχει νόημα, νομίζω, νά ἐπισκεφθεῖ κανείς, ντόπιος ἤ ξένος,  ἕνα ἱστορικό Ναό ἤ μιά Μονή κάποιου συρρικνωμένου ἀκριτικοῦ χωριοῦ τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου ἤ τῆς κατεχόμενης Κύπρου, χωρίς νά διερωτηθεῖ γιατί ἐρήμωσε ὁ τόπος καί πῶς ζοῦν σήμερα οἱ ἐναπομείναντες, γηραιοί κυρίως, κάτοικοί του. Οὔτε ἀρκεῖ νά μεταβεῖ κάποιος στήν Πόλη γιά ἐπίσκεψη στό Φανάρι, στήν Χάλκη, τήν Ἁγιασοφιά ἤ τήν Μονή τῆς Χώρας, (ἐννοεῖται δέ καί στήν «Κλειστή ἀγορά» καί σέ κάποια ταβέρνα τοῦ Βοσπόρου!), χωρίς νά προβληματισθεῖ γιά τήν τύχη τοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Πολίτικης Ρωμηοσύνης. Ὅπως δέν ἔχει νόημα νά ἐπισκεφθεῖ κανείς «προσκυνηματικά» τά Ἅγια χώματα τῆς Παλαιστίνης, τήν Βηθλεέμ, τήν Ναζαρέτ, τό Θαβώρ, τόν Ἰορδάνη καί τά Ἱεροσόλυμα, (διακατεχόμενος ἴσως καί ἀπό κάποιο φόβο, μπάς καί σέ λίγο «ἐξαραβισθεῖ» τό ἐκεῖσε Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο), χωρίς ταυτόχρονα νά διερωτηθεῖ γιά τά αἴτια ἐκεῖνα πού προκάλεσαν τήν συρρίκνωνση τοῦ ὀρθοδόξου καί γενικά τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἁγίας Πόλεως τά τελευταῖα σαράντα χρόνια, καί χωρίς νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν μοῖρα καί τίς συνθῆκες διαβιώσεως στήν ὑπό κατοχή πατρῴα τους γῆ, τῶν ἐναπομεινάντων λίγων αὐτοχθόνων πιστῶν, πού ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, τουτέστι τῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἄλλο πρᾶγμα λοιπόν, σεβασμία καί ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ «Προσκυνηματική ἀποδημία», καί ἕτερον ὁ «Θρησκευτικός τουρισμός». Καί στήν συνειδητοποίηση ἐκ μέρους τῶν ἀποδημούντων τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν τοῦ «ἀποδημεῖν», πρέπει νά συμβάλλουν ἀποτελεσματικά τόσο οἱ διοργανωταί παρομοίων «ἐξορμήσεων», (Μητροπόλεις, Ἐνορίες, Σύλλογοι, Ταξιδιωτικά γραφεῖα), ὅσο καί οἱ Ἱερές Μονές καί Ἐνορίες πού φιλοξενοῦν ἄτομα ἤ ὁμάδες προσκυνητῶν. Χωρίς τήν βασική αὐτή ποιμαντική μέριμνα καί προϋπόθεση, τό «προσκύνημα» καταντᾶ νά εἶναι, ἁπλῶς, περιήγηση.

 

  * * * *  *

[1] Célia Chauffour, La Pologne prie et s’interroge sur la sécurité de son tourisme religieux, στήν Ἐφημερίδα Le Monde, 24 Ἰουλίου 2007

[2] Ὑπάρχουν π.χ. ἐνδείξεις ὅτι ἡ ἀτυχής ἀπόφαση τῶν Ἰορδανικῶν Ἀρχῶν στίς ἀρχές τοῦ 2007 νά ἄρουν, γιά κάποιο διάστημα, τήν ἀναγνώριση τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, ὠφείλετο στίς ἐπιφυλάξεις τοῦ Πατριάρχου γιά τά σχέδια διαφόρων ἰορδανικῶν φορέων ὅπως δημιουργήσουν, μέ ρωσσικά κεφάλαια, ἕνα τεράστιο τουριστικό συγκρότημα καί Ἱ.Ναό στήν ἀνατολική ὄχθη τοῦ  Ἰορδάνου, ὡς ἀντίπαλο δέος στό γνωστό προσκύνημα τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, πού κεῖται στό κατά παράδοσιν σημεῖο τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου, καί τό ὁποῖο βρίσκεται στήν ὑπό  Ἰσραηλινή κατοχή δυτική ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου Ποταμοῦ.

[3] Raul Nicolau Gonsalves, New horizons for the Pastoral Care of Tourism, ἐν Perspectives in Tourism, Spirituality in Tourism, no. 2, σελ. 22

[4] Antony Rogers,  Bringing People Together for Just Peace-Challenges to Tourism in the 21 Century, ὅπ.π. σελ. 7

[5] UNEP Global Civil Society Forum, UNEP/GCSF/5

[6]  European Tourist Attractions Market Assessment 2007, στό http//www.researchandmarkets.com/reports/451138

[7] http://www.sete.gr, conferences.

[8] http//www.sete. gr, δελτίο 8/9/2008

[9]Ron O’ Grady, The Τhreat of Tourism-Challenge to the Church, WCC Publications, Geneva, 2006, p. 75

[10] Βλ. Αἰθερίας Ὁδοιπορικόν, ἐκδ. «Τῆνος».

[11] Ἀρχιμανδρίτου Δοσιθέου, δηγός Ὀρθοδόξου Προσκυνητοῦ, ἐκδ. Δ΄, Ἱ. Μονή Παναγίας Τατάρνης, σελ. 30

[12] Andrew Duff, Churches and Tourism, http://www.churchesandtourismassociation.info

[13]   Κατά πληροφορία τοῦ κροατικοῦ ἱδρύματος “Svetiste Kraljice Mira”- «Προσκύνημα τῆς Βασιλίσσης τῆς Εἰρήνης», σέ εἴκοσι ἑκατομμύρια ἐνέρχονται ἐκεῖνοι πού σέ μερικά χρόνια ἐπισκέφθηκαν τήν κωμόπολι αὐτή. Βλ. Apparitions de la Vièrge Marie Medjugorje, ἐν http://www.kroatien-ferien.com.  Πρβλ. καί «Σέ ἄνοδο ὁ Θρησκευτικός τουρισμός», στήν ἐφημερίδα Ναυτεμπορική, 22/6/2007

[14] Ὁ Καρδιανάλιος Ratzinger, καί σήμερα Πάπας Βενέδικτος ις΄, εἶχε τότε χαρακτηρίσει τό φαινόμενο τῆς Medjugorje  ὡς «ἁπλό ἐφεύρημα». Βλ. Rémi Fontaine, Le cas Medjugorje, Présent, 24 juin 2006

[15] http://www.panagia-galaxa.gr./tourismos.html

[16] Διεθνές Συμπόσιο γιά τόν Πολιτιστικό Τουρισμό 16-19/11/2006, βλ. http://www.helexpo.gr/portal. Event item.

[17] ὅπ.π.

[18] Βλ. www.seteconferences.com/ 5th Conferencespeaches

[19].Βλ.www.traveldailynews.gr/new.asp

[20] http//www.greece.ru/gr/cult

[21] Βλ. Ἡ Ἑλληνική Τουριστική Ἀγορά γιά τήν Κύπρο. Στό http//www.cyprustradecenter, gr/files/Cyprus-greece-commercial-relations-annex-4,ht

[22] Βλ. «Στοίχημα γιά τήν Κύπρο ἡ ἀνάπτυξη θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ. Στό http//www.traveldailynews.gr/new.asp?newid=33225&subcategory_id=30

[23] Βλ. «Ἀνάπτυξη τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ στήν Κύπρο». Ὅπ. π., 34532

[24]  Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινόν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου Θεοδώρου Μαλακοπῆς (02/07/2005), βλ.http://www.ec-patr.org/docdisplay

[25] Μονογραφηθέντα Πρακτικά τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (24 Σεπτεμβρίου-1 Ὀκτωβρίου 1961), ἐν Ὀρθοδοξία, ΛΖ΄ (1962) σελ.70

[26] Background Document on Tourism. EED-Tourism Watch, UNEP/GCSF/5 (01 October 2005) σελ. 8

[27] An ECOT declaration on World Tourism Day 2006, στό http://www.ecotonline.org

[28] Ἀρχιμ. Δοσιθέου, μν. ἔργ. σελ. 4

[29] Αὐτόθι, σελ. 30 καί 62