Κυριακή Γ’ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτθ. στ’ 22-33 (28-06-2020)

Iisous Xristos I Zoi Ton Anthropon

Διακόνου Επιφανίου Παπαντωνίου

Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; Καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; Πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 

Νεοελληνική Απόδοση

Είπε ο Κύριος, «Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά, όλο το σώμα σου θα είναι στο φως. Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο το σώμα σου θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ‘ναι το σκοτάδι!» «Κανείς δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους· γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα στηριχτεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και στο Θεό και στο χρήμα». «Γι’ αυτό, λοιπόν, σας λέω: Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο; Κοιτάξτε τα πουλιά που δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες, κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει· εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; Κι έπειτα, ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχυ στο ανάστημά του; Και γιατί τόσο άγχος για το ντύσιμό σας; Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα πως μεγαλώνουν: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν· κι όμως σας βεβαιώνω πως ούτε ο Σολομών σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ντυνόταν όπως ένα από αυτά. Αν όμως ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει κι αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην έχετε, λοιπόν, άγχος και μην αρχίσετε να λέτε: «τι θα φάμε;» ή: «τι θα πιούμε;» ή: «τι θα ντυθούμε;» γιατί για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται το Θεό· ο ουράνιος όμως Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός του, κι όλα αυτά θα ακολουθήσουν.

Σχολιασμός 

Το σημερινό ανάγνωσμα της τρίτης κατά σειρά Κυριακής της περιόδου των Κυριακών που ξεκινά από την εορτή των Αγίων Πάντων μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου, κατά την οποία διαβάζονται  ευαγγελικές περικοπές από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, αποτελεί ένα απόσπασμα από την επί του όρους ομιλία του Κυρίου, η οποία από μόνη της είναι ένα εγχειρίδιο χριστιανικής ηθικής, αφού στα θέματα τα οποία διαπραγματεύεται, δίνει τις πνευματικές συντεταγμένες στη ζωή του ανθρώπου και τους σωστούς δρόμους που οδηγούν στην ένωσή του με το Θεό.

Στο απόσπασμα αυτό ο Ιησούς Χριστός κάνει ιδιαίτερη αναφορά στον νου, ως το σημείο όπου ο άνθρωπος παίρνει τις αποφάσεις του, αξιολογώντας δεδομένα, ιεραρχώντας επιθυμίες και σταθμίζοντας δυνατότητες. Μάλιστα μιλά γι΄ αυτόν χωρίς να τον κατονομάζει. Αναφέρεται μόνο για φως και σκότος μέσα στον άνθρωπο. Αυτό δεν το κάνει θεωρητικά η με φιλοσοφική διάθεση, αλλά τελείως πρακτικά, κάνοντας λόγο στις θυρίδες της ψυχής και του νου, τα μάτια, καθώς αυτά είναι που συλλέγουν τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις, αυτά εισάγουν την όποια εικόνα εντυπωσιαζόμενα από τη δύναμή της κι αυτά κατευθυνόμενα σημασιοδοτούν τις όποιες αναζητήσεις του ανθρώπου από τον κόσμο γύρω του.

Όταν το μάτι του ανθρώπου λέει είναι φωτεινό, τότε και όλο το σώμα θα καταστεί φωτεινό. Ενώ αντίθετα, η πονηριά που μπορεί να έχει το μάτι που προσκολλάται στα αμαρτωλά πράγματα, θα επιφέρει το πνευματικό σκότος σε όλο το είναι του ανθρώπου. Εάν επομένως, ο νους µας σκοτισθεί από την προσκόλληση στην ύλη, σε πόσο σκοτάδι θα βυθισθεί ή ψυχή µας;

Στη συνέχεια μιλά για τη μέριμνα που επιδεικνύει ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του που πολλές φορές του προκαλεί  ένα μεγάλο άγχος. Μη φροντίζετε, μας συμβουλεύει ο Κύριος, με αγωνία και στεναχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα φορέσετε. Οι πολλές μέριμνες και οι ανήσυχες φροντίδες τυραννούν τον άνθρωπο, ο οποίος αγωνιά συνεχώς και δείχνουν την ολιγοπιστία μας και έλλειψη εμπιστοσύνης στη στοργική αγάπη του Θεού. Η επιβίωση και η ευτυχία στη ζωή δεν μπορούν να έρθουν μέσα από το άγχος, τη μέριμνα, τον φόβο, αλλά μέσα από την εμπιστοσύνη στο Θεό και το θέλημά Του. Η εμπιστοσύνη στο Θεό δε σημαίνει αδιαφορία μας για τα βιοτικά. Το «μη μεριμνάτε» του Χριστού δε σημαίνει «μη εργάζεσθε». Ο Κύριος δε συνηγορεί σε μια παθητικότητα απέναντι στη ζωή ούτε περιφρονεί τη σοβαρή και επίπονη εργασία για συντήρηση αλλά και για μελλοντική ασφάλεια.

Ζούμε σε μία εποχή μέριμνας, αγωνίας και φόβου. Προσανατολίσαμε τη ζωή μας στην τροφή, τα αγαθά, το φαίνεσθαι και αγνοήσαμε παντελώς τις προτεραιότητες της ψυχής και του σώματος, όπως οι πνευματικές συντεταγμένες της πίστης μάς υποδεικνύουν. Υποκαταστήσαμε την πρόνοια του Θεού με τα υλικά αγαθά και την όψη μας, με αποτέλεσμα οι εξουσίες του κόσμου τούτου (το χρήμα) να μας έχουν κυριεύσει. Και η αγωνία μας έγκειται πλέον στην επιβίωση και την αυτάρκειά μας και όχι στην κοινωνία με τον Θεό και τον πλησίον.

Είναι ο νόμος του Θεού, το θέλημά Του, η βασιλεία Του. Αυτό που ζητάμε στην Κυριακή προσευχή: «..ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης..». Η θεία Πρόνοια και η αγάπη του Πατέρα δεν θα υστερήσει τίποτε από τον άνθρωπο, που βρίσκεται σε κοινωνία μαζί Του κι αφήνει με πίστη τη ζωή στα χέρια Του. Εκείνος γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες μας και θα χαρίσει τα απαραίτητα αγαθά. Θα μας χαρίσει και την ουράνια Βασιλεία Του. Αρκεί εμείς να τηρούμε το θέλημά Του και να ζητάμε τη σωτηρία της ψυχής μας, να ζητάμε να γίνεται το θέλημα του Θεού. Τότε θα απελευθερωθούμε από την προσκόλληση στα υλικά αγαθά και θα είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό της αγάπης και σε κοινωνία με τον πλησίον μας. Λέγει ο Κύριος στο τέλος του σημερινού αναγνώσματος: «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (στιχ. 33).