Κυριακή Η΄ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. ιδ’ 14-22 (02-08-2020)

Κυριακή Η Ματθαίου

Πρωτ. Σταύρου Σταύρου, Καθηγητή Μ.Ε. 

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτούς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. Ὀψίας δὲ γενομένης, προσῆλθον αὐτῷ οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ, λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος, καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας, ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. Οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. Ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν, εὐλόγησε· καὶ κλάσας, ἔδωκε τοῖς Μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ Μαθηταὶ τοῖς ὅχλοις. Καὶ ἔφαγον πάντες, καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς Μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον, καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, είδε ο Ιησούς πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα είναι περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». Κι αυτοί του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Κι αυτός ειπε: «Φέρτε μού τα εδώ». Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές κι οι μαθητές στο πλήθος. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί αφού έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Αμέσως ύστερα ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές να μπούν στο καΐκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.

Σχολιασμός

Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή μας διηγείται το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ψαριών από τα οποία έφαγαν πέντε χιλιάδες άνθρωποι και χόρτασαν. Είδε λέει, ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Ιησούς πολύ κόσμο να τον ακολουθεί και τον σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τους αρρώστους τους. Γιατί αυτός είναι κατά τον προφήτη Ησαία που σήκωσε στους ώμους του τον πόνο μας και υπέμεινε τις ασθένειές μας.

Από τον αριθμό των ανθρώπων  που βρίσκονταν μαζί με τον Ιησού Χριστό για να ακούσουν το κήρυγμα του συμπεραίνουμε πόσο πολύ είχαν επηρεαστεί  από το λόγο του και τα θαύματα τα οποία επιτελούσε.

Βρισκόμενοι σε τόπο ερημικό δεν προέβλεψαν ότι η διδασκαλία Του θα διαρκούσε αρκετή ώρα και δεν είχαν φροντίσει για το δείπνο τους, ώσπου κάποια στιγμή οι μαθητές πλησιάζουν τον διδάσκοντα Κύριο για να του υπενθυμίσουν ότι πρέπει να διακόψει, για να πάει ο κόσμος να προμηθευτεί τροφή διότι εκείνοι δεν διέθεταν την υπερβολική αυτή ποσότητα, ώστε να φτάσει για όλους, δεδομένου ότι ήταν πέντε χιλιάδες άνδρες εκτός των γυναικών   και των παιδιών και διέθεταν μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια (Ματθ. ιδ, 14). Με την  ανθρώπινη λογική εδώ θα περιμέναμε τον Ιησού Χριστό να προτρέψει τον όχλο να διαλυθεί, έτσι ώστε να μπορέσουν να κατέβουν στα κοντινά χωριά να αγοράσουν την  τροφή που χρειάζονταν.

Εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του Χριστού στην προτροπή των μαθητών του να απολύσει τους όχλους. Ο Κύριος τους απαντά  ότι δεν χρειάζεται να φύγουν, αλλά δώστε τους εσείς να φάνε. Οι μαθητές εξεπλάγησαν γιατί πώς ήταν δυνατό να θρέψουν τόσες χιλιάδες ανθρώπους από το τίποτε. Ανατρέπει την  σκέψη τους  ο Διδάσκαλος. Τους θέλει ενεργούς στην λύση του προβλήματος. Θα έπρεπε με άλλα λόγια οι μαθητές να κάνουν το πρώτο βήμα και να δώσουν ότι είχαν, και στην συνέχεια να έχουν το θαυμαστό αποτέλεσμα του χορτασμού (Ι. Χρυσοστόμου, «Λόγος εις τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας»).

Η Θεία Ευχαριστία είναι ο ουράνιος άρτος των ανθρώπων. Ακόμη μπορεί οι Όμως αυτό που είναι αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό. Ο Ιησούς στρέφει τα μάτια στον ουρανό, προσευχόμενος, ευλογεί τις υπάρχουσες τροφές και θρέφει ολόκληρο το πλήθος των ανθρώπων αφήνοντας και πολλά περισσεύματα. Σχολιάζει σχετικά ο Ιερός Χρυσόστομος: « Ο τόπος μπορεί να είναι έρημος, όμως υ τρέφει την οικουμένη. Η ώρα έχει περάσει, αλλά μαζί σας συνομιλεί Εκείνος, που δεν υπόκειται στο χρόνο».

Στους μαθητές Του, ανάμεσα τους αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό. Εκείνος πο δίνει τους άρτους για να τους μοιράσουν στο πλήθος, για να θυμούνται μόνιμα και συνεχώς το θαύμα. Ακόμη δίνει τους άρτους, για να μην νομισθεί πως κατά φαντασία θαυματούργησε. Τα περισσεύματα είναι δείγμα ατράνταχτης αλήθειας.

Το θαύμα των πέντε άρτων είναι σύμβολο και της Θείας Ευχαριστίας άρτοι να συμβολίζουν και τα πολλά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος τρέφει το λαό του και την εκκλησία Του με τον εαυτό Του . Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ζωοποιός Αρτος . Ο Ιησούς Χριστός με το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων μας φανερώνει πως δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για την ψυχή του ανθρώπου αλλά μερίμνησε και για το σώμα του. Τις υλικές ανάγκες του. Ο Χριστός δεν περιφρονεί τα υλικά αγαθά , αλλά τα ιεραρχεί. Πρώτα είναι η βρώση η μένουσα ( Ιωαν. 6,27) και μετά η πρόσκαιρη. Η εκκλησία ενδιαφέρεται το ίδιο για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου, αλλά θέτει όρια στις απαιτήσεις μας. Πρώτα δίδαξε ο Ιησούς Χριστός τον όχλο και μετά τους έδωσε ψωμί να φάνε.

Οφείλουμε εμείς οι άνθρωποι να αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε το σύνδεσμο με το Χριστό που είναι ο ζωοποιός άρτος και όχι η επιθυμία να αποκτήσουμε περισσότερα εφήμερα αγαθά. Σίγουρα δεν παραμένουμε μόνο στο έργο της διδασκαλίας του Ευαγγελίου  αλλά και στη χρήση των αγαθών, αποφεύγοντας τη σπατάλη και κινούμενοι στην βοήθεια των άλλων από το περίσσευμα μας. Να μην λησμονούμε τον σοφό λόγο που ο Απόστολος Παύλος γράφει προς τους Χριστιανούς της Κορίνθου «Το δικό μας περίσσευμα πρέπει να καλύπτει το υστέρημα των άλλων» (Β΄ Κορ. η,14). Αμήν.