Κυριακή του Τυφλού, Αποστ. Ανάγνωσμα: Πράξεις των Αποστόλων ιστ’, 16-34 (24-05-2020)

Απόστολος Παύλος

Διακόνου Χαρίτωνα Θεοδώρου

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν͵ ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν͵ οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας͵ καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες͵ καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ’ αὐτῶν. Καὶ οἱ στρατηγοὶ περιῤῥήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν͵ πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν͵ παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεό· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου͵ ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς͵ σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν͵ νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε͵ καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι͵ τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν͵ καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν͵ καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα͵ ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιᾶτο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις ημέρες, καθώς πηγαίναμε στον τόπο της προσευχής, συνέβη να συναντήσουμε μια δούλη, που είχε μαντικό πνεύμα και με τις μαντείες της απέφερε πολλά κέρδη στους κυρίους της. Αυτή ακολουθούσε τον Παύλο και τον Σίλα και φώναζε : «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του ύψιστου Θεού, που μας κηρύττουν την οδό της σωτηρίας!» Αυτό το έκανε πολλές μέρες. Ο Παύλος αγανάκτησε· γύρισε πίσω και είπε στο πνεύμα: «Σε διατάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού, να βγεις απ’ αυτήν». Την ίδια στιγμή βγήκε το πνεύμα. Όταν είδαν τ’ αφεντικά της ότι μαζί με το πνεύμα χάθηκε κι η ελπίδα του κέρδους που είχαν από την εργασία της, έπιασαν τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στην αγορά για να τους παρουσιάσουν στις αρχές. Τους οδήγησαν μπροστά στους ανώτατους άρχοντες της πόλης και είπαν: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι Ιουδαίοι και προκαλούν ταραχές στην πόλη. Θέλουν να εισαγάγουν έθιμα που δεν επιτρέπεται σ’ εμάς, που είμαστε Ρωμαίοι, να τα δεχτούμε ή να τα τηρήσουμε». Τότε ο λαός ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Οι άρχοντες τους έσκισαν τα ρούχα και έδωσαν διαταγή να τους ραβδίσουν. Τους έδωσαν πολλά χτυπήματα και μετά τους έβαλαν στη φυλακή κι έδωσαν εντολή στον δεσμοφύλακα να τους φυλάει ασφαλισμένους καλά. Αυτός, εφόσον πήρε μια τέτοια εντολή, τους έβαλε στο πιο εσωτερικό κελί και για λόγους ασφάλειας έσφιξε τα πόδια τους στην ξυλοπέδη. Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και έψελναν ύμνους στον Θεό· και τους άκουγαν οι φυλακισμένοι. Ξαφνικά έγινε ένας σεισμός τόσο δυνατός, που σαλεύτηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Αμέσως άνοιξαν όλες οι πόρτες και τα δεσμά των φυλακισμένων λύθηκαν. Ο δεσμοφύλακας ξύπνησε· κι όταν είδε τις πόρτες της φυλακής ανοιχτές, έβγαλε το σπαθί του κι ήθελε να σκοτωθεί, νομίζοντας ότι οι φυλακισμένοι είχαν δραπετεύσει. Τότε ο Παύλος του φώναξε: «Mην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου! Είμαστε όλοι εδώ». Ο δεσμοφύλακας ζήτησε να του φέρουν φώτα, πήδηξε μέσα στο κελί, και τρομαγμένος έπεσε στα πόδια του Παύλου και του Σίλα. Ύστερα τους έβγαλε έξω και τους ρώτησε: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;» Αυτοί του είπαν: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς κι εσύ και το σπίτι σου». Και κήρυξαν σ’ αυτόν και σ’ όσους ήταν στο σπίτι του τον λόγο του Κυρίου. Ο δεσμοφύλακας τους πήρε την ίδια εκείνη ώρα μέσα στη νύχτα κι έπλυνε τις πληγές τους· ύστερα βαφτίστηκε αμέσως ο ίδιος κι όλη η οικογένειά του. Κατόπιν τους ανέβασε στο σπίτι του και τους έστρωσε τραπέζι. Ήταν πανευτυχής που κι αυτός και όλη η οικογένειά του είχαν βρει την πίστη στον Θεό.

Σχολιασμός

Πολλές οι σκέψεις, οι προβληματισμοί αλλά και  τα μηνύματα που πηγάζουν από την παρούσα αποστολική περικοπή  και ένα από αυτά όπου και θα καταπιαστούμε  είναι  ο δαιμονισμός . Ένα τυπικό παράδειγμα δαιμονισμού και πιο συγκεκριμένα παράδειγμα δαιμονοληψίας είναι και η σημερινή παιδίσκη των Φιλίππων, που περιγράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων(16,16-18). Δαιμονοληψία είναι η κατάσταση εκείνη , κατά την οποία το πονηρό πνεύμα χρησιμοποιεί τον άνθρωπο ως κατοικία του δηλαδή εισβάλλει μέσα στην ψυχοσωματική του κατάσταση. Μας δίνεται λοιπόν η αφορμή να κάνουμε μια σύντομη ανάλυση  περί  δαιμονολογίας.

Η διδασκαλία της Εκκλησίας δέχεται τους δαίμονες ως εκπεσόντες αγγέλους. Κατ’αυτό τον τρόπο, τους τοποθετεί εντός του πλαισίου των δημιουργημάτων του Θεού. Κατά συνέπεια ,απορρίπτει τη σχετική αντίληψη του συστήματος της Διαρχίας  ότι τα όντα αυτά προέρχονται από την αρχή του κακού , η οποία βαίνει παράλληλα προς την αρχή του αγαθού, δηλαδή τον Θεό. Την ύπαρξη των δαιμόνων μαρτυρούν και η Αγία Γραφή και η Ιερά παράδοση. Ενδεικτικά θα μνημονεύσουμε ορισμένες σχετικές μαρτυρίες.

Ήδη στο βιβλίο της Γενέσεως γίνεται αναφορά για την ύπαρξη και τη δράση του διαβόλου, ο οποίος, με τη μορφή του όφεως , οδήγησε τους πρωτόπλαστους ,τον Αδάμ και την Εύα, στην πτώση. Σαφής είναι η μνεία του διαβόλου και στο βιβλίο του Ιώβ: «Και εγένετο ως η ημέρα αύτη και ιδού ήλθον και άγγελοι του Θεού παραστήναι ενώπιον του Κυρίου, και ο διάβολος ήλθε μετ’αυτών» . Στο βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος τονίζεται η δράση του διαβόλου ως συντελεστή της απώλειας της μακαριότητας του ανθρώπου: «φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον». Επίσης, στην Καινή Διαθήκη οι μαρτυρίες περί διαβόλου είναι πολυπληθείς. Ολόκληρη η ζωή και το έργο του Κυρίου αποβλέπουν στην εξουδετέρωση του σατανά από τη ζωή του ανθρώπου και την εκμηδένιση της τυραννίας του.

 Ο σατανάς θεωρείται ως ο άρχων του κόσμου τούτου, εκείνος που ανακόπτει την επικράτηση της βασιλείας του Θεού επί της γής. Ο Ιησούς υφίσταται τους πειρασμούς από τον διάβολο στην έρημο. Ο σατανάς έρχεται και απομακρύνει τον θείο λόγο ο οποίος σπάρθηκε στους ανθρώπους και επιπροσθέτως σπέρνει ζιζάνια αμαρτίας και πονηρίας. Μνεία των δαιμόνων γίνεται και στην Ιερά Παράδοση. Αιτία της έκπτωσης των δαιμόνων από την αγγελική τάξη και ζωή υπήρξαν η υπερηφάνεια, η έπαρση, η αλαζονεία, η ανταρσία. Οι εκπεσόντες άγγελοι, δηλαδή οι δαίμονες στερήθηκαν τη δυνατότητα τη μετανοίας σε αντίθεση με τον άνθρωπο που μπορεί να μετανοήσει επειδή ακριβώς το σώμα ασθενεί.

Το έργο των δαιμόνων είναι η αντενέργεια στο θέλημα του Θεού. Η υπονόμευση του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρα και η αντίδραση στην οικειοποίηση της σωτηρίας εκ μέρους του ανθρώπου. Το έργο του διαβόλου είναι ποικιλόμορφο , αλλά πάντοτε έχει στόχο αρνητικό, καταστρεπτικό , ολέθριο. Στην αρνητική αυτή αποστολή προβαίνουν οι δαίμονες είτε δραστηριοποιούμενοι οι ίδιοι εναντίον των ανθρώπων είτε χρησιμοποιώντας για την επιτέλεση του θεόμαχου τούτου έργου τους ασεβείς εναντίον των ευσεβών, τους απίστους κατά των πιστών. Το έργο των δαιμόνων επιτελείται κατά θεία παραχώρηση. Δηλαδή ο Θεός αφήνει ελεύθερο το πεδίο στους δαίμονες να δρούνε έχοντας ως αντικείμενο ενεργείας τους τον άνθρωπο. Αυτό γίνεται για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος και να φθάσει μετά από πολύ πνευματικό αγώνα στην πνευματική του τελείωση αλλά και για να τιμωρηθεί για τις αμαρτίες και παραβιάσεις του θείου θελήματος που ο ίδιος ο άνθρωπος διαπράττει. Η δράση τους δεν εστιάζεται μόνο στους ανθρώπους οι οποίοι κινούνται εντός των παθών αλλά και σε εκείνους που είναι κοντά στο Θεό.

Με το έργο των δαιμόνων συνδέεται και η μαγεία, η λευκή και η μαύρη. Η μαγεία δεν έχει καμιά σχέση με τον Θεό. Όποιος χρησιμοποιεί την μαγεία επικλήνεται καθαρότατα τον διάβολο.

Ο άνθρωπος που ζει εν Χριστώ και κατά Χριστόν έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τις μεθοδεύσεις και τις επιθέσεις του διαβόλου. Κάνοντας χρήση του αυτεξουσίου του ο άνθρωπος μπορεί να αναδειχθεί νικητής στον αγώνα κατά του διαβόλου. Βρισκόμενος ο άνθρωπος σε συνεχή και αδιάλειπτη εγρήγορση και πάντοτε μαζί με την θεία επικοινωνία και κοινωνία καθίσταται ισχυρός και ακατανίκητος. Επιπλέον αντιλαμβάνεται την περιορισμένη δύναμη του ισχυρού σε αντίθετη περίπτωση «πεπτωκότος αγγέλου». Ο Νείλος ο ασκητής μας τονίζει περί τούτου: «Το μέν ούν αμαρτήσαι ανθρώπινον υπάρχει το δε απελπίσαι, σατανικόν και ολέθριον».