Άγιος Επιφάνιος Κωνσταντίας, παρουσίαση τόμου πρακτικών, Θ.Γιάγκου (10-5-2012)

1074 Original

ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ
ΠΑΤΗΡ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Παρουσίαση τοῦ Τόμου τῶν Πρακτικῶν

Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου

 Η ἁγιοτόκος Κύπρος, εὐδοκίᾳ τοῦ παναγάθου Θεοῦ, εὐτύχησε νὰ ἔχει δύο πνευματικὰ ἀναστήματα οἰκουμενικῆς ἐμβέλειας, ποὺ διακρίθηκαν γιὰ τὸν στέρρεο θεολογικό τους λόγο. Ὁ ἕνας ἔζησε στὶς ἀρχὲς τῆς λεγόμενης βυζαντινῆς περιόδου καὶ ἦταν τρόπον τινὰ ἡ φαεινὴ πύλη τῆς θεολογίας, ὁ περίλαμπρος πνευματικὸς φάρος, τοποθετημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ὑψηλὴ κορυφή, ὡσὰν τὸν φωτεινὸ τίμιο σταυρὸ ποὺ εἶδε ἡ ἁγία Ἑλένη ἐπάνω στὸ Σταυροβούνι. Μὲ τὶς διδαχές του οἱ συμπατριῶτες μας γνώρισαν τὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ μυσταγωγήθηκαν στὶς οὐράνιες ἀλήθειες. Αὐτὸς εἶναι ὁ τιμώμενος ἅγιος Ἐπιφάνιος, αὐτὸς ποὺ ἔθεσε γερὰ θεμέλια γιὰ τὸ κυπριακὸ αὐτοκέφαλο καὶ ἑδραίωσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ποὺ παροικεῖ στὸ νησί, τὸ ὁποῖο δέρνεται ὄχι μόνο ἀπὸ κύματα ἀλλὰ καὶ σὲ βάθος αἰώνων ἀπὸ τὶς ἐχθρικὲς ἐπιθέσεις, ὁ μετὰ τὸν Βαρνάβα νέος ἀπόστολος.
«Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Βαρνάβας ἀπόστολος στήριγμα ἡμῶν.
Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν.
Ἐπιφάνιος ὁ μέγας τεῖχος ἡμῶν».
 Τὰ ὄρη τῆς Κύπρου ἐστάθησαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὅπου περιφέρεται συνεκτικὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, παρισταμένων τοῦ Βαρνάβα καὶ τοῦ Ἐπιφανίου. Ἔτσι τοὺς φαντάστηκε εἰκονικὰ ὁ σαλαμίνιος καλλιτέχνης τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰ., αὐτὸς ποὺ ἱστόρησε τὶς εἰκόνες τους στὸ Ἁγίασμα τοῦ Νικοδήμου στὴ Σαλαμίνα, συμπλέκοντας τοὺς παραπάνω ψαλμικοὺς στίχους μὲ ἔπαινο πρὸς τοὺς δύο προστάτες Ἁγίους.
 Ὁ ἄλλος ἅγιος εἶναι ὁ Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἔζησε περίκλειστος σὲ μία ὀπὴ τῆς γῆς γιὰ ἑξήντα σχεδὸν χρόνια, αἴροντας ἑκουσίως τὸν σταυρὸ τῆς ἀσκήσεως. Ὁ Νεόφυτος ἀφιέρωσε τὸν ναὸ τῆς Ἐγκλείστρας στὸν τίμιο σταυρό, τρόπον τινὰ προμηνύοντας «τὰ κατὰ χώραν Κύπρον σκαιά», ὅπως ὁ ἴδιος ὀνομάζει τὰ βάσανα, ποὺ ἔκτοτε ἀκολούθησαν ἐπὶ σειρὰ πολλῶν αἰώνων, μετὰ τὴν ἐκδίωξη τῶν ὁμοπίστων βυζαντινῶν καὶ τὶς ἀλλεπάλληλες αἰχμαλωσίες, ποὺ ἔφθασαν μέχρι καὶ τὶς μέρες μας.
 Ὁ  Ἐπιφάνιος ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ μεριὰ τῆς Κύπρου, στὴ Σαλαμίνα, καὶ ὁ Νεόφυτος ἀπὸ τὴ δυτική, στὴν Πάφο, μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια δεητικά, ὡσὰν τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς ἀγγέλους στὴν παράσταση τῆς Ἀναλήψεως, ἀναφέρουν τὴν Κύπρο πρὸς τὸν καθήμενον ἐπὶ ἐνδόξου θρόνου Κύριον, καθιστάμενοι οὕτω πως τὰ ἀκλόνητα πνευματικὰ ἑδραιώματά της.

* * *

 Ἡ συσχέτιση τῶν δύο Κυπρίων πατέρων εἶναι ἀναπόφευκτη. Ὅμως συναφῶς ἀναδύεται καὶ τὸ πλεονέκτημα ποὺ ἀπέκτησε κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ὁ ἅγιος Νεόφυτος, μὲ ἀφορμὴ τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων του, ποὺ συντελέσθηκε μὲ πρωτοβουλία τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς καὶ κόπο πολλῶν ἀκαδημαϊκῶν δασκάλων, κυρίως ἀπὸ τὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ἡ κριτικὴ ἔκδοση ἐπισφραγίσθηκε μὲ τὴ σύγκληση ἐπιστημονικῶν συνεδρίων καὶ τὴν ἐκπόνηση μεταπτυχιακῶν καὶ διδακτορικῶν ἐργασιῶν. Παραλλήλως προετοιμάζεται καὶ ἡ μετάφραση στὴ νεοελληνικὴ τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου, ποὺ θὰ συνοδεύεται μὲ σχόλια καὶ ἀναγκαῖες εἰσαγωγές.  Ἔτσι ὁ θεολογικός του λόγος καθίσταται προσιτὸς ὄχι μόνο στὸν ἀκαδημαϊκὸ κόσμο ἀλλὰ καὶ στὸ εὐρύτερο ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα, καθὼς καὶ στοὺς θύραθεν λογίους. Οἱ τελευταῖοι μάλιστα εἶχαν ἐπισημάνει πρὸ πολλοῦ τὴ μεγάλη πνευματικὴ ἀξία τῆς διδαχῆς τοῦ ἁγίου Νεοφύτου. Ἂς θυμηθοῦμε γιὰ παράδειγμα τὴν περίπτωση τοῦ ποιητῆ Γιώργου Σεφέρη. Ἡ θεολογικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου κατακτᾶται ἀπὸ ὅποιον ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν προσοικειωθεῖ εἴτε ἀπὸ λόγους ἐρευνητικοὺς εἴτε γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀδολεσχία σὲ ἕνα ἀνεκτίμητο πνευματικὸ θησαυρό. Θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι οἱ πατερικὲς σπουδὲς ποὺ ἀναβιώνουν στὶς μέρες μας στὸν χριστιανικὸ κόσμο δὲν συνεπάγονται καὶ τὴν αὐτοδίκαιη πρόσληψη τοῦ πνεύματος ποὺ ὑποκρύπτεται στὸν γραπτό τους λόγο, καθόσον προϋποτίθεται ἡ ὕπαρξη τῶν καταλλήλων αἰσθητηρίων καὶ κυρίως ἡ ἀνήσυχη καὶ ἐλεύθερη ἀναζήτηση ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴ δίψα «τοῦ ὕδατος, τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 4, 14).

* * *

 Τὸ 2007 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἀποφάσισε τὴν ἀνασύσταση παλαιῶν ἐπαρχιῶν, μὲ κυριότερη τὴν πάλαι ποτὲ διαλάμψασα πρωτόθρονη Κωνσταντία. Στὶς 12 Μαΐου, ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, τοῦ ἰδίου ἔτους, ἡ Κωνσταντία ἀπέκτησε, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, νέο ποιμενάρχη, τὸν πανιερώτατο μητροπολίτη κ. Βασίλειο, ὁ ὁποῖος αἰσθανόμενος τὴν τεράστια πνευματικὴ παρακαταθήκη ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τὸν προκάτοχό του, ἵδρυσε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως τὴν Πολιτιστικὴ Ἀκαδημία μὲ τὸ ὄνομα «Ἅγιος Ἐπιφάνιος». Μεταξὺ τῶν σκοπῶν καὶ δραστηριοτήτων της, ὅπως ἀνέφερε ὁ πανιερώτατος στὴν εἰσαγωγικὴ ὁμιλία του ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τοῦ πρώτου διεθνοῦς ἐπιστημονικοῦ συνεδρίου, εἶναι: «α) ἡ ἵδρυση  Ἰνστιτούτου Σπουδῶν πολιτισμῶν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, β) ἡ ἐγκαθίδρυση βιβλιοθήκης γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ  Ἰνστιτούτου, γ) ἡ δημιουργία Βυζαντινοῦ Μουσείου ἐντὸς τῶν κτιριακῶν ἐγκαταστάσεων τῆς Μονῆς στὴν Ἁγία Νάπα, δ) ἡ ἔκδοση σημαντικῶν κειμένων καὶ ἄλλων περιοδικῶν ἐντύπων, ε) ἡ διοργάνωση διεθνῶν καὶ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος συνεδρίων καὶ Ϛ) ἡ διοργάνωση ποικίλων πνευματικῶν καὶ πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων προβολῆς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν ἀξιῶν τοῦ τόπου».
 Οἱ στόχοι τῆς Ἀκαδημίας, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ἱκεσίες τοῦ Ἁγίου, ἀναμένεται νὰ ἀποδώσουν πνευματικοὺς καρποὺς ὠφέλιμους καὶ στὸ ποιμαντικὸ ἔργο, ὄχι μόνο τῆς Μητροπόλεως Κωνσταντίας ἀλλὰ καὶ τῆς Κύπρου γενικότερα, γιατί ὄχι καὶ στὴν οἰκουμενικὴ ὀρθοδοξία. Ἡ Κυπριακὴ Ἐκκλησία διαθέτει τὸν πνευματικὸ ἐξοπλισμὸ νὰ προβάλει τὸν χριστιανικὸ πολιτισμό της. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς χαίρει καὶ βαθειᾶς ἐκτιμήσεως, αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς γίνεται εὐχαρίστως ἀποδεκτὸς καὶ ἀπὸ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες. Αὐτὸ τὸ χρέος τὸ ἀντιλαμβάνεται πολὺ καλὰ ὁ λόγιος μητροπολίτης Κωνσταντίας κ. Βασίλειος καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν προβολὴ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, τῆς κυπριακῆς ἁγιολογίας καὶ ἄλλων πτυχῶν τῆς θεολογικῆς συμβολῆς τῆς Ἐκκλησίας μας.
 Ἂν στὴν ἐποχὴ τῆς παγκοσμιοποίησης, ποὺ ζοῦμε, δὲν ἐντρυφήσουμε ἐπίμονα στὴ σπουδὴ τοῦ πατερικοῦ λόγου, οἱ ἀρνητικὲς συνέπειες θὰ εἶναι ὁρατὲς καὶ στὸ ποιμαντικὸ ἔργο. Τὰ ἐπιστημονικὰ θεολογικὰ συνέδρια δὲν συγκαλοῦνται γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ὁ ἀκαδημαϊσμὸς κάποιων προσώπων τῶν γραμμάτων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτυχθεῖ γόνιμος καὶ δημιουργικὸς διάλογος καὶ μὲ τοὺς ὑπευθύνους τοὺ ποιμαντικοῦ ἔργου. Ἐξάλλου οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτοὶ ποὺ συνδύαζαν τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη σοφία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ πρόσφατο καὶ ἀπώτερο παρελθὸν κυριαρχοῦσε ἡ ἀνάγκη, θὰ ἔλεγα ἡ ἀπαίτηση, νὰ ὑπάρχουν πεπαιδευμένοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες κατὰ κυριολεξία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Σήμερα αὐτὸ μοιάζει νὰ ἔχει ἔν τινι μέτρῳ ἀτονήσει. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι τὸ γένος μας διασώθηκε καὶ μὲ τὴ συμπαράσταση τῶν λογίων κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπωμίσθηκαν μὲ κόπο τὴν εὐθύνη τῆς παιδείας, προσφέροντας ἀκόμα καὶ τὴν περιουσία τους (ἢ τὴν ἐκκλησιαστικὴ) καὶ ὅταν χρειαζόταν καὶ τὴ ζωή τους. Κλασσικὸ παράδειγμα γιὰ τὴν Κύπρο ἡ Ἱερὰ Μονὴ Κύκκου.
 Ἡ Πολιτιστικὴ Ἀκαδημία «Ἅγιος Ἐπιφάνιος», μὲ τοὺς στόχους ποὺ ἔθεσε, θὰ ἐπαναφέρει στὸ μέτρο τῶν δυνατοτήτων της τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς καλλιέργειας τῶν γραμμάτων.
 Ὁ τόμος ποὺ παρουσιάζεται ἀπόψε ἐπιβεβαιώνει τὰ λεγόμενα.

* * *

 Ποιό εἶναι τὸ περιεχόμενό του; Τὸ πρῶτο διεθνὲς ἐπιστημονικὸ συνέδριο ποὺ συγκλήθηκε ἀπὸ τὶς 8 μέχρι 11 Μαΐου τοῦ 2008 ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, πρὸς ἐκπλήρωση ἑνὸς ὀφειλόμενου χρέους πρὸς τὸν μεγάλο πατέρα, ποὺ ἦρθε μὲ καθυστέρηση 5 ἐτῶν, μετὰ τὴ συμπλήρωση 1600 ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του (403-2003).
 Ὁ τόμος διαρθρώνεται σὲ δύο μέρη. Στὸ πρῶτο, μὲ τίτλο «Χρονικὸ τοῦ συνεδρίου», δημοσιεύονται τὸ πρόγραμμα, οἱ χαιρετισμοί, ἡ ἐναρκτήρια ὁμιλία, τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιτροπῶν ὀργανώσεώς του καὶ φωτογραφικὸ ὑλικό, ἐνῶ στὸ δεύτερο καὶ κύριο μέρος οἱ εἰσηγήσεις ποὺ ἀκούστηκαν κατὰ τὸ συνέδριο, ἐκδιδόμενες κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴ σειρὰ τοῦ ὀνόματος τῶν εἰσηγητῶν. Στὶς τριάντα εἰσηγήσεις συγκαταλέγονται καὶ δύο συναφῆ κείμενα ἀπὸ μὴ εἰσηγητές.  Ἕνα ἀπὸ τὸν μακαριστὸ σπουδαῖο λειτουργιολόγο τῆς Ὀρθοδοξίας Ἰωάννη Φουντούλη μὲ θέμα: «Ἡ εὐχὴ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου», ποὺ πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1967 καὶ διατηρεῖ ἀκόμα τὴν ἐπιστημονική του ἀξία, γι’ αὐτὸ ἀναδημοσιεύεται στὸν τόμο καὶ ὡς ἔκφραση βαθειᾶς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν ἀείμνηστο καθηγητή. Τὸ ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐρευνήτρια στὸ Ἐθνικὸ Κέντρο Χειρογράφων Γεωργίας Μάγια Ραπάβα μὲ θέμα: «Ἀρχαία γεωργιανὴ μετάφραση (11ος αἰ.) τῆς Ἀνακεφαλαιώσεως τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου καὶ ἡ σχέση της μὲ τὸ Περὶ αἱρέσεων τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ». Στὸ τέλος τοῦ τόμου ὡς παράρτημα καταχωρίζεται ἕνα πολὺ ἐνδιαφέρον κείμενο συνοδευόμενο μὲ ψηφιακὸ δίσκο, προϊὸν συστηματικῆς ἐργασίας ἀπὸ τὸν Γεώργιο Κάκκουρα δρ. Θεολογίας, ἀναφερόμενο στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου στὴν Κύπρο παλαιότερα καὶ σήμερα. Ὁ φίλος καὶ συνάδελφος Γεώργιος Κάκκουρας κατέγραψε τὴ βαθειὰ ἀγάπη τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ πρὸ τὸν Ἅγιο, ποὺ ἐκφράζεται διαχρονικὰ μὲ αὐθόρμητο καὶ αὐθεντικὸ τρόπο. Τὸ συγκεκριμένο ὁδοιπορικὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἔχει κερδίσει τὴν καρδιὰ τοῦ εὐσεβοῦς Κυπρίου.
 Ποιά εἶναι τὰ θέματα ποὺ ἀναπτύσσονται ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς εἰσηγητές;
 Προφανῶς δὲν σκοπεύω νὰ ὑπεισέλθω σὲ λεπτομέρειες οὔτε νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰ ποὺ εἰπώθηκαν κατὰ τὸ συνέδριο. Ὅμως, ἐφόσον ἀνέλαβα τὴν ὑποχρέωση νὰ παρουσιάσω τὸ περιεχόμενό του, προτιμῶ νὰ ἀναφερθῶ ἐπιλεκτικὰ σὲ δύο ἀπὸ τὶς χαρακτηριστικότερες συμβολὲς καὶ τάσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν εἰσηγήσεων.
 1. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκουμενικοὺς διδασκάλους ποὺ ἔγινε πολὺ νωρὶς ἀποδεκτὸς στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. «Τὸ παγχριστιανικὸ κῦρος τοῦ ἀνδρός, ἀλλὰ καὶ τὸ χρηστικὸ περιεχόμενο τῶν ἔργων του, ὁδήγησαν στὴν πρώιμη διάδοσή τους σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς γνωστὲς γλῶσσες τῆς χριστιανικῆς ὕστερης ἀρχαιότητος, ὅπως τὰ λατινικά, τὰ συριακά, τὰ κοπτικά, τὰ αἰθιοπικά, τὰ ἀρμενικά, τὰ γεωργιανά, καθὼς ἐπίσης στὴν συνέχεια καὶ στὰ ἀραβικὰ καὶ τὰ παλαιοσλαβικά».
 Ὁ συμπατριώτης μας καθηγητὴς στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τῶν Ἰωαννίνων Κώστας Κωνσταντινίδης ἐπισημαίνει στὴν εἰσήγησή του ὅτι: «Παρὰ τὶς ἀπώλειες καὶ τὶς περιπέτειες ποὺ ἐγνώρισαν τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν ἀρχικὰ στὴν μεγαλογράμματη ἑλληνικὴ γραφὴ καὶ μετεφέρθησαν στὴν συνέχεια στὴν μικρογράμματη μετὰ τὸν 9ο αἰῶνα, καὶ ὑπέστησαν ἀκολούθως τὶς δύο μεγάλες καταστροφὲς τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς διάλυσης δηλονότι τῆς αὐτοκρατορικῆς καὶ πατριαρχικῆς βιβλιοθήκης καὶ τῆς φθορᾶς ἢ δια¬σπορᾶς τῶν χειρογράφων κωδίκων τους, μᾶς σώζεται σήμερα σημαν¬τικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου τοῦ μεγάλου ἱεράρχη». Αὐτὸ ἀντιγράφηκε καὶ ἐκδόθηκε ἐπανειλημμένα, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει τὴν εὐρύτατη ἀποδοχή του.
 Τὰ συγγράμματα καὶ τὸν βίο του μελέτησαν καὶ μελετοῦν κορυφαῖοι ἐπιστήμονες σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τοὺς παλαιότερους G. Dindorf, K. Holl, J.E. Dean, G. Graf καὶ πιὸ πρόσφατα τοὺς ἡμέτερους Ἠλία Μουτσούλα, Ἀρχιμ. Παῦλο Ἐγγλεζάκη, Ν. Νικολαΐδη, καθὼς καὶ τὸν π. St. Bigham (ἀπὸ τὸν Καναδᾶ) καὶ τὴ Claudia Rapp (ἀπὸ τὴ Βιέννη). Τὸ συνέδριο ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ διευρυνθεῖ ὁ κατάλογος ὅσων ἐρευνοῦν τὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου, παρουσιάζοντας μὲ πρωτοτυπία καὶ διεισδυτικότητα ἄγνωστες καὶ ἐνδιαφέρουσες πτυχές.
 Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιμονὴ τῶν Ρώσων κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα, γιὰ νὰ προσαγάγω ἕνα σχετικὰ πιὸ σύγχρονο παράδειγμα, νὰ μεταφράσουν στὰ ρωσικὰ τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου. Ὅπως ἀνέφερε στὴν εἰσήγησή του ὁ π. Διονύσιος Schlonov, «ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἄρχισε νὰ μεταφράζεται στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, στὸ περιοδικὸ τῆς Ἀκαδημίας Χριστιανικὸ ἀνάγνωσμα (Христианское чтение) ἀπὸ τὸ 1829 μέχρι τὸ 1846. Τότε ἐκδόθηκαν μερικοὶ νόθοι λόγοι, ποὺ ἦταν γνωστοὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, ὅπως καὶ δύο ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ γνήσια ἔργα του, τὰ ὁποῖα ἀργότερα μεταφράστηκαν ξανὰ μὲ πρωτοβουλία τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας. Στὴν ἴδια Ἀκαδημία ἀποφασίσθηκε νὰ δοθεῖ βάρος στὴ διάδοση τῆς πνευματικῆς κληρονομίας τοῦ μεγάλου ἁγίου πατρὸς τῆς Κύπρου μὲ τὴ μετάφραση τῶν μεγάλων συγγραμμάτων του.  Ἔτσι πρὶν ἀπὸ τὸ 1840 μεταφράστηκε τὸ Πανάριον. Τὸ κείμενο αὐτὸ μέχρι τώρα σώζεται στὸ ὑπ᾽ ἀριθμ. 172 χειρόγραφο τῆς Ἀκαδημίας στὴ Ρωσικὴ Κρατικὴ Βιβλιοθήκη. Ἐδῶ εὑρίσκεται καὶ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ μετάφραση ποὺ ἐκπόνησε ὁ Ἰωάννης Γεωργιέβσκυ, ποὺ ἦταν πιθανῶς ἕνας φοιτητής, καὶ φέρει τὸν τίτλο Ἀνακεφαλαίωσις τῶν αἱρέσεων (Обозрение ересей).
 Μία νέα προσπάθεια μετάφρασης τῶν μεγάλων ἔργων τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου: Περὶ τοῦ κατὰ αἱρέσεων πασῶν Πανάριον (1863, 1864, 1872, 1880, 1881, 1882, 1883) καὶ Ἀγκυρωτὸς (1884) στὰ ρωσικὰ ἔγινε μὲ τὴ σύμπραξη καθηγητῶν καὶ φοιτητῶν τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας, ἀπὸ τὸ 1863 μέχρι τὸ 1884.  Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὰ μεταφράστηκαν καὶ ἐκδόθηκαν καὶ κάποιες ἄλλες μικρὲς πραγματεῖες τοῦ ἰδίου πατρός. Ἡ μετάφραση στηρίχθηκε στὸ κείμενο τῆς Ἑλληνικῆς Πατρολογίας τοῦ Migne καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν ἔργων ποὺ ὑπάρχει σὲ αὐτὴν τὴν ἔκδοση».
 Οἱ ἀρχαῖες μεταφράσεις τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου προσελκύουν σήμερα τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ἔρευνας. Ἡ Μάγια Ραπάβα ἐπισημαίνει τὴ μεγάλη σημασία τῶν γεωργιανῶν μεταφράσεων, οἱ ὁποῖες «προσλαμβάνουν περαιτέρω ἀξία στὴν περίπτωση ποὺ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο ἔχει χαθεῖ ἡ ἔχει δεχθεῖ μεταγενέστερη ἐπεξεργασία» καὶ συμπληρώνει: «ὁ μεγάλος ἀναλογικὰ ἀριθμὸς τῶν ἔργων τοῦ  Ἐπιφανίου Κύπρου στὴ γεωργιανὴ γλώσσα ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ συγκεκριμένος συγγραφέας ἦταν προσφιλὴς στὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας καὶ κατ᾽ ἐπέκταση στὸν πολιτισμό της».
 Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ ὅτι παλαιότερα συντάσσονταν στὰ γεωργιανά, ἀρμενικὰ καὶ ἀραβικὰ κείμενα καὶ ἀποδίδονταν ψευδοεπίγραφα στὸν Ἐπιφάνιο γιὰ νὰ προσλάβουν κῦρος ἀπὸ τὸ ὄνομά του. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση τῆς ἀρχαίας Ἀναφορᾶς (τὸ κεντρικὸ τμῆμα τῆς θείας Λειτουργίας) ποὺ πιθανὸν προέρχεται ἀπὸ ἀρμενικὴ μετάφραση, ὅπως ὑποστήριξε ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Ἰωάννης Φουντούλης, καὶ ἀκόμα χαρακτηριστικότερη ἡ περίπτωση συλλογῆς νόθων ἱερῶν κανόνων στὰ ἀραβικά, ὅπως εὔστοχα παρουσίασε στὴν εἰσήγησή του ὁ πάντοτε πρωτοποριακὸς ἐρευνητὴς Κ. Πιτσάκης, στηριζόμενος σὲ παλαιότερη μελέτη τοῦ E. Jerawan.
 Θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι τὸν 11ο αἰώνα παρατηρεῖται κινητικότητα σχετικὰ μὲ τὶς μεταφράσεις ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ στὰ γεωργιανὰ πατερικῶν ἔργων μὲ πρωτεργάτες μοναχούς. Π.χ. ὁ Θεόφιλος ποὺ δραστηριοποιεῖτο στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὸ Ἅγιον  Ὄρος, ὁ Ἐφραὶμ Mtsire ποὺ μόναζε μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους Ἴβηρες ἀπέναντι στὸ Μαῦρον Ὄρος τῆς Ἀντιόχειας. Κάποιοι ἀπ᾽ αὐτοὺς εἶχαν μετακομίσει καὶ στὴν Κύπρο καὶ εἶχαν ἀναπτύξει στενὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἐδῶ μοναχούς, ἀπόρροια τῶν ὁποίων ἦταν καὶ οἱ μεταφράσεις πατερικῶν κειμένων.  Ἔτσι μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ πίστη, τὴ λατρεία καὶ τὴ συμβίωση στὶς μονὲς ξεπερνιόταν ἡ φυλετικὴ ἑτερότητα καὶ ἀναπτύσσονταν ἄρρηκτοι δεσμοί, πολὺ πιὸ ἰσχυροὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ οἱ σύγχρονες πολιτικὲς ἰδεολογίες ἐπιθυμοῦν νὰ προωθήσουν. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἰδεολογικὴ θέση ποὺ διετύπωσε τότε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν ἱερῶν κανόνων πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμὼν σὲ ἀπόκριση πρὸς τὸν Μάρκο Ἀλεξανδρείας: «Οἱ γοῦν αὐχοῦντες βίον ὀρθόδοξον, κἂν ἐξ Ἀνατολῶν ὦσι, κἂν ἐξ Ἀλεξανδρέων, κἂν ἑτέρωθεν, Ρωμαῖοι λέγονται».
 2. Ὁ πατερικὸς λόγος, ἀκολουθώντας τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, ἐκφράζεται μὲ σταθερότητα κατὰ τῆς μισαλλοδοξίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ἀκόμα καὶ ὁ τίτλος ἑνὸς λόγου ποὺ περιέχεται σ᾽ ἕνα ἀνέκδοτο πατερικὸ ἀνθολόγιο, ποὺ συντάχθηκε τὸν 11ο αἰῶνα ἀπὸ τὸν μοναχὸ Νίκωνα Μαυρορείτη: «Ὅτι οὐ δεῖ κακοποιεῖν ἢ μισεῖν οἱονδήποτε ἄνθρωπον εἴτε ἀσεβῆ ἢ αἱρετικὸν ἢ  Ἕλληνα ἢ ὅλως ἁμαρτωλὸν … ἐν τούτῳ γὰρ μιμούμεθα τὸν Θεὸν … καὶ ὅτι τὸ στενάζειν ὑπὲρ αἱρετικῶν καὶ εὐεργετεῖν αὐτοὺς τοῦτό ἐστι διόρθωσις ἀκριβής». Ὅσες φορὲς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα συμπεριφέρθηκαν μισαλλόδοξα, οἱ συνέπειες ἦταν ἀπολύτως ἀρνητικὲς στὸ ἱεραποστολικὸ καὶ ποιμαντικὸ ἔργο. Ἐδῶ ἐγείρεται καὶ τὸ θέμα τὸ ὁποῖο σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ  Ἐπιφανίου. Πῶς ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχθηκε τὰ ἔργα του, τὰ ὁποῖα σχεδὸν στὸ σύνολό τους ἔχουν ἀντιαιρετικὸ χαρακτήρα; Μάλιστα ἡ μεγάλη διάδοσή τους στὴ χειρόγραφη παράδοση καὶ ἡ μετάφραση στὶς μνημονευθεῖσες ἀρχαῖες γλῶσσες ὀφείλεται κυρίως σὲ αὐτὸν τὸν χαρακτήρα.
 Τὸ περιεχόμενο τῶν δύο μεγάλων ἔργων τοῦ  Ἐπιφανίου, δηλαδὴ τοῦ Παναρίου καὶ τοῦ Ἀγκυρωτοῦ, ἀπασχόλησε τοὺς εἰσηγητὲς στὸ συνέδριο ποὺ ἀναφερόμαστε. Στὶς εἰσηγήσεις ποὺ δημοσιεύονται στὸν τόμο τῶν πρακτικῶν παρουσιάζονται οἱ ἀγῶνες τοῦ Ἐπιφανίου γιὰ τὴν προάσπιση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἐκδηλώνονταν πολλὲς ἑτερόκλητες καὶ φυγόκεντρες τάσεις, σὲ σημεῖο νὰ τίθεται ἔντονα τὸ θέμα τῆς ἑνότητας ἀκόμα καὶ τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ τέταρτος αἰώνας μπορεῖ νὰ θεωρεῖται ὡς ὁ χρυσοῦς αἰώνας τῆς θεολογίας ἢ ἡ περίοδος τῆς θεολογικῆς ἀκμῆς, ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ ἀκμὴ «διῆλθεν διὰ πυρός» (Ψαλμ. 65, 12).  Ἔτσι οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ δόγματος ἦταν ἀναγκασμένοι νὰ εἶναι ἐπίμονοι καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις ἔντονα ἀγωνιστικοὶ γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς κακοδοξίες, οἱ ὁποῖες ἐνίοτε εἶχαν στήριγμα καὶ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία. Ἐξάλλου, εἶναι γνωστὸ ὅτι γιὰ νὰ κατακτηθεῖ ἡ ἀλήθεια χρειάζεται ἐπιμονὴ καὶ ἀγῶνες.
 «Ὁ ἐνθουσιαστικὸς ζῆλος τοῦ  Ἐπιφανίου γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως ἔναντι τῶν αἱρετικῶν δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ διακρίνει πάντοτε ὀρθῶς τὶς σοβαρὲς ἀπὸ τὶς σκόπιμες ἢ καὶ ἐπιπόλαιες καταγγελίες … καὶ ἀντιδροῦσε συνήθως μὲ … παρορμητικὸ τρόπο», ὑποστηρίζει ὁ καθηγητὴς Βλάσιος Φειδᾶς, περιγράφοντας τὴ στάση τοῦ  Ἐπιφανίου στὸ θέμα τοῦ Ἀντιοχειανοῦ σχίσματος (362-398). Ἀνάλογες θέσεις διατυπώνονται καὶ στὸ ἐπίμαχο θέμα τῆς στάσεως τοῦ  Ἐπιφανίου ἀπέναντι στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὴν ὁποία ἡ σχετικὴ ἁγιολογικὴ καὶ ἱστοριογραφικὴ γραμματεία σταθερὰ δικαιολογεῖ χωρὶς ἀμφιρροπή, ὑπὸ τὴν πίεση προφανῶς τῆς μεγάλης ἀποδοχῆς καὶ τιμῆς ποὺ ἔχαιραν ἀμφότερα τὰ πρόσωπα, ἤδη ἀρκετὰ νωρίς, στὴν  Ἐκκλησία. Τοῦτο παρουσίασε ἐξαντλητικὰ στὴν εἰσήγησή του ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Ταμασοῦ κ. Ἠσαΐας.
 Ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ μελέτη τοῦ Παναρίου συνάγεται ὅτι ὁ  Ἐπιφάνιος καταφερόταν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸ ἴδιο πάθος ἐναντίον τῆς διαστροφῆς τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ παράλληλα ἐναντίον τῶν ζηλωτικῶν τάσεων ποὺ ἐκδηλώνονταν στοὺς κόλπους τῆς  Ἐκκλησίας ἀπὸ πρόσωπα ποὺ σήμερα θὰ χαρακτηρίζονταν φονταμενταλιστές, δῆθεν γιὰ νὰ στηρίξουν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν πιστότητα στὴν παράδοση. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα λέει ὁ ἅγιος  Ἐπιφάνιος κρίνοντας τὴ στάση τοῦ Μελητίου καὶ τῶν ὀπαδῶν του, αὐστηρῶν καὶ ἀσκητικῶν μοναχῶν, στὸ θέμα τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἀποστατῶν κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Διοκλητιανοῦ. Οἱ συγκεκριμένοι μοναχοὶ κράτησαν αὐστηρὴ στάση ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴ τῶν μετανοούντων ἀποστατῶν καὶ ἀποσχίσθηκαν ἀπὸ τὴν  Ἐκκλησία, ποὺ εἶχε ἐπιλέξει γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα τὴν οἰκονομία. Ὅμως τελικά, ἡ αὐστηρότητα τοὺς ὁδήγησε στὸ χειρότερο, στὴν κακοδοξία, καθόσον προσεχώρησαν στοὺς Ἀρειανούς. Κατὰ τὸ ἐπικριτικὸ λογοπαίγνιο τοῦ  Ἐπιφανίου, οἱ Μελητιανοὶ «φεύγοντες τὸν καπνὸν εἰς πῦρ ἐνέπεσον». Ἡ  Ἐκκλησιαστικὴ  Ἱστορία εἶναι μάρτυρας πολλῶν ἀναλόγων περιπτώσεων ζηλωτῶν, ποὺ μάχονταν δῆθεν γιὰ τὴν προάσπιση τοῦ δόγματος, στὴν πραγματικότητα ὅμως προέβαλλαν τὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία.
 Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς τάξεως εἶναι τὸ ζητούμενο, τὸ ὁποῖο ὅμως περιφρονοῦν οἱ ἡγέτες καὶ οἱ ὀπαδοὶ τόσο τῶν αἱρέσεων ὅσο καὶ τῶν σχισμάτων. Αὐτοὶ «ἐθελοθρησκεύουν», καθόσον δὲν ἀκολουθοῦν τὸν νόμο καὶ τὴν πίστη τῆς καθολικῆς  Ἐκκλησίας, ἀλλὰ αὐτὸν ποὺ τοὺς ὑπαγορεύει τὸ ἰδικό τους θέλημα, καὶ ἔτσι, ἀντὶ νὰ ὠφελοῦν, βλάπτουν «τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ  Ἐκκλησίαν». Oἱ αἱρετικοὶ ἐξέρχονται ἀπὸ τὴ βασιλικὴ ὁδό, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν πορεία ποὺ χαράσσει ἡ  Ἐκκλησία καὶ ποὺ χαρακτηρίζεται γιὰ τὴ μεσότητα.
 Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ἔχοντας ὡς κριτήριο τὴν ἑνότητα, προβάλλει τὴν εἰκόνα τῆς νηός, προκειμένου νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εὐρυχωρία καὶ τὴν ποικιλία τῶν χαρισμάτων ποὺ ὑπάρχουν στὴν Ἐκκλησία, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἐπιλεκτικὴ ἀπολυτοποίηση μέρους μόνο τῆς ἀληθείας καὶ τὸν ἀποκλεισμὸ ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα. « Ἔοικε δὲ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ  Ἐκκλησία νηΐ. Ναῦς δὲ οὐκ ἀπὸ ἑνὸς ξύλου ἁρμόζεται ἀλλ᾽ ἐκ διαφόρων. Καὶ τὴν μὲν τρόπιν ἀπὸ ἑνὸς ξύλου κέκτηνται ἀλλ᾽ οὐ μονοβόλως, τὰς δὲ ἀγκύρας ἑτέρων. Περιτόνεά τε καὶ σανίδας, καὶ τὰ ἐγκυλίσματά τε καὶ μέρη πρύμνης, καὶ τοίχων καὶ ζυγωμάτων, ἱστίων τε καὶ πηδαλίων, ὀμνῶν τε καὶ αὐχενίων, οἰάκων τε καὶ τῶν ἄλλων πάντων, ἐκ διαφόρων ἔχει τὴν συναγωγήν. Ἑκάστη δὲ τῶν αἱρέσεων τούτων μονόξυλός τις οὖσα, τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας οὐχ ὑποφαίνει». Ὁ «μονόξυλος» χαρακτήρας τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων δὲν ἀφήνει ἀνοιχτοὺς τοὺς ὁρίζοντες γιὰ τὴν προσοικείωση τῆς εὐρύτητας, καθόσον ἐγκλωβίζει στὸν παράλογο ζηλωτισμό, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἐπιφέρει τελικὰ τὴν περιφρόνηση τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ κανόνος».

* * *

 Αὐτὲς εἶναι δύο μόνο πτυχὲς ποὺ θίγονται στὸν τόμο τῶν πρακτικῶν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ἐξίσου σημαντικὲς ποὺ προσεγγίζονται ἐπίσης διεξοδικὰ καὶ μὲ ἐπιτυχία. Θέματα ὅπως τὸ ζήτημα τῶν δῆθεν ἀνεικονικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἁγίου, τῆς σχέσεως τοῦ συμβόλου πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴ θεολογία του, ἡ μεγάλη τιμή του στὴν Κύπρο καὶ ἡ διάδοσή της ἀνὰ τὸν κόσμο, ἡ σχέση τῶν κειμένων του μὲ τὴν κανονικὴ καὶ νομικὴ γραμματεία τῶν Βυζαντινῶν, ἡ διδασκαλία του περὶ τῆς θέσεως τῆς γυναίκας στὴν Ἐκκλησία, ἡ συμβολή του στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμούς, τὰ γραμματολογικὰ προβλήματα γνησιότητας ἔργων ποὺ φέρουν τὸ ὄνομά του στὴν ἑλληνικὴ καὶ ξενόγλωσση χειρόγραφη παράδοση, ἡ χρήση τῶν κειμένων του σὲ συνόδους, ὅπως αὐτὴ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, οἱ εἰκόνες καὶ οἱ ναοὶ ποὺ ἀφιερώθηκαν στὸ ὄνομά του κ.ἄλ. περιλαμβάνονται σὲ αὐτὸν τὸν τόμο.

* * *

 Κύριε Πρόεδρε, Πανιερώτατοι, Κυρίες καὶ Κύριοι,
 Ὁ δρόμος τῆς ἔρευνας ἔχει ἀνοίξει καὶ θὰ ἔλεγα μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο, καθόσον προηγοῦνται ὑπεύθυνοι καὶ ἐπιστήμονες μὲ κῦρος. Ἡ Κύπρος μέσα ἀπὸ τὴ σπουδαία συμβολή της στὴ γραμματεία δικαιοῦται μία σημαντικὴ θέση στὸν θεολογικὸ κόσμο.
 Οἱ Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας εἶναι οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι, στὴ σκέψη τῶν ὁποίων δὲν παρατηρεῖται οὔτε ἐπαρχιωτισμὸς οὔτε ἔλλειψη εὐρυχωρίας. Εἶναι διάπλατα ἀνοιχτοὶ στὸν κόσμο ὡσὰν τὴν Πλατυτέρα Θεοτόκο στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος καὶ τὸν Χριστὸ στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου τῶν ὀρθοδόξων ναῶν, μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ἀνοιχτὸ νὰ λέει: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Ὁ πατερικὸς λόγος προσφέρει ζωὴ καὶ ἐλευθερία, «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8, 32), γι᾽ αὐτὸ καὶ γίνεται ἀποδεκτὸς καὶ κατανοεῖται ἀπὸ ἐλεύθερα πνεύματα.

 Ο καλαίσθητος τόμος των Πρακτικών έχει ως τίτλο: «ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΠΑΤΗΡ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ Της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» και περιλαμβάνει τις εισηγήσεις του πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου για τον Άγιο Επιφάνιο, αρχιεπίσκοπο Κωνσταντίας. Η επίσημη παρουσίαση του τόμου έγινε κατά τη Δεύτερη Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαΐου 2012 στο προαύλιο της Μητροπόλεως στο Παραλίμνι, στην παρουσία του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια.

 Τον τόμο παρουσίασε ο Καθηγητής του Α.Π.Θ κ. Θεόδωρος Γιάγκου, ο οποίος είχε και τη γενική επιμέλεια της έκδοσης. Ο τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο «Χρονικό του συνεδρίου», δημοσιεύονται το πρόγραμμα, οι χαιρετισμοί, η εναρκτήρια ομιλία, τα ονόματα των επιτροπών οργάνωσής του και φωτογραφικό υλικό. Στο δεύτερο μέρος δημοσιεύονται οι εισηγήσεις που ακούστηκαν κατά το συνέδριο κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των εισηγητών. Στο τέλος του τόμου ως παράρτημα καταχωρίζεται ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο συνοδευόμενο με ψηφιακό δίσκο, αναφερόμενο στην τιμή του αγίου Επιφανίου στην Κύπρο παλαιότερα και σήμερα.

 Ο τόμος διατίθεται στο βιβλιοπωλείο της Μητροπόλεως «Μυριόβιβλος» προς 50 ευρώ (τηλ:23741574).

 

tomos agiou epifaniou eksofillo1.JPG