Θεολογική προσέγγιση των Χριστουγέννων

Esperinos Xristougennwn 2016 (11)

«Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε…!»

Από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου δεν ακούστηκε ποτέ πιο χαρμόσυνο μήνυμα πάνω στη γη απ’ αυτό της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Η κατά σάρκα γέννηση του Υιού του Θεού αποκάλυψε, αλλά κυρίως πραγμάτωσε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο μεγάλα και απόκρυφα μυστήρια της θείας βουλής.

Το μεγαλύτερο απ’ αυτά τα μυστήρια υπήρξε η υποστατική ένωση του Θεού και του ανθρώπου στο πρόσωπο του θείου Λόγου με στόχο τη σωτηρία του ανθρώπου. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τη σταθερή πίστη της Εκκλησίας μας, μετά την παράβαση της εντολής του Θεού από τον πρώτο άνθρωπο, δηλαδή τον Αδάμ και την Εύα διακόπηκε πλέον η κοινωνία των ανθρώπων με το Θεό καθώς το θέλημα τους δεν συγχρονιζόταν πλέον με το θέλημα του Θεού. Έτσι, σκοτίστηκε ο ανθρώπινος νούς με αποτέλεσμα να διασπαστούν οι νοερές και πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου, όπως η ψυχή, η βούληση, το λογικό, η αίσθηση κ.ά. με άμεσο αποτέλεσμα την είσοδο στη ζωή ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους της φθοράς και ιδιαίτερα του θανάτου.

Έτσι, ενώ ο άνθρωπος πλάσθηκε από το Θεό αθάνατος με στόχο να μετέχει στη θεία αγάπη, με το να επινοήσει για τον εαυτό του με τη συνέργεια του διαβόλου την κακία, αυτοκαταδικάστηκε σε θάνατο, σύμφωνα άλλωστε και με την προειδοποίηση του Θεού. Έτσι, ενώ η θεία αγαθότητα ήθελε τον άνθρωπο αθάνατο και μέτοχο της θείας αγάπης, ο άνθρωπος κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, απέκοψε τη φυσική κοινωνία του με το Θεό και οδηγήθηκε στο φυσικό αλλά και πνευματικό θάνατο.

Έκτοτε ο θάνατος κατέστη η μεγαλύτερη και ανυπέρβλητη συμφορά του ανθρωπίνου γένους. Για την αποκατάσταση λοιπόν της κοινωνίας του Θεού και των ανθρώπων, έπρεπε να νικηθεί το μεγαλύτερο εμπόδιο, δηλαδή ο θάνατος. Έπρεπε δηλαδή να θανατωθεί ο θάνατος και η φθορά. Έτσι, όπως αναφέρει και ο Μέγας Αθανάσιος γνωρίζοντας ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφενός μεν ότι η φθορά και ο θάνατος των ανθρώπων με κανένα άλλο τρόπο δεν θα μπορούσαν να καταλυθούν παρά μόνο με την οριστική τους κατάργηση  αφετέρου δε ότι ο Ίδιος ως Υιός και Λόγος του Θεού ήταν αθάνατος και δεν μπορούσε να πεθάνει και κινούμενος από θεία αγάπη λαμβάνει για τον εαυτό Του ανθρώπινο σώμα που να δύναται να αποθάνει, ώστε αφού αυτό το σώμα γίνει μέτοχο του Λόγου που εξουσιάζει τα πάντα να καταστεί ικανό και να αποθάνει υπέρ πάντων των ανθρώπων, αλλά και να παραμείνει άφθαρτο χάρις εις τον Λόγο που κατοίκησε εντός του και στο εξής με τη χάρη της αναστάσεως να παύσει απ’ όλους η φθορά (Μ. Αθανασίου, Περί Ενανθρωπήσεως, ΕΠΕ, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1973).

Έτσι, ο Υιός και Λόγος του Θεού γεννήθηκε στον κόσμο με τη χάρη και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος από την Υπέραγνη Θεοτόκο. Η εν χρόνω γέννησή Του στον κόσμο υπήρξε πραγματική και όχι φανταστική, όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι αιρετικοί στο παρελθόν, καθώς έλαβε πραγματικό ανθρώπινο σώμα με ψυχή, νού, σκέψη, θέληση και όλα τα αδιάβλητα πάθη, όπως την πείνα, τη δίψα και τα όμοια τους χωρίς όμως απολύτως καμία αμαρτία. Επίσης το γεγονός ότι ο Υιός του Θεού έγινε τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτία δεν σημαίνει ότι η θεία Του φύση έχασε τα θεία της ιδιώματα ή ότι ως άνθρωπος ήταν ελλιπής.

Επομένως με την κατά σάρκα γέννησή Του ο Υιός του Θεού ένωσε και αποκατέστησε στην πρωταρχική τους καθαρότητα όλα τα διασπασθέντα από την αμαρτία μέρη του ανθρώπου και όχι μόνο τα αποκατέστησε, αλλά και διατήρησε και θα συνεχίσει να διατηρεί αιωνίως τον άνθρωπο υποστατικά ενωμένο με τον Εαυτό Του, αφού αναλήφθηκε στους ουρανούς με τη θεωμένη πλέον ανθρωπότητά Του. Η γέννηση λοιπόν του Χριστού πραγματώνει και σηματοδοτεί την αναγέννηση του ανθρώπου, καθώς όλα τα αχρειωμένα και κατακερματισμένα από την αμαρτία ανθρώπινα μέρη, όπως η ψυχή, το σώμα, ο νούς, η βούληση, η θέληση, το λογικό, η σκέψη κ.ά. αποκαταστάθηκαν στον αρχικό σκοπό και το νόημα τους που δεν ήταν άλλο παρά η θέωσή τους.

Παράλληλα με τη Σάρκωσή Του ο Υιός του Θεού επανέφερε και ολόκληρη την κτίση προς τον Δημιουργό της, διότι Αυτός ως Δημιουργός της κτίσεως είναι το θεμέλιο και η βάση της. Κατά τον λόγο λοιπόν του Οσίου πατρός Ιουστίνου του Πόποβιτς «εις Αυτόν (τον Λόγον δηλαδή), δι’ Αυτού και εν Αυτώ τα πάντα επαναφέρονται εις την έλλογο καταγωγή και ύπαξή των: εις την αρχέγονον αγιότητα και το κάλος και την δύναμίν των» (Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σ. 32).

Με τη γέννηση του λοιπόν ο Χριστός αποκάλυψε στον άνθρωπο τα απύθμενα βάθη της θείας αγαθότητος η οποία δεν μπορούσε να βλέπει τον άνθρωπο να απόλυται ως δούλος της αμαρτίας και του διαβόλου, ενώ παράλληλα φανέρωσε στον άνθρωπο τον αληθινό του προορισμό που είναι η κατά χάρη ομοίωσή του με το Θεό.

Το υπέρλογο αυτό μυστήριο της θείας Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού ήταν γνωστό προ πάντων των αιώνων στη θεία βούληση. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής εκφράζει με ενάργεια την προεγνωσμένη από το Θεό και αποκειμένη αιωνίως στη βουλή Του απόφασή Του για την κοινωνία των κτιστών όντων με τον Κτίστη τους, η οποία πραγματώθηκε εν χρόνω με τη Σάρκωση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Επομένως, η Σάρκωση του Λόγου υπήρξε αφενός μεν προεγνωσμένο αιωνίως από το Θεό μυστήριο, αφετέρου δε ο βαθύτερος λόγος και ο υπέρτατος σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος και ολόκληρη η κτίση. Λέγει χαρακτηριστικά για τη Σάρκωση του Υιού του Θεού ο Άγιος Μάξιμος: «Τούτο εστι το μέγα και απόκρυφον μυστήριον, τούτο εστί το μακάριον δι’ ο τα πάντα συνέστησαν τέλος, τούτο εστίν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, ον ορίζοντες είναι φαμέν, προεπινοούμενον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα, προς τούτο το τέλος αφορών, τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας. Τούτο κυρίως εστί το της προνοίας και των προνοουμένων πέρας: καθ’ ο εις τον Θεόν, η των υπ’ αυτού πεποιημένων εστίν ανακεφαλαίωσις. Τούτο εστί το πάντας περιγράφον τους αιώνας και την υπεράπειρον και απειράκις απείρως προϋπάρχουσαν των αιώνων μεγάλης του Θεού βουλήν εκφαίνον μυστήριον· ης γέγονεν άγγελος αυτός ο κατ’ ουσίαν του Θεού Λόγος γενόμενος άνθρωπος· και αυτόν, ει θέμις ειπείν, τον ενδότατον πυθμένα της πατρικής αγαθότητος φανερόν καταστήσας και το τέλος εν αυτώ δείξας, δι’ ο την προς το είναι σαφώς αρχήν έλαβον τα πεποιημένα», (PG 90, 621A-B).

Ο έσχατος λοιπόν σκοπός της γεννήσεως του Υιού του Θεού υπήρξε η θέωση του ανθρώπου και η αποκατάστασή ολοκλήρου του είναι του στη θεία κοινωνία, διότι «άνευ αυτής της εν τω Θεώ Λόγω λογοποιήσεως και θέωσεως και η ψυχή μας και το σώμα μας και η σκέψις μας και αι αισθήσεις μας είναι τέρατα και φαντάσματα και φρίκη. Διότι τι μας χρειάζονται πράγματι όλα αυτά; Δια να τρεμοσβήνωμεν άφωνοι και να παγώνωμεν αντικρύζοντας τον θάνατον και όλο το χάος της ζωής…; (Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σ. 38).

Ο ρόλος της Θεοτόκου υπήρξε επίσης τεράστιος στο όλο έργο της θείας Ενανθρωπήσεως, διότι χωρίς την απόλυτη καθαρότητα και την ταπεινή συγκατάθεση της Παναγίας ο Υιός του Θεού δεν θα μπορούσε να σαρκωθεί στον κόσμο, καθώς δεν θα έβρισκε άλλο καθαρώτερο σκεύος για το σκοπό αυτό, επομένως και η σωτηρία των ανθρώπων θα καθίστατο αδύνατος, γι’ αυτό και το ανθρώπινο γένος οφείλει αιώνια ευγνωμοσύνη στη Θεοτόκο. Αιώνια επίσης ευγνωμοσύνη προς τη Θεοτόκο οφείλει και ο Ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού που εξαιτίας της κατόρθωσε να σώσει το περιπόθητο πλάσμα Του, τον άνθρωπο, γι’ αυτό και η Παναγία κατέστη τιμιωτέρα και ενδοξοτέρα ακόμα και αυτών των Άγγελων, ενώ παράλληλα κατέχει τη μεγαλύτερη παρρησία ενώπιον του Θεού, από όλους τους ανθρώπους που υπήρξαν και θα υπάρξουν στο μέλλον.

Η ημέρα λοιπόν των Χριστουγέννων δεν θα μπορούσε να μην είναι η πιο λαμπρή, πιο θαυμαστή, αλλά και πιο σημαντική για το μυστήριο και το νόημα της, καθώς σηματοδοτεί την αρχή της σωτηρίας ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, αλλά και ολοκλήρου της κτίσεως . Έτσι, ο πιο χαρμόσυνος χαιρετισμός τον οποίο μπορεί να απευθύνει κανείς σε όλα τα όντα και την κτίση είναι το «Χριστός εγεννήθη», ενώ παράλληλα κατά την έκφραση του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς «από τα χριστονοσταλγικά βάθη των όντων και της κτίσεως αντηχεί συγκινητική η απάντησις: Αληθώς εγεννήθη» (Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σ. 39).

Η Εκκλησία μας κάνοντας τραγούδι όλο αυτό το μεγαλειώδες νόημα της Ενσαρκώσεως του Υιού του Θεού, το αποδίδει εξαίσια με τα τροπάρια της εορτής των Χριστουγέννων. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά μόνο τροπάρια του υπέροχου κανόνα των Χριστουγέννων που συμπυκνώνουν όλο το θεολογικό νόημα της μεγάλης αυτής ημέρας.

Ωδή α΄, το β΄ τροπάριο.

Ιδών ο Κτίστης ολλύμενον τον άνθρωπον χερσίν, ον εποίησε, κλίνας ουρανούς κατέρχεται· τούτον δε εκ Παρθένου θείας Αγνής, όλον ουσιούται, αληθεία, σαρκωθείς· Ότι δεδόξασται.

Ωδή ε΄, α΄ τροπάριο.

Εν δούλοις τω Καίσαρος δόγματι, απεγράφης πειθήσας, και δούλους ημάς, εχθρού και αμαρτίας, ηλευθέρωσας Χριστέ· όλον το καθ’ ημάς δε πτωχεύσας, και χοϊκόν εξ αυτής ενώσεως, και κοινωνίας εθεούργησας.

Ωδή ε΄, α΄ τροπάριο.

Ιδού η Παρθένος, ως πάλαι φησίν, εν γαστρί συλλαβούσα εκύησε, Θεόν ενανθρωπήσαντα, και μενει Παρθένος· δι’ ης καταλλαγένντες Θεώ οι αμαρτωλοί, Θεοτόκον κυρίως ούσαν, εν πίστει ανυμνήσωμεν. 

Σωμαράκης Βασίλης

Υποψήφιος διδάκτωρ θεολογίας