skip to Main Content

Παρασκευή, 17η Μαΐου 2024

Αποστόλων (Ο΄) Ανδρόνικου και Ιουνίας (†α΄αι.). Σολόχωνος μάρτυρος. Νεομάρτυρος Νικολάου Μετσοβίτου (1), του εν Τρικκάλοις (†1617). Οσίων Νεκταρίου και Θεοφάνους των αυταδέλφων και κτιτόρων της αγίας Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων. Αθανασίου επισκόπου Χριστιανουπόλεως (†1735).

(1) Ο άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στο Μέτσοβο από ευσεβείς γονείς και νέος αναχώρησε για τα Τρίκαλα όπου εργαζόταν ως υπάλληλος σε αρτοπωλείο. Εκεί με δόλο, τον εξαπάτησαν οι Τούρκοι και αρνήθηκε την πίστη του. Γρήγορα όμως συναισθάνθηκε το αμάρτημα της αποστασίας, επέστρεψε στο Μέτσοβο, όπου ζούσε αυστηρή χριστιανική ζωή. Κάποτε όμως πήγε στα Τρίκαλα για να πουλήσει κάποια προϊόντα του και κάποιος Τούρκος τον αναγνώρισε και τον απειλούσε ότι θα τον προδώσει. Ο Νικόλαος για να εξασφαλίσει τη σιωπή του, του παρέδωσε όλο το φορτίο και του υποσχέθηκε ότι κάθε χρόνο θα του φέρνει το ίδιο φορτίο. Μετανόησε όμως γι` αυτή του τη συμπεριφορά, εξομολογήθηκε σε κάποιο πνευματικό και άρχισε να επιζητά το μαρτύριο. Γι` αυτό την επόμενη χρονιά που ήλθε στο Τρίκαλα δεν έφερε στον Τούρκο το υποσχεθέν φορτίο. Οργισμένος εκείνος τον κατήγγειλε και ο Νικόλαος οδηγήθηκε στον κριτή, όπου με θάρρος και σθένος ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Όταν ο κριτής κατάλαβε ότι ούτε με κολακείες, ούτε με απειλές μπορούσε να τον μεταπείσει διέταξε να βασανισθεί σκληρά και να τον ρίξουν στη φυλακή όπου καρτερικά υπέμεινε το μαρτύριο της πείνας και της δίψας. Όταν για δεύτερη φορά οδηγήθηκε στην ανάκριση, αποδείχθηκε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε οι Τούρκοι οργισμένοι τον έκαψαν ζωντανό στις 17 Μαΐου 1617. Την τίμια κάρα του μάρτυρα αγόρασε αντί αδράς αμοιβής κάποιος χριστιανός κεραμέας και την δώρισε μετά από χρόνια στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων.

Αποστολικό Ανάγνωσμα

Πρωτότυπο Κείμενο (Πραξ. 5:1-11)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀνὴρ τις ᾿Ανανίας ὀνόματι σὺν Σαπφείρῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ ἐπώλησε κτῆμα καὶ ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς τιμῆς, συνειδυίας καὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ ἐνέγκας μέρος τι παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων ἔθηκεν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ᾿Ανανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον καὶ νοσφίσασθαι ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ χωρίου; Οὐχὶ μένον σοι ἔμενε καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχε; Τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγμα τοῦτο; Οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ. Ἀκούων δὲ ᾿Ανανίας τοὺς λόγους τούτους πεσὼν ἐξέψυξε, καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα. Ἀναστάντες δὲ οἱ νεώτεροι συνέστειλαν αὐτὸν καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν. ᾿Εγένετο δὲ ὡς ὡρῶν τριῶν διάστημα καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, μὴ εἰδυῖα τὸ γεγονός, εἰσῆλθεν. Ἀπεκρίθη δὲ αὐτῇ ὁ Πέτρος· Εἰπέ μοι, εἰ τοσούτου τὸ χωρίον ἀπέδοσθε; Ἡ δὲ εἶπε· ναί, τοσούτου. Ὁ δὲ Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτήν· Τί ὅτι συνεφωνήθη ὑμῖν πειράσαι τὸ Πνεῦμα Κυρίου; Ἰδοὺ οἱ πόδες τῶν θαψάντων τὸν ἄνδρα σου ἐπὶ τῇ θύρᾳ καὶ ἐξοίσουσί σε. Ἔπεσε δὲ παραχρῆμα παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες δὲ οἱ νεανίσκοι εὗρον αὐτὴν νεκράν, καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς. Καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾿ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις μέρες κάποιος που τον έλεγαν Ανανία, μαζί με τη γυναίκα του τη Σαπφείρα, πούλησε ένα κτήμα, και, με τη συγκατάθεση της γυναίκας του, κράτησε ένα μέρος από το αντίτιμο για τον εαυτό του· το υπόλοιπο το έφερε και το έθεσε στη διάθεση των αποστόλων. Τότε ο Πέτρος του είπε: «Ανανία, γιατί άφησες το σατα­νά να κυριέψει την καρδιά σου; Γιατί είπες ψέματα στο Άγιο Πνεύμα και κράτησες για τον εαυτό σου ένα μέρος από το αντίτιμο του κτήμα­τος; Όσο ήταν απούλητο δεν ήταν δικό σου; Κι όταν πουλήθηκε, πάλι στο χέρι σου δεν ήταν να κρατήσεις το αντίτιμο; Γιατί σκέφτηκες να κάνεις αυτό το πράγμα; Δεν είπες ψέματα σε ανθρώπους, αλλά στο Θεό». Ακούγοντας ο Ανανίας τα λόγια αυτά έπεσε κάτω και ξεψύχησε κι όλοι όσοι τα έμαθαν αυτά φοβήθηκαν πολύ. Μερικοί νέοι πή­γαν και τον ετοίμασαν για την ταφή, τον έβγαλαν έξω και τον έθαψαν. Πέρασαν περίπου τρεις ώρες, όταν μπήκε μέσα η γυναίκα του, μη γνωρίζοντας τι είχε συμβεί. Ο Πέτρος τη ρώτησε: «Πες μου, τόσο πουλήσατε τα κτήμα;» κι αυτή είπε: «Ναι, τόσο». Ο Πέτρος τότε της λεει: «Γιατί συμφωνήσατε να προκαλέσετε το Πνεύμα του Κυρίου; Να, αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην πόρτα εκείνοι που έθαψαν τον άντρα σου αυτοί θα βγάλουν κι εσένα». Την ίδια στιγμή αυτή έπεσε μπρος στα πόδια του και ξεψύχησε. Μπήκαν μέσα οι νέοι και τη βρήκαν νε­κρή. Tην έβγαλαν κι αυτήν και την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. Όλη η εκκλησία και όλοι όσοι τ’ άκουσαν αυτά, φοβήθηκαν πολύ.

___________________________________________________________________________

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα

Πρωτότυπο Κείμενο (Ιω. 5:30-47,  6:1-2)

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Καθὼς ἀκούω κρίνω· καί ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. ᾿Εὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής. Ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα, ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία, ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ. Ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς ᾿Ιωάννην, καὶ μεμαρτύρητε τῇ ἀληθείᾳ· Ἐγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώπου τὴν μαρτυρίαν λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω, ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε. Ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων· ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ ᾿Ιωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα, ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ, ὅτι ὁ Πατήρ με ἀπέσταλκε· καὶ ὁ πέμψας με Πατήρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. Οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε, οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε, καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε μένοντα ἐν ὑμῖν, ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, τούτῳ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε. Ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ· καὶ οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός με, ἵνα ζωὴν ἔχητε. Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω· ἀλλ᾿ ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς. Ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε. Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε; Μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν Πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε. Εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν. Εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ῥήμασι πιστεύσετε; Μετὰ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ τὰ σημεῖα, ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων.

Νεοελληνική Απόδοση 

Είπε ο Κύριος προς τους ερχόμενους προς αυτόν Ιουδαίους· αποφασίζω ως κριτής, σύμφωνα με όσα ακούω από τον Πατέρα, και οι αποφάσεις μου είναι δίκαιες γιατί δεν επιζητώ να ικανοποιήσω το δικό μου θέλη­μα, αλλά το θέλημα εκείνου που με έστειλε. Αν εγώ έδινα μαρτυρία για τον εαυτό μου, αυτή η μαρτυρία μου θα μπορούσε να μην είναι αληθινή. Άλλος όμως είναι που δίνει μαρτυρία για μένα, και ξέρω πως ό,τι λεει για μένα είναι αληθινό. Εσείς στείλατε απεσταλμένους στον Ιωάννη, κι αυτός είπε την αλήθεια. Βέβαια, εγώ δεν έχω ανάγκη από τη μαρτυρία ενός ανθρώπου· σας τα λέω όμως αυτά, για να σας δώσω τη δυνατότητα να σωθείτε. Ο Ιωάννης ήταν το αναμμένο λυχνάρι που φωτίζει, κι εσείς θελήσατε για λίγο στο φως του να χαρείτε. Εγώ όμως έχω για τον εαυτό μου μαρτυρία ανώτερη από του Ιωάννη· γιατί τα έργα που μου ανέθεσε ο Πατέρας να τελειώσω, αυτά τα έργα που επιτελώ, μαρτυρούν για μένα πώς είμαι σταλμένος από τον Πατέρα. Ο Πατέρας που με έστειλε, αυτός ο ίδιος έχει δώσει μαρτυρία για μένα. Εσείς όμως ούτε τη φωνή του έχετε ποτέ ακούσει ούτε τη μορφή του έχετε δει, και το λόγο του δεν τον έχετε μόνιμα μέσα στην καρδιά σας, γιατί εσείς δεν πιστεύετε σ’ αυτόν που έστειλε εκείνος. Εσείς μελετάτε με ζήλο τις Γραφές, με την πεποίθηση πως σ’ αυτές βρίσκει κανείς την αιώνια ζωή· ακριβώς όμως αυτές είναι που δίνουν μαρτυρία για μένα. Κι όμως δεν είστε πρόθυμοι να έρθετε κοντά μου, για να βρείτε την αληθινή ζωή. Δεν επιζητώ να με τιμούν οι άνθρωποι. Εσάς όμως σας ξέρω· ξέρω πως μέσα σας δεν αγαπάτε το Θεό. Εγώ ήρθα εξουσιοδοτη­μένος από τον Πατέρα μου, εσείς όμως δε με παραδέχεστε· αν έρθει κάποιος άλλος από δική του πρωτοβουλία, αυτόν θα τον δεχτείτε. Πώς όμως μπορείτε εσείς να πιστέψετε, αφού αποζητάτε τον έπαινο ο ένας του άλλου, και δεν επιδιώκετε τον έπαινο του μοναδικού Θεού; Μη νομίσετε πως εγώ θα σας κατηγορήσω μπροστά στο δικαστήριο του Πατέρα· υπάρχει ο κατήγορός σας, κι αυτός είναι ο Μωυσής, στον οποίο έχετε στηρίξει τις ελπίδες σας. Γιατί, αν αληθινά πιστεύατε όσα έγραψε ο Μωυσής, θα πιστεύατε και σ’ εμένα, αφού εκείνος έγραψε για μένα. Αν όμως δεν πιστεύετε αληθινά σ’ ό,τι έγραψε εκείνος, πώς θα πιστέψετε στα δικά μου λόγια; Μετά απ’ αυτά ο Ιησούς έφυγε για την άλλη όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, που λεγόταν και Τιβεριάδα. Τον ακολούθησε πολύ πλήθος, γιατί έβλεπαν τα θαύματα που έκανε θεραπεύοντας τους αρ­ρώστους. 

Back To Top