skip to Main Content

Τετάρτη, 15η Μαΐου 2024

Παχωμίου του Μεγάλου (1) (†358), Αχιλλίου επισκόπου Λαρίσης (†δ΄αι.), Ανδρέου ερημίτου (†ιδ΄αι.) του εν Καλάνα (Βάλτου). Ησαΐου επισκόπου, Δημητρίου δουκός της Μόσχας, Ησαΐου σπηλαιώτου, των θαυματουργών και Πανηγυρίου του εν Κύπρω.

(1) Ο όσιος Παχώμιος γεννήθηκε το 292 στην Άνω Θηβαΐδα της Αιγύπτου, από γονείς ειδωλολάτρες. Σε ηλικία 20 ετών κατετάγη στον αυτοκρατορικό στρατό, όπου γνώρισε και συνδέθηκε με χριστιανούς στρατιώτες, με αποτέλεσμα να κατηχηθεί και να γίνει χριστιανός. Όταν δε απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, βαπτίσθηκε. Η ψυχή του όμως δεν γέμιζε με την κοσμική ζωή, επιθυμούσε κάτι ουσιαστικότερο και ανώτερο πνευματικά. Για τον λόγο αυτό, πήγε κοντά στον φημισμένο ησυχαστή, τον Παλαίμονα, κοντά στον οποίο προόδευσε στην άσκηση, την εγκράτεια, την αρετή της σιωπής και την ταπεινοφροσύνη. Μετά την οσιακή κοίμηση του Παλαίμονα, με τη χάρη του Θεού ο όσιος έκτισε δικό του κελί στην τοποθεσία Ταβενησία, κοντά στον ποταμό Νείλο. Γρήγορα η φήμη του Παχώμιου εξαπλώθηκε και νέοι ασκητές και δόκιμοι προσέφευγαν στην πνευματική του καθοδήγηση και έτσι σύντομα σχηματίστηκε μεγάλη αδελφότητα και ιδρύθηκε μεγάλη Μονή. Προικισμένος, εκτός των πνευματικών, με εκπληκτικά διοικητικά προσόντα ο Παχώμιος με οδηγό την διάκριση και την ταπεινοφροσύνη κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα πρότυπο κοινοβιακό σύστημα με το οποίο διοικούσε αρμονικότατα τους 3.000 μοναχούς πού συνάχθηκαν γύρω από αυτόν. Θεωρείται δε ο ιδρυτής της κοινοβιακής ζωής. Αν και ολιγογράμματος, αλλά εμφορούμενος από πνεύμα Θεού, κατόρθωσε να γίνει παράδειγμα για όλες τις επερχόμενες μοναχικές γενιές. Τον Μάιο του 348 προσβλήθηκε από πανώλη και παρέδωσε ειρηνικά την αγία ψυχή του.

Αποστολικό Ανάγνωσμα

Πρωτότυπο Κείμενο (Πραξ. 4:13-22)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, θεωροῦντες οἱ Ἰουδαῖοι τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ ᾿Ιωάννου, καὶ καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καὶ ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε αὐτοὺς ὅτι σὺν τῷ ᾿Ιησοῦ ἦσαν, τὸν δὲ ἄνθρωπον βλέποντες σὺν αὐτοῖς ἑστῶτα τὸν τεθεραπευμένον, οὐδὲν εἶχον ἀντειπεῖν. Κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου ἀπελθεῖν, συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους λέγοντες· Τί ποιήσομεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις; Ὅτι μὲν γὰρ γνωστὸν σημεῖον γέγονε δι᾿ αὐτῶν, πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλὴμ φανερόν, καὶ οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι· ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἐπὶ πλεῖον διανεμηθῇ εἰς τὸν λαόν, ἀπειλῇ ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ μηδενὶ ἀνθρώπων. Καὶ καλέσαντες αὐτοὺς παρήγγειλαν αὐτοῖς τὸ καθόλου μὴ φθέγγεσθαι μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ. Ὁ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀποκριθέντες πρὸς αὐτοὺς εἶπον· Εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ, κρίνατε. Οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν. Οἱ δὲ προσαπειλησάμενοι ἀπέλυσαν αὐτούς, μηδὲν εὑρίσκοντες τὸ πῶς κολάσονται αὐτούς, διὰ τὸν λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν Θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι· ἐτῶν γὰρ ἦν πλειόνων τεσσαράκοντα ὁ ἄνθρωπος ἐφ᾿ ὃν ἐγεγόνει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἰάσεως.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις μέρες, όταν είδαν οι Ιουδαίοι το θάρρος του Πέτρου και του Ιωάννη και κατάλαβαν ότι είναι άνθρωποι αγράμματοι και απλοϊκοί, έμειναν κατάπληκτοι. Ήξεραν ότι αυτοί ήταν μαζί με τον Ιησού. Βλέποντας και τον άν­θρωπο που θεραπεύτηκε να είναι μαζί τους δεν μπορούσαν να φέ­ρουν καμιά αντίρρηση. Τους διέταξαν, λοιπόν, να βγουν έξω από την αίθουσα του συνεδρίου και έκαναν συμβούλιο: «Τι να κάνου­με με τους ανθρώπους αυτούς;» έλεγαν. «Σ’ όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ είναι φανερό πως μέσω αυτών έγινε ένα σπουδαίο θαύ­μα, και δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Αλλά για να μη διαδοθεί περισσότερο στο λαό, να τους απειλήσουμε να μην ξαναμιλήσουν πια για το πρόσωπο αυτό σε κανέναν». Τους κάλεσαν, λοιπόν, και τους έδωσαν εντολή να μη μιλούν καθόλου ούτε να διδάσκουν για τον Ιησού. Τότε ο Πέτρος και ο Ιωάννης τούς αποκρίθηκαν: «Αποφασίστε μόνοι σας αν είναι σωστό μπροστά στο Θεό εσάς ν’ ακούμε περισσό­τερο απ’ το Θεό; Πάντως εμείς δεν μπορούμε να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε». Εκείνοι τους απείλησαν πάλι και ύστερα τους άφησαν ελεύθερους, επειδή δεν εύρισκαν δικαιολογία να τους τιμωρήσουν· φοβούνταν το λαό, γιατί όλοι δόξαζαν το Θεό γι’ αυτό που έγινε, αφού ο άνθρωπος, στον οποίον έγινε το θαύμα αυτό της θεραπείας, ήταν πάνω από σαράντα ετών.

___________________________________________________________________________

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα

Πρωτότυπο Κείμενο (Ιω. 8:42-51)

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ· ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ᾿ ἐκεῖνός με ἀπέστειλε. Διατί τὴν λαλιὰν τὴν ἐμὴν οὐ γινώσκετε; ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν λόγον τὸν ἐμόν. Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. Ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθεία οὐχ ἕστηκεν· ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω, οὐ πιστεύετέ μοι. Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; Εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι; Ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει· διὰ τοῦτο ὑμεῖς οὐκ ἀκούετε, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστέ. Ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· Οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι Σαμαρείτης εἶ σὺ, καὶ δαιμόνιον ἔχεις; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ δαίμόνιον οὐκ ἔχω, ἀλλὰ τιμῶ τὸν Πατέρα μου, καὶ ὑμεῖς ἀτιμάζετέ με.Ἐγὼ δὲ οὐ ζητῶ τὴν δόξαν μου· ἔστιν ὁ ζητῶν καὶ κρίνων. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα.

Νεοελληνική Απόδοση 

Είπε ο Κύριος προς τους ερχόμενους προς αυτόν Ιουδαίους· «Αν ο Θεός ήταν πραγματικά πατέρας σας», τους είπε ο Ιησούς, «θα με αγαπούσατε, επειδή εγώ από το Θεό εξήλθα κι ήρθα σ’ εσάς δεν ήρθα από μόνος μου, αλλά με έστειλε εκείνος. Ξέρετε γιατί δεν καταλαβαίνετε τη γλώσσα που σας μιλάω; Είναι γιατί δεν έχετε τη δύναμη να καταλάβετε το λόγο μου. Ο πατέρας που έχετε εσείς είναι ο διάβολος, κι όσα επιθυμεί ο πα­τέρας σας αυτά θέλετε να κάνετε. Εκείνος εξαρχής ήταν ανθρωποκτό­νος και δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει μέσα του τίποτα αληθινό. Όταν λεει ψέματα, εκφράζει τον εαυτό του, γιατί είναι ψεύτης, κι είναι ο πατέρας του ψεύδους. Εμένα όμως, επειδή λεω την αλήθεια, δε με πιστεύετε. Ποιος από σας μπορεί να αποδείξει πως έκανα κάποια αμαρτία; Αν, λοιπόν, σας λεω την αλήθεια, γιατί δε με πιστεύετε: Εκείνος που κατάγεται από το Θεό κατα­λαβαίνει τα λόγια του Θεού· γι’ αυτό εσείς δεν καταλαβαίνετε, γιατί δεν κατάγεστε από το Θεό». Του είπαν τότε οι Ιουδαίοι: “Καλά δεν το λέμε εμείς πως είσαι Σα­μαρείτης και δαιμονισμένος;” «Εγώ δεν είμαι δαιμονισμένος», αποκρίθηκε ο Ιησούς, «αλλά με ότι κάνω τιμώ τον Πατέρα μου, ενώ εσείς με περιφρονείτε. Εγώ όμως δεν επιζητώ δόξα για τον εαυτό μου. Κάποιος άλλος τη ζητάει. Κι αυτός είναι ο κριτής. Σας βεβαιώνω, αν κάποιος τηρήσει το λόγο μου, ποτέ δε θ’ αντικρίσει το θάνατο».

Back To Top