Ὁ λόγος τοῦ ἱερέα μέσα στό θόρυβο τοῦ σύγχρονου κόσμου

Ni 810×425

Ἰωάννου Γ. Τσερεβελάκη, Θεολόγου-Φιλολόγου καθηγητῆ*

Ο τίτλος τῆς εἰσήγησης «Ὁ λόγος τοῦ
ἱερέα μέσα στό θόρυβο τοῦ σύγχρονου
κόσμου»*, θέλει νά δηλώσει ἐξαρχῆς τίς
δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ὁ
ἐκκλησιαστικός λόγος, μέσα σ’ ἕνα κόσμο θο-
ρύβου, πολυπραγμοσύνης, σύγχυσης, ἐξω-
στρέφειας, ἀντιπνευματικότητας, ἕναν κόσμο
ὅπου θριαμβεύει τό βασίλειο τοῦ Καίσαρος ἐπί
τοῦ βασιλείου τοῦ Πνεύματος, ἕναν κόσμο πού
μοιάζει νά ἀκολουθεῖ τό παράδειγμα τοῦ ἄφρο-
νος πλουσίου καί ὄχι τοῦ συνετοῦ οἰκονόμου.
Τό θέμα εἶναι μεγάλο, μέ ποικίλες παραμέτρους
καί ἐξακτινώσεις καί γιά τό λόγο αὐτό θά προ-
σπαθήσω νά ξεδιπλώσω (μέ τή βοήθεια καί τή
χάρη τοῦ Θεοῦ) μερικές μόνο πτυχές του, πε-
ρισσότερο ὡς ἕνα ταπεινό προσωπικό προ-
βληματισμό, τόν ὁποῖο θά ἐκθέσω, κυρίως ὡς
ἀφορμή γιά περαιτέρω σκέψεις. Στήν ἀρχή θά
παρουσιάσω μέ πολλή συντομία κάποια ἱστο-
ρικά στοιχεῖα, γιά νά ἔλθω στή συνέχεια στή
σύγχρονη πραγματικότητα καί νά ἐξετάσω
πῶς ἀκούγεται στ’ αὐτιά καί σέ ποιό βαθμό λει-
τουργεῖ ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος στήν καρδιά
καί στό νοῦ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, γιά νά
καταλήξω σέ κάποιες σκέψεις γιά τό τί χρει-
άζεται νά γίνει σήμερα ἀπό τόν ἱερέα καί τό θε-
ολόγο.
Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Κοζάνης Διο-
νύσιος εἶχε γράψει: «Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι
παρά αὐτά τά δύο, ὁ ἄμβωνας καί ἡ ἁγία τρά-
πεζα, ἡ ἱερουργία τοῦ λόγου καί ἡ Λειτουργία τῶν
Θείων Μυστηρίων»1. Καί στή χειροτονία τοῦ
ἱερέα ζητεῖται ἀπό τό Θεό νά γίνει ὁ ἱερέας ἄξιος
«ἱερουργεῖν τόν λόγον τῆς ἀληθείας»2. Σύμφω-
να μέ τά παραπάνω, τό κήρυγμα τοῦ θείου λό-
γου καί ὁ εὐαγγελισμός τοῦ λαοῦ εἶναι μιά
«ἱερουργία» ἀνάμεσα

ματος-λατρείας, τό ὁποῖο μάλιστα ἦταν μιά ἀπό
τίς βασικές πτυχές τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας,
πάνω στήν ὁποία θεμελιωνόταν ἡ ἐκκλησια-
στική ἑνότητα, ὡς ἑνότητα δηλαδή λατρευτι-
κή-εὐχαριστιακή καί ἑνότητα ἀληθείας καί πί-
στεως, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται στό κήρυγμα,
ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «Τοῦτο τό
κήρυγμα παρειληφυία καί ταύτην τήν πίστιν…
ἡ Ἐκκλησία, καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρ-
μένη, ἐπιμελῶς φυλάσσει, ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα.
Καί ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχήν καί
τήν αὐτήν ἔχουσα καρδίαν, καί συμφώνως
ταῦτα κηρύσσει, καί διδάσκει καί παραδίδωσιν,
ὡς ἕνα στόμα κεκτημένη»3. Τονίζω ἰδιαίτερα
αὐτή τή σχέση τοῦ κηρύγματος μέ τή Θ. Λει-
τουργία, διότι ἡ τελευταία ἀποτελεῖ τό κέντρο
τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί χωρίς αὐτήν ἤ ἔξω
ἀπό αὐτήν κάθε ἄλλο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας
ἐκκοσμικεύεται καί χάνει τό ἀμιγῶς ἐκκλησια-
στικό του νόημα. Αὐτή ἡ παράδοση διατηρή-
θηκε καί στή συνέχεια καί μάλιστα ἐπικυρώθηκε
καί ἀπό τό 19ο κανόνα τῆς Στ´ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο: «Δεῖ τούς τῶν
Ἐκκλησιῶν προεστῶτας ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις,
ἐξαιρέτως δέ ταῖς Κυριακαῖς, πάντα τόν κλῆρον
καί τόν λαόν ἐκδιδάσκειν τούς τῆς εὐσεβείας λό-
γους»4. Τό κήρυγμα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό
τή «χειραγώγηση πρός τό μυστήριο τῆς σωτη-
ριώδους παρουσίας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο» καί
ἡ χειραγώγηση αὐτή εἶναι ἔννοια ταυτόσημη μέ
τή «μυσταγωγία». Μάλιστα τά μυσταγωγικά
αὐτά κηρύγματα τῶν Πατέρων «συνιστοῦσαν τή
μεταβαπτισματική κατήχηση καί εἰσῆγαν τά μέλη
τῆς Ἐκκλησίας στήν Εὐχαριστία»5. Τό κήρυγμα,
δηλαδή ἡ διδαχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, συνδέ-
θηκε ἔτσι μέ τήν κατήχηση καί τό φωτισμό τοῦ
λαοῦ πάνω στά θέματα τῆς πίστης καί τῆς κατά
Χριστόν ζωῆς καθώς καί μέ τή διάδοσή τους
στούς λαούς πού δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμη τό
Εὐαγγέλιο, δηλαδή μέ αὐτό πού σήμερα ὀνο-

μάζουμε «ἱερα-
ποστολή», ἀφοῦ
τό θέλημα τοῦ
Τριαδικοῦ Θεοῦ
τῆς ἀγάπης εἶναι
ἡ σωτηρία ὅλων
των ἀνθρώπων,
μέ τελικό σκοπό
νά γίνει ὁ Θεός
«τά πάντα ἐν
πᾶσι»6. Τήν
ἔννοια τῆς ἱερα-
ποστολῆς τήν
ἔχουμε συνδέσει
στή συνείδησή
μας κυρίως μέ τή
διάδοση τοῦ
Ε ὐ α γ γ ε λ ί ο υ
στούς μή χρι-
στιανικούς λα-
ούς καί γι’ αὐτό
μιλᾶμε γιά «ἐξωτερική ἱεραποστολή». Ὡστόσο,
πέραν αὐτῆς, ὑπάρχει, ὅπως εἶναι γνωστό, καί
ἡ ἐσωτερική ἱεραποστολή, μέ τήν ὁποία
ἐννοοῦμε τό κηρυκτικό ἔργο καί τήν ὅλη συ-
ναφῆ δραστηριότητα τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς
βαπτισμένους μέν ἀλλά εὑρισκομένους σέ χα-
λαρή σχέση μέ τήν Ἐκκλησία ἤ αὐτούς πού
ἔχουν παντελῶς ἀποκοπεῖ ἀπό αὐτήν. Ἡ ἐσω-
τερική ἱεραποστολή δέν ἔχει σαφῶς περιγε-
γραμμένο ἀντικείμενο, ἀφοῦ συχνά συγχέεται
μέ τό κατηχητικό καί τό ποιμαντικό ἔργο τῆς
Ἐκκλησίας. Πιστεύω, ὡστόσο, ὅτι καταρχήν τό
γεγονός αὐτό δέν συνιστᾶ μειονέκτημα, ἀφοῦ
δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ ἔργου πού ἔχει νά ἐπι-
τελέσει ὁ ἱερέας, καί ὅτι ὁ χωρισμός σέ τομεῖς
καί «εἰδικότητες» μπορεῖ νά ταιριάζει στίς κο-
σμικές ἐργασίες γιά τήν αὔξηση τῆς παραγω-
γικότητας, δέν ἰσχύει ὅμως τό ἴδιο καί στή δια-
κονία τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας, πού ὑπηρετεῖ τόν
ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὡς ψυχο-
σωματική καί πνευματική ὁλότητα. Θά πρέπει,
ὡστόσο, νά ποῦμε ὅτι πάντοτε ἡ προσπάθεια
τῆς Ἐκκλησίας νά προσεγγίσει τόν ἄνθρωπο, νά
τόν διδάξει, νά τόν φωτίσει, νά τόν κατευθύνει
πρός τήν «κατ’ ἀλήθειαν» ζωή, νά τόν ὁδηγή-
σει στούς κόλπους της καί νά τόν ἑνώσει μέ τό
Χριστό καί τούς ἀδελφούς του διά τοῦ κοινοῦ
Ποτηρίου λάμβανε διάφορες μορφές, δέν ἦταν
κάτι τό στατικό. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγό-
ριος Νύσσης, «οὐ μήν ὁ τῆς διδασκαλίας λόγος
ἐπί πάντων ἁρμόσει τῶν προσιόντων τῷ λόγῳ…
κατά γάρ τό εἶδος τῆς νόσου καί τόν τρόπον τῆς
θεραπείας προσαρμοστέον»7.
Ὅλα τά παραπάνω ἔδωσαν, νομίζω, λίγα
ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ὥστε νά θυμηθοῦμε ὅτι
τό διδακτικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεμε-
λιωμένο πάνω στήν Κ. Διαθήκη καί στήν ἀπο-
στολική παράδοση καί ὅτι αὐτῆς τῆς παράδο-
σης συνεχιστές εἶναι κυρίως οἱ ἱερεῖς. Ἔγινε ἐπί-
σης ἀντιληπτό ὅτι τό κίνητρο γιά τήν ἀποστο-
λή αὐτή τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ ἀγά-
πη, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ φι-
λανθρωπία Του, τῆς ὁποίας μιμητές εἶναι (ἤ πρέ-
πει νά εἶναι) ὅλοι ὅσοι διακονοῦν τό ἐκκλη-
σιαστικό ἔργο, δηλαδή τό ἔργο τῆς σωτηρίας
τοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται γιά τήν πρώτη καί κύ-
ρια ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, γιά τό βασικό της
σκοπό. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν
Ἀποστόλων, εἶναι Ἐκκλησία ἀποστολική, ὅπως
ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τοῦτο
δέν σημαίνει μόνο ὅτι εἶναι θεμελιωμένη στήν
γνήσια ἀποστολική διδασκαλία καί συνεχίζει
ἀδιάσπαστα τήν ἀποστολική παράδοση, ἀλλ’
ὅτι εἶναι μιά Ἐκκλησία σέ ἀποστολή, εἶναι μιά
ἀπεσταλμένη Ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία
εἶναι ἀποστολή καί αὐτή «ἡ ἀποστολή ἀποτελεῖ
τήν ἴδια τήν οὐσία της καί τήν ἴδια τή ζωή της»8.
Καί τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι εἶναι μιά
Ἐκκλησία πού ὑπάρχει, γιά νά φέρνει καθημε-
ρινά σέ πέρας τό ἔργο πού τῆς ἔχει ἀνατεθεῖ ἀπό
τόν ἱδρυτή της, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι μιά
Ἐκκλησία πού διαρκῶς ἐφημερεύει, πού βρί-
σκεται δηλαδή σέ ἐγρήγορση, πού μοιάζει στίς
φρόνιμες παρθένες τῆς παραβολῆς καί κρατᾶ
ἀναμμένη τή λαμπάδα τῆς πίστης καί τῆς ἀγά-
πης, τοῦ καινοῦ μηνύματος ὅτι ὁ Θεός σαρ-
κώθηκε, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε νικών-
τας τό θάνατο, τόν ὁποῖο μπορεῖ πλέον νά νι-
κήσει καί ὁ ἄνθρωπος ἐντασσόμενος στούς κόλ-
πους της, ἐκεῖ ὅπου τελεῖται ὁ γάμος τῆς
ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέ τό Νυμφίο Χριστό
καί ἡ ἕνωση μέ τό ἅγιο Σῶμα Του, σύμφωνα μέ
τή ὡραία καί θεολογικότατη εἰκόνα τοῦ Ἀπο-
στόλου Παύλου. Εἶναι, τέλος, μιά Ἐκκλησία «ἐν
πορείᾳ», μιά πορευόμενη Ἐκκλησία, δηλαδή μιά
Ἐκκλησία δυναμική πού ἀνοίγει δρόμους στήν
ἱστορία μέ τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης, τῆς ἀνε-
κτικότητας καί τῆς συναδέλφωσης τῶν ἀνθρώ-
πων, μιᾶς Ἐκκλησίας πού πορεύεται πρός τόν
κόσμο καί τοῦ ἀπευθύνει τήν πρόσκληση τῆς
σωτηρίας καί πού, συγχρόνως, βλέπει τόν κό-

σμο στήν προοπτική τῶν ἐσχάτων, τῆς αἰωνιό-
τητας, ἡ ὁποία εἶναι καί τό ἔσχατο «τέλος» της.
Εἶναι ἡ ἐρχόμενη καί ἤδη παροῦσα Βασιλεία τοῦ
Θεοῦ, τήν ὁποία ἀποκαλύπτει μέ τή ζωή τῶν
μελῶν της καί πρός τήν ὁποία πορεύεται ὡς
ἐσχατολογική κοινότητα. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως,
δέν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια οὔτε ἁπλῶς ἕνας
θεσμός ἀπρόσωπος. Ἡ Ἐκκλησία (ἐννοῶ τή
στρατευόμενη) εἶναι τά πρόσωπα πού τήν
ἀποτελοῦν, κληρικοί καί λαϊκοί, ὅλοι ὅσοι
ἔχουμε βαπτιστεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί
συμμετέχουμε στή ζωή καί στά μυστήριά της.
Ἄρα ὅλοι ἐμεῖς εἴμαστε ἀπεσταλμένοι, εἴμαστε
ἀπόστολοι, λόγῳ καί τῆς γενικῆς ἱερωσύνης.
Ὡστόσο, ἐκεῖνοι πού κατεξοχήν ἔχουν ἐπιφορ-
τιστεῖ μέ αὐτή τήν ἀποστολή εἶναι οἱ κληρικοί,
οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναλάβει τό χρέος ἐνώπιον
Θεοῦ καί ἀνθρώπων νά γρηγοροῦν, ἀποκαλύ-
πτοντας διαρκῶς «ἔργῳ καί λόγῳ» τό θέλημα
τοῦ Θεοῦ, νά ἐφημερεύουν καί νά ξαγρυπνοῦν
στή διακονία τοῦ ἔργου στό ὁποῖο ἔχουν ταχ-
θεῖ, νά κρατοῦν ἀναμμένο τό φῶς τῆς χρι-
στιανικῆς ἀλήθειας, γιά νά μήν ἀφήσουν τόν κό-
σμο νά βυθιστεῖ στό σκότος τῆς ἄγνοιας τοῦ
Χριστοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, γιά νά
μή σβήσει τό κερί ἐκεῖνο πού ἄναψε τόν πολι-
τισμό ἀπό τό μολυσμένο ἀέρα τοῦ φλύαρου καί
ἐφήμερου πολιτισμοῦ μας.
Ἄν αὐτό εἶναι τό χρέος καί ἡ ἀποστολή τοῦ
ἱερέα στόν κόσμο, τώρα πρέπει νά δοῦμε σέ ποι-
ούς ἀνθρώπους ἀπευθύνει τό λόγο τοῦ Εὐαγ-
γελίου σήμερα, ποιοί εἶναι οἱ σημερινοί δέκτες
τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Γιατί, ὅπως ἤδη εἴπα-
με, ποτέ ἡ Ἐκκλησία δέν προσέγγιζε τούς
ἀνθρώπους μέ τρόπο ἰσοπεδωτικό, ἀλλά πάν-
τα λάμβανε ὑπόψη τίς ἐπιμέρους διαφορές καί
ἀνάλογα προσάρμοζε καί προσέφερε τό κή-
ρυγμά της, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι ἄλλαζε
τήν οὐσία του. Ἁπλῶς ἄλλαζε τόν τρόπο καί τά
μέσα γιά τήν προσέγγιση τοῦ ἀνθρώπου καί τή
μετάδοση πρός αὐτόν τῶν ἀληθειῶν τῆς πί-
στεως. Σήμερα, λοιπόν, ἄν δέν συνειδητοποι-
ήσουμε καί δέν λάβουμε ὑπόψη τίς μεγάλες,
δραματικές θά ἔλεγα, διαφοροποιήσεις καί
ἀλλαγές πού ἔχουν συντελεστεῖ στόν κόσμο,
στόν τρόπο σκέψης καί ζωῆς τῶν ἀνθρώπων,
στήν ἰδεολογία καί βιοθεωρία τους, τότε ὁ λό-
γος τοῦ Εὐαγγελίου πού σπέρνουμε δέν θά καρ-
πίσει εὔκολα στήν ψυχή τοῦ σύγχρονου ἀνθρώ-
που, ἀλλά θά μείνει ἀνενεργός, δέν θά γονι-
μοποιήσει δηλαδή τή ζωή του. Καί ἐπειδή ἡ εἰσή-
γησή μου ἀπευθύνεται σέ κληρικούς πού δια-
κονοῦν τό ἐκκλησιαστικό ἔργο στήν ἐπαρχία καί
ὄχι σέ κάποιο ἀστικό κέντρο, εἶναι ὀρθό νά
προβῶ σέ μιά σύντομη παρουσίαση τῆς κατά-
στασης πού ἐπικρατεῖ στήν ἑλληνική ἐπαρχία
σήμερα, ὄχι γιατί δέν εἶναι γνωστή, ἀλλά για-
τί μέ βάση αὐτή θά προχωρήσω σέ κάποιες σκέ-
ψεις καί προτάσεις στή συνέχεια.
«Μέ τίς γρήγορες ἀλλαγές πού χαρακτηρίζουν
τόν αἰώνα πού ζοῦμε, ἡ ἐπαρχιακή ζωή ἔχει
ἀλλάξει μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε διερωτᾶται κα-
νείς ἐάν αὐτοί πού ζοῦν στήν ἐπαρχία ἔχουν μπο-
ρέσει νά ἀφομοιώσουν αὐτή τήν ἀλλαγή. Ἡ τε-
χνολογία ἔχει εἰσβάλει ἀνεπαίσθητα σέ κάθε
ὄψη τῆς ζωῆς, ἀπό τίς εὐκολίες τοῦ σπιτιοῦ μέ-
χρι καί τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο καλλιερ-
γεῖται ἡ γῆ. Ἡ κινητικότητα καί ἡ ἀνωνυμία, κύ-
ρια χαρακτηριστικά τῆς ἀστικοποίησης, ἔχουν
διαφοροποιήσει τήν ἐπαρχιακή κοινότητα ἀπό
τήν παλαιά της ὑπόσταση, μιά διαφοροποίηση
πού πολλές φορές δέν ξεχωρίζει ἀπό τή ζωή τῆς
πόλεως»9. Ἔτσι ἡ ἑλληνική ἐπαρχία ἀντιμετω-
πίζει μιά δραματική κρίση ταυτότητας, ἀφοῦ μέ
τίς ἀλλαγές πού ἐπῆλθαν ξεριζώθηκε ἕνας
τρόπος ζωῆς ἐμβολιασμένος ἀπό τήν παράδο-
ση καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού ἦταν σχεδόν
ἐντελῶς ἀντίθετος ἀπό τόν σημερινό καί μαζί
του ξεριζώθηκαν ἤ ἀχρηστεύθηκαν ὅλα ἐκεῖνα
τά σύμβολα, πού γιά αἰῶνες νοηματοδοτοῦσαν
καί κατεύθυναν τήν ἀνθρώπινη ζωή στήν ἐπαρ-
χία. Γιά παράδειγμα, ποιός γεωργός ξεκινοῦσε
τή σπορά τῶν δημητριακῶν δίχως νά εὐλογη-
θεῖ ὁ σπόρος ἀπό τόν ἱερέα; Ἤ σέ ποιό σπίτι δέν
ὑπῆρχε καί δέν ἄναβε καθημερινά τό καντήλι;
Ἤ πόσο σημαντικό ἦταν τό νά περιποιηθεῖ κά-
ποιος ἕνα ἐκκλησάκι ἤ νά δωρίσει μιά εἰκόνα;
Ἐπειδή, λοιπόν, «αὐτά τά σύμβολα ἐξέφραζαν
ἄμεσα μιά ἐκκλησιαστική ζωή, ἡ Ἐκκλησία
ἔχει γίνει μέρος αὐτῆς τῆς κρίσης ταυτότητας,
εἰδικά στήν ἐπαρχία»10. Σ’ αὐτή τήν ἀλλοτρίω-
ση καταλυτικός ἦταν ὁ ρόλος τῆς παχυλῆς
ἀφθονίας πού εἰσέβαλε στήν ἑλληνική ἐπαρχία
τά τελευταῖα 20-30 χρόνια, μιά εἰσβολή πού ἔγι-
νε μέ τέτοιο ρυθμό (σ’ αὐτό σημαντικά συνέτεινε
ἡ τηλεόραση μέ τή διαφήμιση), ὥστε ὁ νεοέλ-
ληνας τῆς ἐπαρχίας δέν πρόλαβε νά τήν ἀφο-
μοιώσει. Μέσα στό γενικότερο πνεῦμα τῆς
ἐπιδίωξης τοῦ πλουτισμοῦ ἀλλά καί τῆς προ-
σπάθειας τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρχίας νά μή μεί-
νει στό περιθώριο, ἐμφανίστηκαν ἀκόμα δύο ἐπί-
σης στρεβλωτικά καί ἀλλοτριωτικά φαινόμενα:
Ἄγκυρα Ἐλπίδος
16
ὁ νεοπλουτισμός καί ἡ νοοτροπία πού τόν ἀκο-
λουθεῖ καθώς καί ἡ μετατροπή τῆς Παράδοσης
σέ φολκλόρ, δηλαδή σέ μιά φτηνή καί κακό-
γουστη διατήρηση καί ἀναπαράσταση ὁρι-
σμένων ἐθίμων (ἄς θυμηθοῦμε τίς γνωστές σέ
ὅλους «πολιτιστικές ἐκδηλώσεις» πού γίνονται
στά χωριά τό καλοκαίρι). Δημιουργήθηκε ἔτσι
στά χωριά μας ἕνας νέος «ψευδοσύγχρονος νε-
οπλουτίστικος πολιτισμός, πού ἐνσωμάτωσε ὅλα
τα ἀρνητικά στοιχεῖα τοῦ ἀνατολικοῦ παρελ-
θόντος του μέ τή δυτική τεχνοκρατική κοινω-
νία πού προσπαθεῖ νά μιμηθεῖ. Ἀπό ἕνα τέτοιο
πολιτισμό λείπει κάθε ζωτικότητα, ὑπαρξιακή
ἀναζήτηση, ὑπερβατικό ἐνδιαφέρον, πού ἀπαι-
τοῦν λεπτότητα καί εὐαισθησία. Περιορίζεται
στίς “discos”, καφετέριες καί “pub”, πού “κο-
σμοῦν” τίς ἐπαρχιακές πόλεις καί πού ἔχουν γί-
νει ἴσως ὁ μόνος τρόπος πού οἱ νέοι διασκε-
δάζουν. Ἡ τηλεόραση ἔχει πάρει τή θέση τῶν
διαπροσωπικῶν σχέσεων»11. Ὁ Τσέχωφ στό ἔργο
του «Τρεῖς ἀδελφές» περιγράφει ζωντανά τήν
κατάσταση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐπαρχίας. Θά
μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς διαβάσω τό σχετικό ἀπό-
σπασμα: «Ἡ πόλη μας ὑπάρχει ἐδῶ καί διακόσια
χρόνια,- ἔχει κατοίκους ἑκατό χιλιάδες κι οὔτε
ἕνας πού νά διαφέρει ἀπό τούς ἄλλους, ἕνας,
ἔστω, πρωτοπόρος εἴτε στό παρελθόν εἴτε τώρα-
ἕνας ἐπιστήμων, ἕνας καλλιτέχνης, ἕνας τόσο δά
ἀξιόλογος ἄνθρωπος, πού νά προκαλέσει τό φθό-
νο ἤ τή λαχτάρα νά τόν μιμηθοῦν. Μονάχα
τρῶνε, πίνουν, κοιμοῦνται καί μετά πεθαίνουν…
γεννιοῦνται ἄλλοι τρῶνε κι αὐτοί, πίνουν, κοι-
μοῦνται καί, γιά νά μήν ἀποβλακωθοῦν ἀπό τήν
πλήξη, ποικίλλουν τή ζωή τους μέ αἰσχρά κου-
τσομπολιά, βότκα, χαρτιά καί ν’ ἀλληλοσέρ-
νονται στά δικαστήρια,- κι οἱ γυναῖκες ἀπατοῦν
τούς ἄντρες τους κι οἱ σύζυγοι λένε ψέματα, κά-
νουν πώς δέν βλέπουν τίποτε, τίποτε δέν ἀκοῦνε,-
κι ὅλο αὐτό τό χυδαῖο παράδειγμα καταδυνα-
στεύει ἀνελέητα τά παιδιά τους, σβήνει μέσα τους
τή θεία φλόγα, τά μετατρέπει κι αὐτά σέ θλιβε-
ρά νεκροζώντανα πλάσματα, παρόμοια τό ἕνα
μέ τό ἄλλο, ὅπως ἤτανε κι οἱ πατέρες καί οἱ μη-
τέρες τους…»12. Ποιός μέσα σ’ αὐτό τό κείμε-
νο δέν μπορεῖ νά βρεῖ στοιχεῖα ἀπό αὐτά πού χα-
ρακτηρίζουν τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρ-
χίας;
Ποιά εἶναι ὅμως ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου τῆς
ἐπαρχίας, ποῦ ζεῖ σ’ ἕνα περιβάλλον, ὅπως
αὐτό πού μέ ἁδρές γραμμές περιγράψαμε, μέ τήν
Ἐκκλησία; Βεβαίως στά χωριά καί στίς κωμο-
πόλεις μας ὁ ναός βρίσκεται σέ κεντρικό σημεῖο,
δεσπόζει μέ τούς τρούλους καί τό καμπαναριό
του κι ἐξακολουθεῖ νά παίζει ἕνα σημαίνοντα
ρόλο στή ζωή τῶν κατοίκων, ἀφοῦ ἐκεῖ τε-
λοῦνται τά μυστήρια, ἐκεῖ βαπτίζονται, παν-
τρεύονται καί προπέμπονται στήν αἰώνια κα-
τοικία τους οἱ κάτοικοι. Εἶναι ὅμως σίγουρο ὅτι
ἡ ἐκκλησιαστική ζωή κρατᾶ τήν κεντρική θέση
στή ζωή τῆς κοινότητας, ὅπως συνέβαινε πα-
λιά; Διότι, ἄν αὐτό δέν συμβαίνει, τότε καί ἡ
θέση τοῦ ἱερέα ἔχει ἀλλάξει δραματικά. Ἄς προ-
σεγγίσουμε σύντομά τό θέμα. Δείξαμε στά
προηγούμενα τίς ἀλλαγές πού ἐπῆλθαν στόν
τρόπο σκέψης καί ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρ-
χίας καί εἴδαμε ὅτι ὁ τρόπος ζωῆς πού τείνει νά
ἀκολουθηθεῖ καί ἀπό αὐτόν εἶναι ἐκεῖνος τόν
ὁποῖο ἐπιβάλλουν ἡ σύγχρονη τεχνολογία καί
ἡ κοινωνία τῆς κατανάλωσης, πού κυριολεκτικά
ξεθεμελιώνουν τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς,
ἀφοῦ τό πρότυπο ζωῆς καί ἡ βιοθεωρία πού
προτείνουν καί προβάλλουν βρίσκονται στόν
ἀντίποδά του. Ἔτσι ἡ πνευματική ζωή ὑποχω-
ρεῖ μπροστά στόν ἄκρατο ὑλισμό, ἡ ἄσκηση
ἐκλείπει μπροστά στήν ἐπιδίωξη τῆς ἡδονῆς καί
τῆς εὐμάρειας, τό κοινοτικό πνεῦμα σβήνει
μπροστά στήν ἐπέλαση τῆς ἀτομοκρατίας. Τό
γεγονός αὐτό ἔχει κάμει τόν ἄνθρωπο ἀπαθή καί
ἀδιάφορο γιά ὁ,τιδήποτε πνευματικό, γιά ὑπαρ-
ξιακές καί μεταφυσικές ἀναζητήσεις, μέ ἀπο-
τέλεσμα ἡ συμμετοχή του στή λατρεία νά εἶναι
μικρή ἤ ἐλάχιστη, σέ σημεῖο πού ἀκολουθίες,
ὅπως ὁ ἑσπερινός ἤ ὁ ὄρθρος ἀλλά καί οἱ κα-
θημερινές γιορτές, νά ἔχουν περιπέσει στήν ἀφά-
νεια καί νά κινδυνεύουν (ἄν αὐτό δέν ἔχει συμ-
βεῖ ἤδη, στούς νέους κυρίως) νά γίνουν παν-
τελῶς ἄγνωστες ἤ ἀκατανόητες στούς ἀνθρώ-
πους. «Στό ὄνομα τῆς “κοινωνικῆς προόδου’’ καί
τῆς “πολιτιστικῆς ἀλλαγῆς’’, ὄχι μόνον οἱ νέοι
θεωροῦν ξεπερασμένο νά ἐκκλησιαστοῦν ἀλλά
πολλές φορές τούς ἀποθαρρύνουν οἱ ἡλικιω-
μένοι, πού ἀποτελοῦν ὄχι μόνο τήν πλειοψηφία
τῶν ἐκκλησιαζομένων ἀλλά καί τήν πλειοψη-
φία τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας. Οἱ περισσό-
τεροι κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας συνήθως θά λει-
τουργηθοῦν ἀπό κοινωνική ὑποχρέωση, πού κυ-
ρίως συνδέεται μέ τά μνημόσυνα. Ἔτσι ὅμως ἡ
λειτουργία συνταυτίζεται μέ τό θάνατο μᾶλλον
παρά μέ αὐτό πού πράγματι εἶναι: νίκη κατά τοῦ
θανάτου»13.
Ὅμως τά προβλήματα τοῦ ἱερέα τῆς ἐπαρχίας
δέν εἶναι μόνο αὐτά πού προέρχονται ἀπό τίς
Ἄγκυρα Ἐλπίδος
17
ἀλλαγές πού ἔχουν ἐπέλθει στό περιβάλλον
μέσα στό ὁποῖο ἀσκεῖ τή διακονία του. Ἔχει
ἀκόμη νά ἀντιμετωπίσει τήν προσκόλληση τῶν
ἀνθρώπων σέ «πρωτόγονους θρησκοληπτικούς
κανόνες πού βασίζονται στή δεισιδαιμονία καί
στή μοίρα»14, τήν ἀμείλικτη κριτική πού «σφυ-
ροκοπάει τήν ἱερατική ψυχή καί προσπαθεῖ νά
τήν ἐξουθενώσει», τήν παραπληροφόρηση
καί συχνά τή συκοφαντία πού εἶναι «τό πιό συ-
νηθισμένο παρακολούθημα τῆς ἀληθινῆς ποι-
μαντικῆς δραστηριότητας», καί ἀκόμη τίς
«οἰκογενειακές φροντίδες», τίς «συζυγικές
δυσκολίες, τά οἰκονομικά καί βιοτικά προ-
βλήματα»15. Ὅλα αὐτά λειτουργοῦν πολύ συ-
χνά ἀνασταλτικά γιά τό ἔργο του, κάποτε τόν
ἀποκαρδιώνουν, τόν ἀδρανοποιοῦν ἴσως, ἀφοῦ
βλέπει νά δυναμιτίζονται οἱ προσπάθειές του καί
νά μήν καρποφοροῦν.
Μέσα σ’ αὐτό τό περιβάλλον τί κάνει ὁ ἱερέ-
ας; Μήπως μένει στά ἀπολύτως ἀπαραίτητα, δη-
λαδή μόνο στήν τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν; Μή-
πως δηλαδή ἔχει καταντήσει ἕνας τελετάρχης;
Μήπως κι ὁ ἴδιος, χωρίς ἴσως νά τό ἀντιληφθεῖ,
ἔχει συσσωματωθεῖ σ’ ἕνα ἔργο πού τοῦ ἐπι-
τάσσει τό νέο περιβάλλον; Μήπως, στήν προ-
σπάθειά του νά μήν ἀποκοπεῖ ἀπό τούς ἀνθρώ-
πους καί νά μή φαντάζει σάν ἕνα ἀπομεινάρι τοῦ
παρελθόντος, ἕνα κομμάτι τοῦ «φολκλόρ» γιά
τό ὁποῖο μιλήσαμε, ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ κι ἔχει
ἀσπαστεῖ τόν τρόπο ζωῆς τοῦ παρόντος ἤ ἔχει
κάμει «ἐκπτώσεις» στήν εὐαγγελική διδασκα-
λία καί στόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς; Τέτοια
ἐρωτήματα, πού σχετίζονται μέ τό ρόλο καί τό
ἔργο τοῦ ἱερέα σήμερα, προβάλλουν καί τί-
θενται ἐδῶ καί καιρό μέ τόν πιό δραματικό τρό-
πο ἀπό ὅλους ὅσοι ἔχουν ἀντιληφθεῖ τή μεγά-
λη ἀλλαγή τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καί
τούς νέους προσανατολισμούς καί προτεραι-
ότητες πού ἔχουν θέσει στή ζωή τους. Τέτοιας
λογῆς ἐρωτήματα πρέπει νά θέτει καί ὁ ἱερέας
στόν ἑαυτό του κάνοντας τήν αὐτοκριτική καί
τόν αὐτοέλεγχό του. Διότι ὁ πιό μεγάλος πει-
ρασμός τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικά ἦταν καί εἶναι
ἡ ἐκκοσμίκευση, νά γίνει δηλαδή ἡ Ἐκκλησία κό-
σμος (μέ τήν ἔννοια πού ἔχει ὁ ὅρος στό κατά
Ἰωάννην Εὐαγγέλιο), νά σκέφτεται, νά δρᾶ καί
νά πορεύεται ὅπως ὁ κόσμος. Καί εἶναι, βέβαια,
ἡ Ἐκκλησία «ἐν τῷ κόσμῳ», δέν εἶναι ὅμως «ἐκ
τοῦ κόσμου». Ἡ Ἐκκλησία δημιουργήθηκε, γιά
νά προσλάβει τόν κόσμο, νά τόν ἐκκλησιοποι-
ήσει καί ὄχι νά γίνει ἐκείνη κόσμος, Διότι, «ἄν
τό ἅλας μωρανθῇ ἐν τίνι ἁλισθήσεται;»16. Ἄν ἡ
Ἐκκλησία ἐκκοσμικευθεῖ, πῶς μπορεῖ νά σώσει
τόν κόσμο, μιά πού ὁ κόσμος εἶναι βέβαιο ὅτι
ἀφ’ ἐαυτοῦ δέν μπορεῖ νά σωθεῖ; Μέσα, λοιπόν,
στή νέα πραγματικότητα ὁ ἱερέας θά πρέπει νά
ξαναδεῖ τό ρόλο του, νά ἐπανακαθορίσει τούς
τρόπους προσέγγισης τῶν ἀνθρώπων, νά προσ-
διορίσει τίς νέες προτεραιότητες, νά βρεῖ τρό-
πους, ὥστε τό κήρυγμά του καί ἡ ὅλη παρου-
σία του νά λειτουργήσουν θετικά καί σωτη-
ριολογικά γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ σήμερα, γιά τό
ποίμνιό του στό χωριό ἤ στήν πόλη. Κεντρικός
σκοπός του θά πρέπει νά εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ
ἀνθρώπου.
Βέβαια ἐδῶ τίθεται τό ἑξῆς βασικό, κατά τή
γνώμη μου, ἐρώτημα: ἀπό τί σώζει ἀκριβῶς ἡ
Ἐκκλησία τόν κόσμο καί πῶς μπορεῖ τό σωτη-
ριῶδες αὐτό ἔργο νά καταστεῖ ἀποτελεσματι-
κό; «Σώζει ἡ Ἐκκλησία τόν κόσμον ἀπό ὅ,τι ὁ
κόσμος θέλει νά λυτρωθεῖ, ὁρίζει δηλαδή τό
εὐαγγέλιον ὑπό τούς ὅρους τοῦ κόσμου, ἤ σώ-
ζει ἡ Ἐκκλησία τόν κόσμον ἀπό ὅ,τι αὐτή πι-
στεύει ὅτι πρέπει νά τόν σώσει, ὁρίζει δηλαδή
τήν ἔννοιαν τοῦ κόσμου ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ ἰδι-
κοῦ της εὐαγγελίου;»17. Τά ἐρωτήματα αὐτά ὁρί-
ζουν, ὅπως καταλαβαίνει κανείς, τά δύο θεο-
λογικά ρεύματα πού συνυπάρχουν στούς κόλ-
πους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τά ὁποῖα τό
πρῶτο τονίζει τό ἐνδοκοσμικό, ἐκκλησιολογι-
κό-ἱστορικό στοιχεῖο καί τό δεύτερό το ὑπερ-
βατικό καί ἐσχατολογικό, σύμφωνα καί μέ
αὐτό πού ἤδη εἴπαμε γιά τήν Ἐκκλησία πού βρί-
σκεται ἐντός του κόσμου, δέν ἔχει ὅμως τήν κα-
ταγωγή της ἀπό τόν κόσμο. «Διά τόν Ὀρθόδο-
ξον Θεολόγον», γράφει ὁ καθηγητής Σάββας
Ἀγουρίδης, «αἱ δύο ἀπόψεις ἀλληλοσυμπλη-
ρούμεναι, ἐκφράζουν τήν ζωήν τῆς Ἀνατολικῆς
Ἐκκλησίας. Ἡ θέσις αὕτη θά ἠδύνατο ἴσως νά συ-
Ἄγκυρα Ἐλπίδος
18
νοψιστεῖ ὡς ἑξῆς: ἄν δέν ἀρνηθεῖ κανείς τόν κό-
σμον, δέν ἠμπορεῖ νά τόν ἀγαπήσει ἀληθινά. Ἡ
ἀγάπη διά τόν κόσμον κι ἡ ἀναδημιουργία του
προϋποθέτουν παραδόξως τήν ἀπάρνησιν καί τήν
καταδίκην του. Ἡ δι᾽ ἡμῶν μεταμόρφωσις τοῦ
κόσμου καί ἡ ἀνάστασίς του εἰς νέαν ζωήν
προϋποθέτουν τήν νέκρωσιν τοῦ κόσμου ἐντός
ἡμῶν»18. Ἔτσι ὁ ἱερέας πού ζεῖ μέσα στόν κόσμο
τῆς ἐπαρχίας, ὅπως τόν περιγράψαμε, ὀφείλει,
ἀπό ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους, νά τόν
ἀρνηθεῖ καί νά τόν ἀπορρίψει μέσα του, γιά νά
μπορέσει νά λειτουργήσει ὡς ποιμένας, κυ-
βερνήτης, γιατρός καί δάσκαλός του. Γιατί
ὅλα αὐτά εἶναι ὁ ἱερέας. Εἶναι πρῶτα-πρῶτα ποι-
μένας, εἶναι δηλαδή «ὁ τά ἀπολωλότα λογικά
πρόβατα δι᾽ ἀκακίας, δι’ οἰκείας σπουδῆς καί
εὐχῆς ἀναζητῆσαι δυνάμενος»19. Εἶναι, ἔπειτα,
κυβερνήτης, ὡς «ἰσχύν νοεράν ἐκ Θεοῦ καί
οἰκείων μόχθων εἰληφώς, οὐ μόνον ἐκ τρικυμίας,
ἀλλά καί ἐξ αὐτῆς τῆς ἀβύσσου τήν ναῦν
ἀποσπᾶσαι δυνάμενος»20. Εἶναι, ἐπίσης, ἰατρός,
ὡς «τό σῶμα κεκτημένος ἄνοσον, μηδεμιᾶς
ἐμπλάστρου δεόμενος ἐπ’ αὐτοῖς»21. Εἶναι, τέλος,
διδάσκαλος, ὡς «νοεράν δέλτον γνώσεως δα-
κτύλῳ Θεοῦ, ἤγουν ἐνεργείᾳ ἐλλάμψεως ἐξ
αὐτοῦ κομισάμενος καί τῶν λοιπῶν βίβλων
ἀνενδεής γενόμενος. Ἀπρεπές διδασκάλοις ἐξ
ἀντιγράφων παιδεύειν καί ζωγράφοις ἐκ πινά-
κων παλαιῶν σημειοῦσθαι»22. Τά λόγια αὐτά τοῦ
μεγάλου Πατέρα τῆς νηπτικῆς καί ἀσκητικῆς θε-
ολογίας, ὁσίου Ἰωάννου τοῦ συγγραφέα τῆς
Κλίμακας, δίνουν τό στίγμα τοῦ ἱερατικοῦ
ἔργου καθώς καί τίς ἀρετές μέ τίς ὁποῖες πρέ-
πει νά κοσμεῖται ἡ ζωή καί τό πρόσωπο τοῦ ἱερέα
καί συγχρόνως διαγράφουν τό μέγεθος τῶν
εὐθυνῶν του.
Ὁ ἱερέας, μποροῦμε νά ὑποστηρίξουμε, θά
πρέπει νά σαρκώνει στήν πράξη τό τριπλό ἀξίω-
μα τοῦ Χριστοῦ: τό βασιλικό, τό ἱερατικό, τό
προφητικό. Ὁ ἱερέας εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε,
ποιμένας, ἀσκεῖ ποιμαντικό ἔργο. Τό θέμα
εἶναι πῶς τό ἀσκεῖ: ἀνέχεται καί συντηρεῖ μιά
μαγική θρησκευτικότητα ἐπενδυμένη μέ ἐκκλη-
σιαστικό μανδύα, ἐνδιαφέρεται νά «τά ἔχει καλά
μέ ὅλους», ἀπαιτεῖ ἀπό τόν κόσμο νά θεωρεῖ
αὐτονόητα αὐτά πού ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὡς τέτοια
ἤ ἀγωνίζεται νά κατανοήσει τό σύγχρονο
ἄνθρωπο καί νά βρεῖ πρόσφορους τρόπους προ-
σέγγισής του, νά δώσει πειστικές ἀπαντήσεις
στά προβλήματά του μέ μιά γλώσσα σύγχρο-
νη, νά προσφέρει ἀγάπη ἀπροσποίητη καί νά
μή συμπεριφέρεται σάν δημόσιος ὑπάλληλος;
Εἶναι ὅμως καί λειτουργός ὁ ἱερέας. Τί σημαί-
νει ὅμως τελικά γιά κεῖνον ἡ Θ. Λειτουργία; Μή-
πως εἶναι ἁπλῶς μιά εὐσεβής πράξη καί ὁ
ἐκκλησιασμός μιά καλή συνήθεια, πού ὅμως δέν
ἔχει καμιά σχέση καί σύνδεση ὀντολογική μέ τήν
ὑπόλοιπη ζωή23; Διότι, ἄν ἡ Θ. Λειτουργία δέν
σχετίζεται μέ τή ζωή καί δέν συνεχίζεται μετά
τό τέλος της, ἄν δέν διαποτίζει δηλαδή τή ζωή
τοῦ ἱερέα καί τῶν πιστῶν, τότε ἔχει καταντήσει
μιά μαγικό-θρησκευτική τελετή, πού δέν με-
ταμορφώνει τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο. Γρά-
φει ὁ μακαριστός π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν: «Καί
τώρα ἦρθε γιά μᾶς ὁ καιρός νά γυρίσουμε στόν
κόσμο μέσα. ‘‘Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν’’, λέει ὁ
ἱερουργός ἀφήνοντας τό θυσιαστήριο καί αὐτή
εἶναι ἡ τελευταία ἐντολή τῆς λειτουργίας…
Μᾶς στέλνουνε πίσω. Τώρα ὅμως- ‘‘εἴδομεν τό
φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον’’.
Καί πρέπει νά ‘‘ξεκινήσουμε’’ καί νά ἀρχίσουμε
τήν ἀτέρμονη ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας ὡς μάρ-
τυρες αὐτοῦ του Φωτός, ὡς μάρτυρες αὐτοῦ τοῦ
Πνεύματος…»24. Εἶναι ἀκόμη προφήτης, δηλαδή
δάσκαλος, ὁ ἱερέας. Ποιό εἶναι ὅμως τό κήρυγμά
του, ὅταν κηρύττει; Ἔχουμε σκεφτεῖ ἴσως για-
τί ὁ λαός μᾶς λέει τή φράση «μή μοῦ κάνεις κή-
ρυγμα», ἐννοώντας ὅτι δέν ἀνέχεται συμβου-
λές ὅλο βερμπαλισμό καί φτηνή ἠθικολογία καί
ταυτίζοντας ἔτσι τό κήρυγμα μέ κάτι τό ἐνο-
χλητικό, καταπιεστικό, κουραστικό καί ἀπω-
θητικό; Μήπως τό κήρυγμα παραμένει δέσμιο
ἄλλων ἐποχῶν, ὑποχείριο μιᾶς στεγνῆς ἠθικο-
λογίας, ἕνα κήρυγμα χωρίς Χριστό, χωρίς
Ἐκκλησία, χωρίς ἁγίους, μέ μοναδικό περιεχό-
Ἄγκυρα Ἐλπίδος
19
μενο τίς ἠθικές συμβουλές καί ἐντολές καί μά-
λιστα μέ ἐπιτιμητικό καί εἰσαγγελικό συχνά
ὕφος; «Δέν εἶναι λίγοι οἱ ἱεροκήρυκες πού
ἔχοντας μιά ἰδεοληψία ἀναζητοῦν μιά εὐκαιρία
νά ἐπιβάλουν τήν ἐμμονή τους. Ἀνεξάρτητα ἀπό
τό ἡμερήσιο θέμα πού ἀποτελεῖ μόνο τόν πρό-
λογο, ἑστιάζονται στό βασικό τους θέμα πού συ-
νήθως εἶναι καταστροφολογία: ἡ ἀνηθικότητα
τῆς κοινωνίας, ἡ κυριαρχία τοῦ Διαβόλου, ἡ τι-
μωρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Κραυγή, πίκρα, παρά-
πονο, ἀπειλή, ἐνοχοποίηση, συναισθηματικός
ἐκβιασμός. Ζωγραφίζουν ἀνάλογα μέ τή διά-
θεσή τους ἕνα Θεό Δία πού θυμώνει μέ τούς
ἀνθρώπους καί τούς κατακεραυνώνει, ἕνα Ἰου-
δαῖο Γιαχβέ πού ὑπάρχει μόνο γιά κάποιους δια-
λεκτούς, ἤ ἕνα Βούδα πού ζητᾶ τήν περιφρό-
νηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δυστυχῶς ὅλα αὐτά
καταγράφονται δῆθεν ἐν ὀνόματι τῆς «κα-
θαρῆς» Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἱερέας πού γκρινιάζει στό
κήρυγμα γιά τήν πορεία τοῦ σημερινοῦ κόσμου,
νιώθει ὅτι ἀνεπαρκεῖ. Ἔχει παραιτηθεῖ ἀπό τή δυ-
νατότητα νά εἶναι ὁδηγός καί τό μόνο πού τοῦ
μένει εἶναι νά γκρινιάζει γιά τήν πορεία πού οἱ
ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν. Νιώθει ἀνεπαρκής νά
ἀνταποκριθεῖ στίς σύγχρονες ἀπαιτήσεις καί τε-
λικά ἐπιτυγχάνει νά ἀπολέσουν οἱ ἄνθρωποι τήν
ἐμπιστοσύνη τους στό Λόγο τῆς Ἐκκλησίας»25.
Τί μένει, λοιπόν, νά γίνει; Τί μπορεῖ καί τί πρέ-
πει νά κάμει ὁ ἱερέας μέσα στόν κόσμο, ὅπως
τόν περιγράψαμε; Ἤδη εἰπώθηκαν ἤ ὑπαινίχ-
θηκαν ἀρκετά. Θά ἤθελα ὅμως νά προσθέσω κά-
ποια πράγματα ἀκόμα. Πρῶτα – πρῶτα, θά ἔλε-
γα ἐξαρχῆς ὅτι μαγικές συνταγές δέν ὑπάρχουν.
Ἀπαιτεῖται ἡ συνεχής καί ἀδιάλειπτη προσευ-
χή καί ἐπίκληση τῆς βοήθειας καί τῆς χάρης τοῦ
Θεοῦ καί μαζί ὁ προσωπικός ἀγώνας, ἡ προ-
σωπική ἀγωνία καί τό ἐνδιαφέρον γιά τό ποί-
μνιο πού ὁ Θεός ἔταξε νά ποιμαίνει ὁ καθένας.
Ὁ ἱερέας σήμερα πρέπει πρῶτα- πρῶτα νά
εἶναι ἕνας καλός ἱερουργός. Ἕνας ἱερουργός πού
τελεῖ σωστά καί μέ ὀρθοέπεια τίς ἀκολουθίες,
πού γνωρίζει τή σημασία καί τό βάρος τους γιά
τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν. Ἀμέρι-
στο πρέπει νά εἶναι τό ἐνδιαφέρον του γιά τήν
εὐπρέπεια τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ καί τῶν ἐξωκ-
κλησίων, τά ὁποῖα πολύ συχνά εἶναι παρατημένα
στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα, ἡ ἐπιτυχία τοῦ δι-
δακτικοῦ καί ποιμαντικοῦ του ἔργου ἐξαρτᾶται
ἀπό τό κατά πόσο μελετᾶ τή Γραφή καί τούς Πα-
τέρες, ἐνδιαφέρεται γιά τή θεολογική παιδεία
του καί γιά τή θεολογική σκέψη τοῦ σήμερα,
ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά ἀπαντᾶ μέ σύγχρονη
γλώσσα στά προβλήματα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώ-
που καί νά μπορεῖ νά κάνει ἐπιλογές, γιά ὅσα,
ἐπί παραδείγματι, ἀφοροῦν τήν αἰσθητική τῶν
ναῶν, μέ θεολογικά καί ἀμιγῶς ἐκκλησιαστικά
κριτήρια. «Δεῖ φωτισθῆναι πρῶτον εἶτα καί
ἑτέρους φωτίσαι», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θε-
ολόγος. Ὁ λόγος τοῦ ἱερέα πρέπει νά εἶναι θε-
ολογικός, διότι μόνο τότε «εἶναι καί ἀνθρω-
πολογικός»26. Τό νά μένει κανείς σ’ αὐτά πού
ἔμαθε ὡς μαθητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς
ἤ καί ὡς φοιτητής στό Πανεπιστήμιο καί νά μήν
ἀνανεώνεται θεολογικά συνιστᾶ σαφῶς μιά κα-
τάσταση στασιμότητας, ἡ ὁποία μέ τήν πάρο-
δο τοῦ χρόνου γίνεται τέλμα κι ἔτσι ὅλα κα-
ταντοῦν ψυχοφθόρα συνήθεια, πράγμα πού
σβήνει τή φλόγα τῆς ἱερωσύνης, δηλαδή τή φω-
τιά τοῦ Πνεύματος. Ὁ ἱερέας πρέπει ἀνά πᾶσα
στιγμή νά ζητᾶ καί νά ἀναβαπτίζεται στή φλό-
γα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔλαβε μέ τήν ἱερω-
σύνη του καί νά ἀναζωπυρώνει ἔτσι τό χάρισμα
πού τοῦ δόθηκε ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου.
Χωρίς αὐτή τή φλόγα, χωρίς τή θέληση γιά θυ-
σία καί ἀγάπη πρός τό ποίμνιό του καί πρός τόν
κάθε ἄνθρωπο, τό ἔργο του κινδυνεύει νά
ἀποχρωματιστεῖ ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά
καί ὁ ἴδιος νά περιπέσει σέ μιά κατάσταση θε-
ολογικῆς ἀφασίας, ἀπό τήν ὁποία δύσκολα θά
βγεῖ στή συνέχεια. «Ὁ ἐκκλησιαστικός-πατερι-
κός λόγος», γράφει σύγχρονος ἱερέας-θεολόγος,
«δέν εἶναι θέμα εὐφυίας, ἀλλά γέννημα πάθους.
Εἶναι καρπός τῆς ὀδυνώμενης, πάσχουσας καρ-
διᾶς, στήν ἀγαπητική σχέση της μέ τόν Ἕνα Κύ-
ριό της χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ ἑνός ἀνθρώ-
που»27. Σέ μιά ἐποχή πού ἡ αὐθεντία τοῦ ἐκκλη-
σιαστικοῦ λόγου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξου-
σίας ἀμφισβητοῦνται καί ἀπό τήν ὥρα πού ζοῦμε
σ’ ἕνα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, μέ τήν ἀπει-
λή τῶν κάθε λογῆς αἱρέσεων καί μέ τίς ἄλλες
θρησκεῖες «ἐπί θύραις», ὁ ἱερέας καλεῖται νά δί-
δει λόγο πειστικό, νά δείξει ὄχι τήν ἀνωτερό-
τητα τῆς «θρησκείας» του σάν φονταμενταλι-
στής, ἀλλά νά προβάλλει μέ τό λόγο καί τή ζωή
του τήν Ἐκκλησία ὡς ὑπέρβαση τῆς θρη-
σκείας, ὡς χῶρο ἑνότητας καί καταλλαγῆς
ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὡς τό χῶρο ὅπου ὁ
ἄνθρωπος μπορεῖ νά μεταμορφώσει τή ζωή του
καί νά ἑνωθεῖ μέ τό Θεό, τό Θεό πού ἔγινε
ἄνθρωπος γιά τόν ἄνθρωπο. Καί εἶναι πειστι-
κός ὁ λόγος τοῦ ἱερέα, ὅταν ὁ ἴδιος δέν μιλᾶ
ἁπλῶς καί δέν ἐκφράζει ἀπόψεις γιά τά θεία καί
Ἄγκυρα Ἐλπίδος
20
τά ἀνθρώπινα, ἀλλά πάσχει τά θεῖα καί τά
ἀνθρώπινα. Καί τότε ὁ λόγος του «εἶναι ἐπίπονη
ἄσκηση, μαρτυρία ζωῆς, ἔνθεος πολιτεία, θρόμ-
βος αἵματος, σφραγίδα ἑνός ἤθους, ἑνός τρό-
που ὑπάρξεως, ἑνός πληρώματος καρδιᾶς,
ὅπως αὐτά τά ἐνσαρκώνει κυρίως ἡ Ἱερωσύνη
καί ἡ Θεολογία»28. Ἕνας τέτοιος λόγος δέν μπο-
ρεῖ νά εἶναι ἁπλῶς ἠθικολογικός, ἀλλά κυρίως
λόγος χριστολογικός, σωτηριολογικός, λει-
τουργικός, ἐκκλησιολογικός.
Γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά, πέρα ἀπό τήν προ-
σπάθεια προσωπικῆς τελείωσης, τόν ἀγώνα καί
τή βαθιά ἐπιθυμία τοῦ ἱερέα γιά ζῶσα σχέση μέ
τόν Χριστό, τό πρῶτο καί σημαντικότερο εἶναι
νά λειτουργήσουν ξανά οἱ ἐνορίες ὡς ζωντανές
ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ἀφοῦ ἡ ἐνορία
εἶναι τό πρωταρχικό κύτταρο καί ὁ σκοπός τῆς
Ἐκκλησίας. Μέσα στόν ἀτομοκρατούμενο κό-
σμο, μέ τίς χαλαρές καί ἐπιφανειακές σχέσεις
τῶν ἀνθρώπων, ὁ ἱερέας καί ἡ Ἐκκλησία ὁλό-
κληρη πρέπει νά ἀντισταθοῦν, ὥστε νά διασωθεῖ
αὐτό πού ἡ ἴδια εἶναι ἀπό τή φύση της: ἡ και-
νούργια Κοινωνία τῆς ἑνότητας, τῆς ἀδελφο-
σύνης καί τῆς νέας σχέσης τῶν ἀνθρώπων μέ
τό Θεό, μέ τήν κτίση καί μεταξύ τους. Αὐτή ἡ
νέα Κοινωνία τῆς Ἀγάπης σαρκώνεται στήν πα-
ράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας στήν ἐνορία. Μέσα στό
πλαίσιο τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς θά πρέπει νά
ἐνταχθεῖ κάθε δραστηριότητα, ἡ ὁποία θά
εἶναι προσανατολισμένη πρός τά σύγχρονα
προβλήματα τῶν ἀνθρώπων μέ προτεραιότη-
τα στούς νέους. Ἡ συνεργασία καί ἡ ἀνταλλα-
γή σκέψεων μέ τούς ἄλλους ἱερεῖς, ἡ ἀναζήτη-
ση τῆς γνώμης εἰδικῶν στά διάφορα θέματα, ἡ
σωστή ἐπιλογή καί καθοδήγηση συνεργατῶν
καί στελεχῶν καί προπαντός ἡ συνεργασία μέ
τόν τοπικό ἐπίσκοπο ἀποτελοῦν ὅρους ἐκ τῶν
«ὧν οὐκ ἄνευ» γιά τό ἐνοριακό ἔργο. Θά πρέ-
πει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι κεντρικό ρόλο στήν προ-
σπάθεια γιά ἀναγέννηση τῶν ἐνοριῶν παίζει ὁ
ἱερέας, τοῦ ὁποίου ἡ ποιμαντική ἔχει πάντα χα-
ρακτήρα προσωπικῆς προσέγγισης καί γνώσης
τῶν μελῶν τοῦ ποιμνίου. Μαζική ποιμαντική δέν
ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία (ἑπομένως καί ἡ ἐνο-
ρία, ὡς ἡ καθολική Ἐκκλησία «ἐν σμικρῷ») εἶναι
κοινωνία προσώπων, ὄχι ἀπρόσωπη μάζα, οὔτε
ὄχλος. Ὁ Χριστός ἀναζήτησε τό ἕνα, τό «ἀπο-
λωλός» πρόβατο, δείχνοντας ἔτσι τήν ἀξία
τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Ἡ Ἐκκλη-
σία δέν εἶναι πολιτικός ὀργανισμός, γιά νά λύ-
νει μαζικά τα προβλήματα καί νά δίνει ὑπο-
σχέσεις ἀτομικῆς εὐζωίας. Εἶναι θεανθρώπινος
ὀργανισμός, ἐντός του ὁποίου ὁ ἄνθρωπος βρί-
σκει αὐτό πού εἶναι ὡς πρόσωπο, συσσωμα-
τούμενος ἐλεύθερα μέ τό Χριστό καί τούς
ἀδελφούς του.
Σημαντικό ρόλο μπορεῖ νά παίξει ὁ σύγχρο-
νος ἱερέας στήν προβολή τοῦ οἰκολογικοῦ
προβλήματος καί στήν ἀνάπτυξη οἰκολογικῆς
συνείδησης στούς ἐνορίτες του, ἀφοῦ ἀφενός
οἱ γεωργοί στήν πλειονότητά τους κάτοικοι τῆς
ὑπαίθρου εἶναι ἐκεῖνοι πού μποροῦν καί πρέπει
νά ἀποκτήσουν μιά ἄλλη σχέση μέ τή γῆ τήν
ὁποία καλλιεργοῦν καί τό περιβάλλον ἐν γένει,
καί ἀφετέρου ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ συγκεκρι-
μένου προβλήματος ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά ζη-
τούμενα τῆς ἐποχῆς μας γιά τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλη-
σία πρέπει νά ἔχει λόγο. Ἔτσι, ἀργά ἴσως ἀλλά
σταθερά, ὁ ἱερέας θά ἀλλάξει τίς συνειδήσεις
τῶν ἀνθρώπων, γιά νά τούς ὁδηγήσει τελικά σ’
αὐτό πού εἶναι καί ὁ τελικός τους σκοπός: ἡ με-
ταμόρφωση τῆς ζωῆς τους καί ὁ προσανατο-
λισμός πρός τό νέο κόσμο τοῦ Θεοῦ, τήν
Ἐκκλησία, ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖται ἡ ζωή ὡς ἑνό-
τητα καί σχέση ἀληθινή, βαθιά καί οὐσιαστική
μέ τήν κτίση, τόν ἄνθρωπο καί τό Θεό. Εἶναι σα-
φές ὅτι γιά τήν πραγμάτωση αὐτῆς τῆς νέας κοι-
νωνίας ἀπαιτεῖται ἀπό μέρους τοῦ ἱερέα ἀκρά-
δαντη πίστη, κρυστάλλινο ἦθος, ζωντανή ἱερα-
τική παρουσία καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἀνυπόκριτη
ἀγάπη: ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἀγάπη πρός τόν
ἄνθρωπο, δηλαδή τήρηση τῆς «καινῆς ἐντολῆς»
τοῦ Κυρίου πρός τούς ἀνά τούς αἰῶνες μαθη-
τές Του. Ὁ ἱερέας πρέπει νά ξέρει καί νά
θυμᾶται πάντα ὅτι ἡ Ἀγάπη εἶναι «ἡ πάντων μη-
τέρα τῶν ἀγαθῶν»29, ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι καί τά
δύσκολα εὔκολα φαίνεται»30 καί ὅτι «ὁ ἀγαπῶν,
ὡς χρή, τόν πλησίον, οὐ παραιτεῖται δουλεύειν
αὐτῷ παντός δούλου ταπεινότερον. Καθάπερ γάρ
πῦρ ὁμιλῆσαν κηρῷ μαλάσσει ῥαδίως αὐτόν,
οὕτω καί ἡ τῆς ἀγάπης θερμότης πάντα τύφον
καί ἀπόνοιαν πυρός σφοδρότερον διαλύει»31.
Αὐτή ἡ ἀγαπητική στάση καί σχέση πρός τόν
ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, αὐτό τό θυσιαστικό
ἦθος καί ἡ βαθιά πίστη στό Θεό πού πεθαίνει
ἀπό ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ σωτήρια
ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας στή σύγχρονη κοι-
νωνική πραγματικότητα μέ τά φαινόμενα τῆς
διάλυσης, τῆς ἀπουσίας πνευματικότητας, τῆς
μοναξιᾶς καί τοῦ ἀτομισμοῦ. Δύσκολη ὑπόθε-
ση ἡ ἱερωσύνη καί προπαντός σήμερα. Ἡ ἱερω-
σύνη ὄντως εἶναι σταυρός, ἀλλά ἕνας σταυρός
Ἄγκυρα Ἐλπίδος
πού τέλος του ἔχει τήν ἀνάσταση. Εἶναι ἡ στε-
νή ὁδός πού ὅμως ὁδηγεῖ στή ζωή, τή ζωή τήν
ἀληθινή, τή ζωή πού ἔχει νόημα καί περιεχό-
μενο ὑψηλό, γιατί εἶναι ζωή «ἐν Χριστῷ».
Προσπάθησα, ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀνε-
πάρκειάς μου, νά παρουσιάσω μέ συντομία κά-
ποιες πλευρές ἑνός εὐρέως θέματος. Σκοπός
μου ἦταν νά λειτουργήσει τοῦτος ὁ λόγος μου
δίκην ἑνός καθρέπτη πού θά δώσει τήν εὐκαι-
ρία νά καθρεπτιστοῦμε μέσα του, νά ξανα-
δοῦμε τό ἔργο μας στήν προοπτική τοῦ πα-
ρόντος, νά προβληματιστοῦμε, νά ξανασκε-
φτοῦμε τή διακονία μας εἴτε ὡς κληρικῶν εἴτε
ὡς πιστῶν λαϊκῶν. Τό θέμα εἶναι ἡ συνειδη-
τοποίηση τῶν προβλημάτων καί τῆς ἀνάγκης
γιά μιά ζωντανή παρουσία τῆς Ἐκκλησίας καί
τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου στό δύσκολο παρόν
τοῦ κόσμου μας. Τά ἄλλα ἄς τά ἀφήσουμε στή
χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐξάλλου, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ ἅγιος
Κύριλλος Ἱεροσολύμων, «ἐν ἐμοί μέν τό εἰπεῖν,
ἐν ὑμῖν δέ τό προθέσθαι, ἐν Θεῷ δέ τό τε-
λειῶσαι».
Πα ρ α π ο μ π έ ς
1. Ἡ θεία Λειτουργία, Ἀποστολική Διακονία,
Ἀθῆναι, 1990, σ. 164.
2. Εὐχολόγιον τό Μέγα, Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1970,
σ. 164.
3. Ἔλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως Α´, 10,2,
ΒΕΠΕΣ 5, σ. 115-116.
4. Γ.Ἀ. Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί
ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β´, Ἀθῆναι, 1852, σ. 346.
5. Γ. Ν. Φίλιας, «Ἡ ‘‘ἱερουργία’’ τοῦ λόγου: ἡ
θέση τοῦ κηρύγματος στή Θεία Λειτουργία»,
περ. ΣΥΝΑΞΗ, τεῦχος 83, Ἰούλιος-Σεπτέμ-
βριος 2002, σ. 11.
6. Α΄ Κορ. 15, 28.
7. Θ.Η.Ε., τόμ. Στ, σ. 454.
8. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, Γιά νά ζήση ὁ κόσμος,
Πρόλογος καί μετάφραση Ζήσιμος Λορεντζά-
τος, Ἀθήνα 1970, σ. 174.
9. π. Σταύρου Κοφινᾶ, «Ἐπαρχία καί Ἐκκλη-
σία», περ. ΣΥΝΑΞΗ, τεῦχος 42, Ἀπρίλιος-Ἰού-
νιος 1992, σ.15.
10. π. Σταύρου Κοφινᾶ, ὅ.π. σ. 16.
11. π. Σταύρου Κοφινᾶ, ὅ.π. σ. 21.
12. Ἀ. Τσέχωφ, Τρεῖς ἀδελφές, μετάφραση Γ.
Σεβαστίκογλου, Ἀνοιχτό Θέατρο, Ἀθήνα 1989,
σ. 61.
13. π. Σταύρου Κοφινᾶ, ὅ.π. σ. 18.
14. π. Σταύρου Κοφινᾶ, ὅ.π. σ. 21
15. Πρωτοπρεσβύτερος Σαράντης Σαράν-
τος, «Ποιμήν καί Πατέρας», περ. ΣΥΝΑΞΗ,
τεῦχος 42, ὅ.π. σ. 28-29.
17. Ματθ. 5,3.
18. Σάββα Ἀγουρίδου, Τό Εὐαγγέλιον καί ὁ
σύγχρονος κόσμος, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ,
Θεσσαλονίκη 1970, σ. 9.
19. Σάββα Ἀγουρίδου, ὅ.π. σ. 51-52.
20. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ,
Λόγος εἰς τόν Ποιμένα, β΄.
21. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ,
Λόγος εἰς τόν Ποιμένα γ΄.
22. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ,
Λόγος εἰς τόν Ποιμένα, δ΄.
23. π. Φιλόθεος Φάρος, «Ποιός εἶναι ὁ κλῆρος
τοῦ κλήρου;», περ. ΣΥΝΑΞΗ, τεῦχος 42, ὅ.π. σ.
34.
24. Ὅ.π., σ. 72.
25. Δημήτρης Καραγιάννης, «Κήρυγμα: Ἀπό
τόν ρητορικό μονόλογο στή διακονία τοῦ προ-
σώπου», περ. ΣΥΝΑΞΗ, τεῦχος 83, Ἰούλιος- Σε-
πτέμβριος 2002, σ. 20-21.
26. π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Οἱ πειρασμοί
τῆς Ἱστορίας καί ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας,
Ἁρμός, Ἀθήνα 2001, σ. 15.
27. π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, ὅ.π. σ. 12.
28. π . Μιχαήλ Καρδαμάκης, ὅ.π. σ. 13.
29. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἰωάν. Ὁμιλ.
ΠΒ΄, 3, MG 59, 445.
30. Τοῦ αὐτοῦ, Ἐπιστολή Κωνσταντίνου Πρε-
σβυτέρου, MG 52, 746.
31. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Γαλ., κεφ. Ε´, 5, MG 61, 670.

** Τό κείμενο ἀποτελεῖ εἰσήγηση τοῦ κ. Ἰ. Τσερεβελάκη σέ ἱερατική σύναξη τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἀρκα-

λοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου, πού ἔλαβε χώρα στήν Ἱ. Μονή Ἁγίας Μαρίνας Βόνης τό Σάβ-

βατο 4 Δεκ. 2006.