Kυριακή Ζ΄ από του Πάσχα, Αποστ. Ανάγνωσμα: Πράξεις των Αποστόλων κ’ 16-18, 28-36 (20-5-2018)

Αγίων Πατέρων Α’ Οικουμενικής

Πρεσβυτέρου Φιλίππου Φιλίππου

Πρωτότυπο κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον͵ ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ΄ ἔσπευδε γὰρ εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτὸν εἶπεν αὐτοῖς΄ Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ͵ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους͵ ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ͵ ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου΄ καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. Διὸ γρηγορεῖτε͵ μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ΄ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. Πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτως κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων͵ μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε΄ Μακάριόν ἐστιν μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. Καὶ ταῦτα εἰπὼν, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

ΝεοελληνικήΑπόδοση

Κι αυτό, γιατί ο Παύλος αποφάσισε να παρακάμψει την Έφεσο, για να μη χρονοτριβήσει στην επαρχία της Ασίας· βιαζόταν να είναι στα Ιεροσόλυμα, αν του ήταν δυνατό, την ημέρα της Πεντηκοστής. Από τη Μίλητο ο Παύλος έστειλε στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. Όταν ήρθαν και τον συνάντησαν τους είπε:  Εσείς οι ίδιοι ξέρετε πως συμπεριφέρθηκα απέναντί σαν όλον τον καιρό, από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην επαρχία της Ασίας. Προσέχετε, λοιπόν, τον εαυτό σας και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σας έθεσε επισκόπους για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Κυρίου και Θεού, που την έκανε δική του με το αίμα του. Εγώ το ξέρω ότι μετά την αναχώρηση μου θα εισβάλουν σ ̓ εσάς λύκοι άγριοι, που δεν θα λυπηθούν το ποίμνιο. Ακόμα και από ανάμεσα σας θα βγουν πρόσωπα που θα διδάσκουν πλάνες για να παρασύρουν τους πιστούς με το μέρος τους. Γι ̓ αυτό να αγρυπνείτε, και να θυμάστε ότι τρία χρόνια συνέχεια δεν έπαψα νύχτα και μέρα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας. Τώρα, αδελφοί, σας εμπιστεύομαι στον Θεό και στο κήρυγμα που σας αποκάλυψε η χάρη του. Αυτός μπορεί να σας κάνει ώριμους στην πίστη και να σας δώσει την επουράνια ζωή μαζί με όλους όσοι είναι δικοί του. Ασήμι η χρυσάφι η ιματισμό από κανένα δεν ζήτησα. Εσείς οι ίδιοι ξέρετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια. Με κάθε τρόπο σας έδωσα το παράδειγμα, ότι πρέπει να εργάζεστε έτσι σκληρά, για να μπορείτε να βοηθάτε αυτούς που έχουν ανάγκη. Να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού, που είπε: “καλύτερο είναι να δίνεις παρά να παίρνεις”. Αφού είπε αυτά τα λόγια, γονάτισε αυτός κι όλοι εκείνοι και προσευχήθηκε.

Η Αποστολή των ποιμένων της Εκκλησίας 

Η Εκκλησία μας όρισε η σημερινή Κυριακή να είναι αφιερωμένη στη μνήμη των τριακοσίων δέκα και οκτώ (318) αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Η σύνοδος αυτή πραγματοποιήθηκε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας, καταδικάζοντας την αίρεση του Αρειανισμού. Εκτός όμως από την καταδίκη του Αρειανισμού, η σύνοδος ασχολήθηκε και με κάποια άλλα θέματα, τα οποία απασχολούσαν την Εκκλησία την περίοδο εκείνη, όπως το Μελιτιανό  σχίσμα, την επιστροφή των πεπτωκότων, την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα και τη σύνταξη του συμβόλου της Νίκαιας. Η αποστολική περικοπή, η οποία διαβάζεται σήμερα, είναι παρμένη από το 20ο κεφάλαιο των πράξεων των Αποστόλων. Αποτελεί το τελευταίο τμήμα του λόγου, τον οποίο ο Απόστολος Παύλος απηύθυνε προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου. Ο λόγος αυτός πραγματοποιήθηκε στη Μίλητο, όπου είχε σταθμεύσει ο Απόστολος Παύλος, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή της Πεντηκοστής. Μέσα από το λόγο του αυτό, βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο να διακατέχεται από ένα αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης. Φαίνεται η αγωνία του για τη διαφύλαξη της ενότητας και της ορθής πίστης της Εκκλησίας, την οποία ο ίδιος ο Θεός έκανε δική του με το ίδιο του το αίμα. Το περιεχόμενο του σημερινού αποστολικού αναγνώσματος ανταποκρίνεται στο νόημα της σημερινής εορτής. Όπως ο Απόστολος Παύλος διακατεχόταν από ένα αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης για τις Εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε κατά τόπους, έτσι και οι άγιοι πατέρες εμπνεόμενοι από αυτό το αίσθημα προς το ποίμνιό τους αφιέρωσαν τη ζωή τους αγωνιζόμενοι να διαφυλάξουν την ενότητα και την ορθή πίστη της Εκκλησίας.
 
Η προτροπή του Αποστόλου Παύλου «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω» φανερώνει την ποιμαντική ευθύνη την οποία έχουν οι πρεσβύτεροι. Ο Ιησούς Χριστός κατέστησε τους αποστόλους συνεχιστές του σωτήριου έργου του. Οι Απόστολοι έχοντας αυτοί πλέον την ευθύνη της σωτηρίας, την μεταβίβαζαν στους διαδόχους Επισκόπου και πρεσβυτέρους, τους οποίους καθιστούσαν υπεύθυνους στις κατά τόπους Εκκλησίες που ίδρυαν ως συνεχιστές του έργου τους. Η μεταβίβαση αυτή, όπως μας είναι γνώστη και από άλλες περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται στις πράξεις των Αποστόλων, γινόταν με την επίθεση των χειρών. Η μεταβίβαση αυτού του έργου συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα μέσα στην Εκκλησία και ονομάζεται αποστολική διαδοχή.

Σημαντικό στοιχείο το οποίο μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί το ποιμαντικό έργο ενός ποιμένα είναι η προσοχή του εαυτού του. Ο Απόστολος Παύλος μιλώντας στους πρεσβυτέρους τους προτρέπει να προσέχουν τον εαυτό τους, γιατί γνωρίζει πως η όλη συμπεριφορά ενός ποιμένα έχει αντίκτυπο στη ζωη του ποιμνίου του. Κάθε άνθρωπος πρέπει να προσέχει το πώς πολιτεύεται σε σχέση με το θέλημα του Θεού, αλλά περισσότερο ο ποιμένας ο οποίος επωμίζεται το έργο της διαποίμανσης των πιστών. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον Β’ απολογητικό λόγο του λέει χαρακτηριστικά: «φωτισθήναι και ούτω φωτίσαι, καθαρθήναι και ούτω καθάραι» (ΜΡG 35, 480). Λέει δηλαδή ότι πρέπει πρώτα κάποιος να φωτισθεί ο ίδιος, για να μπορέσει μετά να φωτίσει και τους άλλους, να καθαρθεί ο ίδιος πρώτα για να μπορέσει στη συνέχεια να καθαρίσει και τους άλλους. Οι πατέρες της Εκκλησίας μας το είχαν αυτό υπόψη τους και ξεκινούσαν πάντοτε κάνοντας έργο στον εαυτό τους και ακολούθως αναλάμβαναν τη διαποίμανση του ποιμνίου που τους ανατίθετο. 

Έχοντας προετοιμάσει ο ποιμένας κατάλληλα τον εαυτό του, αναλαμβάνει στη συνέχεια τη διαποίμανση του ποιμνίου. Η αποστολή των ποιμένων είναι  «ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού». Όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται στο ποίμνιο ενός ποιμένα χρειάζονται τη φροντίδα του. Ακόμη και αυτοί που ζουν μακριά από την Εκκλησία, που εχθρεύονται την Εκκλησία και την πολεμούν, χρειάζονται τον ποιμένα στη δύσκολη τους στιγμή για να τους συμπαρασταθεί και να τους βοηθήσει. Ο ποιμένας πρέπει να εκφράζει το λόγο του Θεού, πράγμα το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, αν πρώτα δεν τον γνωρίζει και δεν τον ζει ο ίδιος. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει «οι καλώς προεστώτες πρεσβύτεροι διπλής τιμής αξιούσθωσαν, μάλιστα οι κοπιώντες εν λόγω και διδασκαλία» (Α’ Τιμ. 5,17). Οι ποιμένες που κοπιάζουν για το έργο της διδασκαλίας του λόγου του Θεού πρέπει να ανταμείβονται διπλά. Πρέπει ο ποιμένας να εκφράζει το λόγο του Θεού συνυφασμένο στη σύγχρονη πραγματικότητα, χωρίς να ξεφεύγει από τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Να διατηρεί ανόθευτη τη διδασκαλία του ευαγγελικής πίστεως, έτσι ώστε να διαφυλάττει το ποίμνιο από τους αιρετικούς. Προειδοποιεί ότι εκτός από τους λύκους που ορμούν απ’ έξω και από τους ποιμένες διχάζεται το ποίμνιο και οδηγείται σε σχίσματα και αιρέσεις. Η Εκκλησιαστική Ιστορία επιβεβαιώνει το λόγο αυτό.

Οι ποιμένες εκτός από τη διαφύλαξη και τη διδασκαλία του ποιμνίου τους είναι και οικονόμοι των μυστηρίων του Θεού. Είναι αυτοί που αναλαμβάνουν με τη χειροτονία τους την άσκηση ενός λειτουργήματος μέσα στην Εκκλησία. Αναλαμβάνουν την τέλεση των μυστηρίων και τη μετάδοση της θείας χάριτος στους πιστούς. Η ιεροσύνη είναι ο σύνδεσμος της Εκκλησίας με τον ίδιο το Θεό. Ο ιερός Χρυσόστομος μας λέει ότι: «Αυτά που κάνουν οι ιερείς κάτω στη γη, επικυρώνονται από το Θεό στον ουρανό». 

Η πραότητα μαζί με την ταπείνωση αποτελούν επίσης βασικό στοιχείο στις σχέσεις του ποιμένα με το ποίμνιο του. Ο Κύριος λέει «Άρατε το ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11,29). Ο ποιμένας ο οποίος είναι κοσμημένος με την πραότητα έχει μια ειρηνική και ήπια συμπεριφορά προς τους υπολοίπους, μεταδίδοντας τους την πραότητα και την ειρήνη του Χριστού. Η Εκκλησία μας θέλοντας να δείξει τη σπουδαιότητα της πραότητας που πρέπει να έχουν οι ποιμένες, ψάλλει στο απολυτίκιο των Ιεραρχών «Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος».

Αποστολή της Εκκλησίας είναι η σωτηρία των ανθρώπων. Εκτός από αυτό τον σκοπό έχει και έναν κοινωνικό σκοπό. Οφείλει να ασχολείται και με τα διαφορά κοινωνικά προβλήματα που ταλαιπωρούν τους ανθρώπους. Τέτοια προβλήματα είναι η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι διάφορες ασθένειες, η φτώχεια και η ανεργία οι οποίες γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς τον τελευταίο καιρό. Επίσης, οι μετανάστες στην προσπάθειά τους να βρουν μια καλύτερη ζωή, εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους. Επιπλέον, μάστιγα του αιώνα αποτελούν τα ναρκωτικά, τα οποία πλήττουν πολλούς νέους ανθρώπους οδηγώντας τους στην καταστροφή. Εξάλλου, το λαθρεμπόριο αρκετές φορές δεν μένει μόνο σε πράγματα, αλλά επεκτείνεται και σε εμπορεία παιδιών και ζωτικών οργάνων. Διάφορα ηθικά προβλήματα υπάρχουν στο μυαλό και στη σκέψη των απανταχού χριστιανών, όπως η κλωνοποίηση, η γενετική. Ένα άλλο πρόβλημα του πλανήτη μας είναι το οικολογικό πρόβλημα, το οποίο έχει θίξει ιδιαίτερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Όλα αυτά τα σημαντικά κοινωνικά προβλήματα καλείται η Εκκλησία να τα αντιμετωπίσει μέσα από το πνεύμα και το φως του Ευαγγελίου.
    
Συνοψίζοντας, οι ποιμένες τοποθετήθηκαν στη θέση που έχουν από το Άγιο Πνεύμα. Ασκούν ένα λειτούργημα μέσα στην Εκκλησία, το οποίο έχουν λάβει από τον ίδιο το Θεό. Έχουν ως αποστολή τους να ποιμάνουν τη λογική ποίμνη του Χριστού. Είναι διάδοχοι και συνεχιστές του έργου των Αγίων Αποστόλων και κατ’ επέκταση του ιδίου του Χριστού. Για το λόγο αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή στο έργο της διαποίμανσης του ποιμνίου, το οποίο τους εμπιστεύθηκε ο Θεός, γιατί θα τους ζητηθεί να δώσουν λόγο γι’ αυτό στον ίδιο το Θεό.