Κυριακή του Τυφλού, Αποστ. Ανάγνωσμα: Πράξεις των Αποστόλων ιστ’, 16-34 (13-5-2018)

Κυριακή του Τυφλού

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν εἰς τὴν προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνα ἀπαντῆσαι ἡμῖν͵ ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα΄ Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν͵ οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπεν΄ Παραγγέλλω σοι ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ΄ αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας͵ καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον΄ Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες͵ καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ΄ αὐτῶν. Καὶ οἱ στρατηγοὶ περιῤῥήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν͵ πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν͵ παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας  αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν΄ ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου͵ ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς͵ σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν͵ νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησεν δὲ Παῦλος μεγάλῃ φωνῇ λέγων΄ Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν͵ ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησεν͵ καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ͵ καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη΄ Κύριοι͵ τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον΄ Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν͵ καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν͵ καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα͵ ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον παρέθηκεν τράπεζαν͵ καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

 Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις ημέρες, καθώς πηγαίναμε στον τόπο της προσευχής, μας συνάντησε μια νεαρή δούλη, που είχε μαντικό πνεύμα και η οποία με τις μαντείες της έφερνε πολλά κέρδη στους κυρίους της. Aυτή, λοιπόν, ακολουθούσε επίμονα τον Παύλο κι εμάς και φώναζε λέγοντας: ‘’Oι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι του Ύψιστου Θεού, που σας αναγγέλλουν το δρόμο της σωτηρίας!’’ Kι αυτό συνέχιζε να το κάνει πολλές μέρες. Kι επειδή είχε κουραστεί πια ο Παύλος να το ακούει, στράφηκε και είπε στο πνεύμα: “Σε προστάζω στο όνομα του Iησού Xριστού, να βγεις απ’  αυτήν’’. Kαι βγήκε το πνεύμα την ίδια εκείνη ώρα. Σαν είδαν τότε οι κύριοί της πως χάθηκε η ελπίδα του κέρδους τους, έπιασαν τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στον τόπο σύναξης του κοινού, στους άρχοντες. Eκεί, τους οδήγησαν μπροστά στους στρατηγούς και είπαν: “Oι άνθρωποι αυτοί, που είναι Iουδαίοι, αναστατώνουν την πόλη μας διδάσκοντας έθιμα, που δεν επιτρέπεται σε μας που είμαστε Pωμαίοι, να τα δεχόμαστε ή να τα εφαρμόζουμε’’. Tότε, σύσσωμο το πλήθος ξεσηκώθηκε εναντίον τους, και οι στρατηγοί, αφού ξέσχισαν εντελώς τα ρούχα τους, πρόσταζαν να τους ραβδίσουν. Έτσι, αφού τους προξένησαν πολλά τραύματα, τους έριξαν στη φυλακή και παράγγειλαν στο δεσμοφύλακα να τους φρουρεί με κάθε ασφάλεια. Eκείνος, όταν πήρε μια τέτοια εντολή, τους έβαλε στο πιο εσωτερικό κελί και για σιγουριά πέρασε τα πόδια τους στην ξυλοπέδη. Kαι γύρω στα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και παράλληλα υμνολογούσαν το Θεό, ενώ οι φυλακισμένοι τους άκουγαν με προσοχή. Ξαφνικά, τότε, έγινε ένας ισχυρότατος σεισμός, τόσο που τα θεμέλια της φυλακής σαλεύτηκαν και αυτοστιγμεί ανοίχτηκαν όλες οι πόρτες και όλων τα δεσμά λύθηκαν! Ξύπνησε, τότε, ο δεσμοφύλακας και σαν είδε ανοιγμένες τις πόρτες της φυλακής, έσυρε το μαχαίρι του έτοιμος ν’  αυτοκτονήσει, νομίζοντας πως είχαν δραπετεύσει οι φυλακισμένοι. Φώναξε τότε ο Παύλος δυνατά λέγοντας: “Mην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου, γιατί είμαστε όλοι εδώ” ! Tότε αυτός, αφού ζήτησε φώτα, πήδησε μέσα στη φυλακή και κυριευμένος από τρόμο έπεσε μπροστά στον Παύλο και το Σίλα. Kατόπιν τους οδήγησε έξω και είπε: “Kύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;” Kι εκείνοι απάντησαν: “Πίστεψε στον Kύριο Iησού Xριστό και θα σωθείς εσύ και η οικογένειά σου”. Στη συνέχεια κήρυξαν το Λόγο του Θεού σ’ αυτόν και σε όλους εκείνους που ήταν στο σπίτι του. Tους πήρε τότε ο δεσμοφύλακας, την ώρα εκείνη μέσα στη νύχτα, κι έπλυνε τις πληγές τους και βαφτίστηκε αμέσως ο ίδιος κι όλοι οι δικοί του. Kατόπιν τους ανέβασε στο σπίτι του και τους έστρωσε τραπέζι και αναγάλλιασε που με όλη την οικογένειά του είχε πιστέψει στο Θεό.

Ο Παύλος και ο Σίλας στη φυλακή

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα το οποίο προέρχεται από το βιβλίο των Πράξεων, περιγράφονται γεγονότα σχετικά με την άφιξη και την δράση των Αποστόλων Παύλου, Σίλα και Τιμόθεου εις την Μακεδονία και ιδιαίτερα στη πόλη των Φιλίππων.  Μετά τη διαφωνία των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα για το αν θα έπρεπε να συμμετάσχει και ο Μάρκος σ’ αυτή τη περιοδεία, χωρίζονται οι δυο και ο Παύλος μετά από όραμα μεταβαίνει στην Μακεδονία μαζί με τους Σίλα και Τιμόθεο.  Κατά τις μέρες που έμεναν εκεί και ενώ περνούσαν από την πόλη για να μεταβούν σε συγκεκριμένο χώρο, όπου ήταν η συναγωγή για προσευχή και διδασκαλία, μια νεαρή δούλη η οποία είχε πνεύμα Πύθωνος, ακολουθώντάς τους φώναζε «ούτοι οι άνθρωποι δούλοι του Θεού του Υψίστου εισίν, οίτινες καταγγέλουσιν ημίν οδον σωτηρίας».

Πύθιος ή Πύθων λεγόταν ο Απόλλωνας, ο οποίος λατρευόταν από τους ειδωλολάτρες ως Θεός και είχε το μαντείο του στους Δελφούς.  Από αυτό εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η δούλη εκείνη βρισκόταν κάτω από την επίδραση δαιμονίου, το οποίο λεγόταν  πνεύμα Πύθωνος και με τις μαντείες της έφερνε μεγάλο κέρδος στους αφέντες της.  Αυτή λοιπόν η δούλη ακολουθώντας τους Αποστόλους φώναζε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου και μας υποδεικνύουν το δρόμο της σωτηρίας.  Πραγματικά είναι απόλυτα σωστή και αληθινή η διακήρυξη αυτή του διαβόλου, ο οποίος και άλλοτε μπροστά στον Χριστό είπε: «Τι εμοί και σοι, Ιησού Υιέ του Θεού του Υψίστου; ορκίζω σε μη με βασανίσεις».  Στο περιστατικό αυτό φαίνεται καθαρά η πονηρία του διαβόλου, ο οποίος χρησιμοποιεί δυο μεθόδους για να παραπλανήσει τους πιστούς.  Η πρώτη είναι ότι μετασχηματίζεται σε καλό άγγελο, διαλαλώντας τα πιο πάνω για τους Αποστόλους και αυτό το κάνει για να παραπλανήσει το λαό, ότι αναγνωρίζει τους αποστόλους ώστε μετά την αναχώρησή τους, να διεκδικήσει οπαδούς και να τους κρατήσει στη δική του εξουσία.  Η δεύτερη μέθοδος είναι όταν ο διάβολος χρησιμοποιεί ανθρώπους που διαθέτουν κακία και προκαλούν κακό σε άλλους ανθρώπους. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε τους κυρίους της δαιμονιζομένης δούλης, οι οποίοι συνέλαβαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους κατηγόρησαν στους στρατηγούς ως ταραχοποιούς.  Εκείνοι στη συνέχεια αφού τους έδειραν, τους έκλεισαν στη φυλακή για να τους εξοντώσουν.  Δηλαδή τη μια φορά τους επαινεί και την άλλη τους κατηγορεί!  Αυτό είναι συνεχώς το έργο του διαβόλου.  Μετέρχεται πολλά τεχνάσματα για να διαστρέφει τις καλές διαθέσεις των ανθρώπων.  Αυτό το γεγονός λοιπόν με την δαιμονισμένη επαναλαμβανόταν για αρκετές μέρες με αποτέλεσμα ο Παύλος ενοχλημένος, στρέφοντας το πρόσωπό του προς αυτή διέταξε το δαιμόνιο «Παραγγέλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, ίνα εξέλθης απ’ αυτής».  Και πράγματι εκπληρώνοντας τον λόγο του Κυρίου που προφήτευσε για όσους τον πιστέψουν πραγματικά «εν τω ονόματι μου δαιμόνια εκβαλούσιν», ευθύς εξήλθε και ελευθερώθηκε η παιδίσκη εκείνη από την δαιμονική τυραννία.  Μαζί όμως με το δαιμόνιο που έφυγε, έπαψαν εντελώς και οι μαντείες της νέας, διότι δεν ήταν αυτή που «μάντευε» αλλά μέσω αυτής ο διάβολος.  Αυτό είναι ακριβώς που συμβαίνει και στις μέρες μας με όλους αυτούς τους «επιστήμονες» της μαντικής τέχνης που προβλέπουν με διάφορες μεθόδους το μέλλον συνεργαζόμενοι με τους δαίμονες, πλουτίζοντας έτσι εκμεταλλευόμενοι την αφέλεια πολλών.

Βλέποντας λοιπόν οι κύριοι της ότι σταμάτησε η πηγή των κερδών και του πλουτισμού τους, αφού έπαψε πλέον να μαντεύει, τους συκοφάντησαν και πέτυχαν  την φυλάκισή τους με τη δικαιολογία ότι αναστατώνουν την πόλη φέρνοντας ξένες συνήθειες.  Πράγματι ο Χριστιανισμός παρουσιάστηκε στην ιστορία ως ένας νέος τρόπος ζωής, σαφώς αντίθετος προς τον τότε υπάρχοντα τρόπο ζωής.  Ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να συμβιβαστεί ποτέ με τον παλαιό τρόπο ζωής που εμπνέεται από τον διάβολο.  Ο Θεός είναι φως ενώ ο σατανάς σκότος.  Ο σατανάς είναι νεκρό πνεύμα που μεταδίδει τη νέκρωση σε όσους τον πλησιάζουν, ενώ ο Θεός είναι ζωή και μεταδίδει στους ανθρώπους την «όντως ζωή».  Έτσι ακριβώς συνέβηκε με τους αποστόλους οι οποίοι φυλακισμένοι όπως ήταν στην εσωτέρα φυλακή, κτυπημένοι και δεμένοι, καθόλου δεν εμποδίζονταν από το να δοξολογούν τον Θεό και ο Θεός, «ο ευλογών τους ευλογούντας Αυτόν» με δεύτερο θαύμα, με σεισμό, ανοίγει την φυλακή και ελευθερώνει από τα δεσμά τους δούλους Του.  Αντιθέτως ο δεσμοφύλακας, ο δούλος του διαβόλου, μόλις αντιλαμβάνεται το κακό που τον βρήκε ετοιμάζει το μαχαίρι του για να αυτοκτονήσει.  Αυτή είναι η πορεία όσων εμπιστεύονται τον διάβολο, η απελπισία και η αυτοκαταστροφή.  Όμως ακόμα και μέσα στο σκοτάδι της φυλακής θα νικήσει το φως του Αναστημένου Χριστού και δια της αγάπης του Αποστόλου Παύλου ο δεσμοφύλακας θα σωθεί και θα ζητήσει να διδαχτεί και στη συνέχεια να βαπτιστεί αυτός και όλος ο οίκος του «και παραλαβών αυτούς εκείνη την ώρα της νυχτός, έλουσε από των πληγών• και εβαπτίσθη αυτός και οι αυτού πάντες παραχρήμα».

Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα διαλαλεί πως η χάρις του Θεού ενεργεί σαν αστραπή.  Το μόνο που χρειάζεται είναι ο άνθρωπος ελεύθερα να δώσει την προαίρεσή του και τα υπόλοιπα  είναι έργο του παντοδύναμου Θεού.  Έτσι λοιπόν ας πορευόμαστε στη ζωή μας, ανοιχτοί και έτοιμοι να ανταποκριθούμε σε κάθε κάλεσμα που ο Θεός δια του Αγίου Πνεύματος θα μας απευθύνει.  Αμήν.