Κυριακή Δ’ Λουκά (του Σπορέως) Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. η’ 5-15 (14-10-2018)

%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ae %ce%b4 %ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%ac %cf%84%ce%bf%cf%85 %cf%83%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%ad%cf%89%cf%82

Τρύφωνα Παπαγιάννη, θεολόγου

Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. Καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ᾿Επηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη; Ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· Οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν ,εἰσιν οἱ ἀκούσαντες· εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος, καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. Οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας, οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ρίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. Τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἱσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται, καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. Τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν, οἵ τινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ, ἀκούσαντες τὸν λόγον, κατέχουσι, καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. 

Νεοελληνική απόδοση

Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή «Βγήκε ο σποριάς για να σπείρει το σπόρο του· καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και, όταν φύτρωσαν, ξεράθηκαν, γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα σε αγκάθια και, όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους, τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν στο γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν κι έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο». Οι μαθητές του τότε τον ρώτησαν: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;» Εκείνος τους απάντησε: «Σ΄ εσάς έδωσε ο Θεός να γνωρίζεται τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους υπολοίπους αυτά δίνονται με παραβολές, ώστε να κοιτάζουν και να μη βλέπουν και ν΄ ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν». «Η παραβολή αυτή σημαίνει το εξής: Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Οι σπόροι που έπεσαν στο δρόμο είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο του Θεού, έρχεται όμως ύστερα ο διάβολος και τον παίρνει απ΄ τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Οι σπόροι που έπεσαν στο πετρώδες έδαφος είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν το λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα· γι΄ αυτό πιστεύουν για λίγο διάστημα και, όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται. Αυτοί που έπεσαν στ΄ αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο, συμπορεύονται όμως με τις φροντίδες, με τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής, πνίγονται απ΄ αυτά και δεν καρποφορούν. Με το σπόρο που έπεσε στο γόνιμο έδαφος εννοούνται όσοι άκουσαν το λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή». Αφού τα είπε όλα αυτά, πρόσθεσε με έμφαση: «Όποιος έχει αυτιά για ν΄ ακούει ας τα ακούει».

Σχολιασμός

Μία από τις ωραιότερες Ευαγγελικές περικοπές έχει χαρακτηριστεί από τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας μας η παραβολή του Σπορέως. Σπόπιμα διαβάζεται αυτή την περίοδο. Συμπίπτει με την έναρξη της σποράς της γης από τους γεωργούς και με την έναρξη των κατηχητικών μαθημάτων. Με τρόπο μοναδικό ο Κύριός μας, κάνει λόγο για τη σπορά του λόγου του Θεού από τους εργάτες της Εκκλησίας του. Στην παραβολή του Σπορέως, καθώς ο γεωργός έσπερνε σπόρους στο χωράφι του, άλλοι σπόροι έπεσαν κοντά στο δρόμο του χωραφιού, καταπατήθηκαν από τους διαβάτες και τους κατέφαγαν τα πουλιά του ουρανού. Άλλοι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος, και αφού φύτρωσαν, ξεράθηκαν, επειδή δεν είχαν υγρασία. Άλλοι πάλι σπόροι έπεσαν σε έδαφος γεμάτο από σπόρους αγκαθιών, και όταν βλάστησαν, τους έπνιξαν τα αγκάθια. Και άλλοι σπόροι έπεσαν στην εύφορη γη και έκαναν καρπό εκατό φορές περισσότερο.

Ο σπόρος πέφτει σε τέσσερα διαφορετικά χώματα, αλλά κατά παράξενο τρόπον, μόνο σε ένα, στο τελευταίο, στο τέταρτο κομμάτι γης καρποφορεί. Στο πρώτο, δεύτερο και τρίτο, παρά τον κόπο του Σπορέα δεν υπάρχουν τα αποτελέσματα.  Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Ιησούς, στην συνέχεια, ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Τα τέσσερα διαφορετικά μέρη του εδάφους, συμβολίζουν τις καρδιές και την διάθεση των ακροατών του θείου λόγου.

Το ένα μέρος του κηρύγματος, χάνεται εξ’ αρχής από τις ραδιουργίες του πονηρού. Το δεύτερο τμήμα, εξαφανίζεται με τις πρώτες δυσκολίες και τους πειρασμούς που θα εμφανιστούν. Στο τρίτο μέρος ο λόγος του Θεού, παρά την βλάστηση, τελικά καταπνίγεται μέσα στις κοσμικές μέριμνες, τα πλούτη και τις δήθεν απολαύσεις της ζωής και τελικά το ένα τέταρτο του σπόρου που έπεσε στην γη καρποφορεί. Το μέρος αυτό της σποράς πέφτει στην γη την αγαθή, δηλ. στις αγαθές και δεκτικές καρδιές, οι οποίες κρατούν και καλλιεργούν τον σπόρο με υπομονή και αποδίδουν καρπό πολύ, γλυκύ κι ευλογημένο.

Οι Μαθητές μόλις άκουσαν την παραβολή αυτή, παρακάλεσαν τον Κύριο να τους την εξηγήσει. Και ο Κύριος είπε: Ο σπόρος συμβολίζει το λόγο του Θεού. Γιατί όμως ο Κύριος παρομοιάζει τον λόγο του με σπόρο; Διότι, όπως ο σπόρος κρύβει μέσα του πολλές μυστικές δυνάμεις και μέσα στο χώμα φέρνει ζωή, έτσι και ο λόγος του Θεού, όταν πέσει στις καρδιές των ανθρώπων, έχει τη δύναμη να επιτελεί μέσα τους μία εσωτερική μεταμόρφωση και να τους μεταγγίζει ζωή. Ο λόγος του Θεού είναι φορτισμένος με ζωή, με θεία χάρη. Είναι αγωγός θείας χάριτος. Σε κάθε λόγο του Θεού υπάρχει χάρη αγιότητας, η οποία πέφτει σιγά-σιγά, σταγόνα-σταγόνα, στην ψυχή τους. Δημιουργεί μέσα τους μια εσωτερική αλλαγή. Αθόρυβη και αθέατη στην αρχή. Πολύ γρήγορα όμως αρχίζει και γίνεται φανερή. Κάθε λόγος του Χριστού καθώς εισέρχεται στην ψυχή τους, χύνει άπλετο φως στο σκοτάδι.  Δημιουργεί μέσα τους νέα ζωή, νέα φρονήματα, νέοι πόθοι, νέα ενδιαφέροντα.  Αποκτά ανώτερη ποιότητα ο εσωτερικός τους κόσμος, και σιγά-σιγά συντελείται ο αγιασμός τους.

Από την εξήγηση αυτή της παραβολής βλέπει κανείς τρεις κατηγορίες ανθρώπων που δεν έχουν γόνιμο έδαφος στις ψυχές τους. Και οι τρεις αυτές κατηγορίες ανθρώπων κυριαρχούν ιδιαίτερα σήμερα. Ενώ τόσο πλούσια ακούγεται στις μέρες μας  ο λόγος του Θεού, τόσα κηρύγματα, ομιλίες, βιβλία και εκπομπές, πολλοί δεν έχουν διάθεση να τον ακούσουν ή αν τον ακούσουν δεν τον εφαρμόζουν. Οι περισσότεροι αδιαφορούν, πνίγονται στα προβλήματα της καθημερινότητας, έχουν άλλα ενδιαφέροντα, τι θα δείξει η τηλεόραση, τι θα γράψουν οι εφημερίδες, τι θα αγοράσουν, πώς θα διασκεδάσουν κ.α. Και δυστυχώς μεγαλώνουν πολλές γενιές στη χώρα μας ακατήχητες, αλειτούργητες, αδιάφορες. Άλλοι πάλι Χριστιανοί επαναπαύονται σ’ έναν θρησκευτικό τουρισμό ή επίσκεψη σε κάποιο προσκύνημα μια – δυο φορές το χρόνο. Αλλά δεν φθάνουν μόνον οι εκδρομές στα ιερά Προσκυνήματα. Εάν η καρδιά  μένει ακαλλιέργητη, θα χερσώσει, θα πετρώσει, θα γεμίσει αγκάθια, δεν θα καρποφορήσει.

Η μελέτη του θείου λόγου δεν είναι πάρεργο, ούτε είναι μόνο για τους θεολόγους και τους ιερείς. Είναι για όλους τους Χριστιανούς.  Η σπορά όμως του θείου λόγου είναι και θεμελιώδες  έργο της Εκκλησίας σύμφωνα με εντολή του ίδιου του Χριστού: «Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28,19) ή αλλού: «Κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ.16,15). Έργο, σκοπός και καθημερινός αγώνας της Εκκλησίας με τους Λειτουργούς  της είναι  να φέρουν κοντά τους ανθρώπους, να σπείρουν  στις καρδιές τους το σπόρο του λόγου της πίστεως. Σπορά και καρποφορία συνδέονται μεταξύ τους, άλλος ενεργεί τη σπορά και άλλοι πραγματοποιούν τη συγκομιδή των καρπών. Ο Θεός σπείρει και οι άνθρωποι θερίζουν.

Ο κάθε πιστός, ακούοντας την ωραία αυτή παραβολή οφείλει να κάνει αυτοκριτική, ενδοσκόπηση και να δει σε ποια κατηγορία κατατάσσει τον εαυτό του. Μήπως είναι δρόμος που καταπατείται; Μήπως είναι γεμάτος αιχμηρές και ακατέργαστες πέτρες; Μήπως είναι σπαρμένος με αγκάθια; Ή είναι τόπος εύφορος, δροσερός και καλλιεργημένος; Ο καθένας ας προβεί λοιπόν σε αυτοκριτική και να προσπαθήσει να καταστήσει την καρδιά του δεκτική στο λόγο του Θεού. Να την μετατρέψει σε εύφορο έδαφος, σε γη αγαθή, ώστε ο λόγος του Θεού να ριζώσει και να αποδώσει καρπό.