Η προοπτική της φάτνης και του σπηλαίου. Η Γέννηση του Ιησού Χριστού

Christougenna

Μητροπολίτη Κωνσταντίας -Ἀμμοχώστου Βασιλείου

Ἡ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνεται γνωστὴ σὲ μᾶς σήμερα κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν μέσα ἀπὸ τὶς διηγήσεις δύο ἱερῶν Εὐαγγελίων, τοῦ Ματθαίου καὶ τοῦ Λουκᾶ. Ὑπάρχει ἐπίσης πληθώρα διηγήσεων γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ στὰ λεγόμενα ἀπόκρυφα κείμενα, τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰώνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει ἀντλήσει κυρίως ἡ ὑμνολογία καὶ ἡ εἰκονογραφία. Τέτοια κείμενα εἶναι: Ἡ «Ἀνάληψη τοῦ Ἠσαΐα», τὸ «Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου», τὸ ψευδεπίγραφο «Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου» γιὰ τὴν παιδικὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ κ.λπ. Μέσα ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα αὐτὰ κείμενα λαμβάνει καὶ τὸ Κοράνι τὶς ἀναφορές του γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ[1]. Ἡ Γέννηση ἐντάσσεται μέσα σὲ ἕνα κοινωνικὸ – πολιτικὸ πλαίσιο ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἱστορία τῆς ἐποχῆς, τὰ πρόσωπα, τὰ γεγονότα – φυσικὰ καὶ ὑπερφυσικὰ – βιβλικὰ δεδομένα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἢ ἀκόμα καὶ τὴν μὲ ποικίλους τρόπους παρέμβαση τοῦ Θεοῦ.

Θεολογικά, βεβαίως, καὶ δογματικά, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σημαίνει τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀπὸ τὸν αἰώνιο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, κατὰ τὴ θεολογικὴ ὁρολογία, ἡ ἐνσάρκωση ἢ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνοψίζεται στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα».

Ἐπειδὴ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου (Διάρκεια τῆς Βασιλείας του: 27 π.Χ-14 μ.Χ.), ὅταν ἡγεμόνας τῆς Συρίας ἦταν ὁ Κυρήνιος (Λκ. 2:1-2), γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὅπως καὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως στὴν Παλαιστίνη κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη. Γίνεται ἀναφορὰ στὴ Μαρία ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὴ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ δέχεται τὸν Εὐαγγελισμὸ ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος τῆς ἀναγγέλλει τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Ἐμμανουὴλ (Λκ. 1:26-38). Γίνεται ἀναφορὰ στὸ μνήστωρα Ἰωσήφ, ποὺ καλεῖται νὰ διαδραματίσει τὸ δικό του ρόλο σ’ αὐτὸ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ (Μτ. 1:18-25). Γίνεται ἀναφορὰ στὸ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς δύο συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστὲς (Μτ. 1:1-17. Λκ. 3:23-38), ποὺ θὰ συνδέσει, τόσο τὸν Ἰωσήφ, ὅσο καὶ τὴν Μαρία καὶ κατὰ συνέπεια τὸν Χριστὸ μὲ τὸ βασιλικὸ γένος τοῦ Δαυίδ. Γίνεται ἀναφορὰ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἐπισκιάζει τὴν Παρθένο Μαρία κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ γιὰ νὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ (Λκ. 1:35). Γίνεται ἀναφορὰ στὴ μετάβαση τῆς ἐγκύου Μαρίας καὶ τοῦ Ἰωσὴφ στὴν πόλη Βηθλεὲμ γιὰ νὰ λάβουν μέρος στὴν ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς αὐτοκρατορίας. Γίνεται ἀναφορὰ στὴ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ μέσα σὲ σπήλαιο καὶ τὴν τοποθέτηση τοῦ νεογέννητου μέσα στὴ φάτνη τῶν ζώων, ἐπειδὴ δὲν μπόρεσαν νὰ καταλύσουν σὲ κανονικὸ σπίτι κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονή τους (Λκ. 2:1-7). Γίνεται ἀναφορὰ στοὺς Ἀγγέλους ποὺ ἔψαλαν τὸν ὕμνο τὴ νύκτα τῆς Γεννήσεως: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Γίνεται ἀναφορὰ στὸν ἄλλο Ἄγγελο ποὺ ἀναγγέλλει στοὺς βοσκοὺς τῆς Βηθλεὲμ τὴ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ σώσει τὸν λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Γίνεται ἀναφορὰ στοὺς βοσκοὺς οἱ ὁποῖοι πῆγαν καὶ ἀνακάλυψαν τὸ βρέφος Ἰησοῦ, ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Ἄγγελος (Λκ. 2:8-20). Γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀστέρα ποὺ ὁδήγησε τοὺς Μάγους ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ γιὰ νὰ ἔλθουν νὰ ἀνακαλύψουν τὸν νεογέννητο βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ. Γίνεται ἀναφορὰ στὴν προσκύνηση τῶν Μάγων, οἱ ὁποῖοι τοῦ πρόσφεραν τὰ δῶρα τῆς λατρείας, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν (Μτ. 2:1-12). Γίνεται ἀναφορὰ στὸν βασιλέα Ἡρώδη ποὺ θέλησε νὰ ἀφαιρέσει τὴ ζωὴ τοῦ νεογέννητου Ἰησοῦ, γιατί φοβήθηκε πὼς θὰ χάσει τὸ θρόνο του μὲ τὴ γέννηση ἑνὸς ἄλλου βασιλέα. Γίνεται ἀναφορὰ στὴ σφαγὴ τῶν νηπίων τῆς Βηθλεὲμ κατόπιν διαταγῆς τοῦ Ἡρώδη (Μτ. 2:16-18). Γίνεται ἀναφορὰ στὴ φυγὴ τοῦ Ἰωσήφ, τῆς Μαρίας καὶ τοῦ Ἰησοῦ στὴν Αἴγυπτο, φεύγοντας τὴ δολοφονικὴ μανία τοῦ Ἡρώδη, καθὼς καὶ στὴν ἐπάνοδο καὶ ἐγκατάστασή τους στὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας (Μτ. 2:13-15 καὶ 2:19-23).

Ἡ καθεμία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς ἀποτελεῖ ἕνα ξεχωριστὸ κεφάλαιο ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθεῖ, τόσο ἱστορικά, ὅσο καὶ θεολογικά. Τὸ κεντρικὸ ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπικεντρωθοῦμε εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι, μὲ τὶς πιὸ πάνω ἀναφορές, ἡ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοποθετεῖται στὸ κέντρο τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ κόσμου καὶ θέτει ὑπὸ κρίση καὶ δοκιμασία τὴν κατάσταση τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ ἔλαβε χώρα τὸ γεγονός.

Ἡ πολιτική, ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ γεωγραφία τῆς ἐποχῆς συνίσταται ἀπὸ τὰ ἑξῆς δεδομένα: Ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, πολιτικά, στρατιωτικὰ καὶ οἰκονομικά, εἶναι κυρίαρχος τῆς «Οἰκουμένης» μὲ τὴ διοικητικὴ ὀργάνωση τῆς αὐτοκρατορίας, μὲ τὴν ἰσχυρὴ στρατιωτικὴ παρουσία της καὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς συλλογῆς φόρων ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους της. Θρησκευτικὰ ἡ Ρώμη προσπαθεῖ νὰ ἐλέγξει τὶς τάσεις ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ διάφορα θρησκευτικὰ ρεύματα καὶ φιλοσοφικὰ κινήματα γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴ συνοχὴ τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ ἑκάστοτε αὐτοκράτορας καθίσταται ὁ ἴδιος θεὸς καὶ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους του ὄχι ἁπλῶς ὑποταγή στοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ θρησκευτικὴ λατρεία τοῦ ἰδίου. Ἐπίσημες θρησκεῖες ἐμφανίζονται νὰ εἶναι ἡ Εἰδωλολατρία καὶ ὁ Ἰουδαϊσμός. Ἀντίστοιχες κυρίαρχες φιλοσοφίες εἶναι αὐτὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐκείνη τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Στὴν πραγματικότητα, μέσα σὲ μία pax romana, διάφορα θρησκευτικὰ κινήματα, ἀπόρροια τῶν ποικίλων θρησκευτικῶν συγκρητισμῶν καὶ φιλοσοφικῶν ρευμάτων, πιέζουν ὥστε νὰ κάνουν αἰσθητὴ τὴν παρουσία τους στὸ χῶρο τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ἱστορία ἀναφέρει μὲ μελανὰ χρώματα τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τῶν διαφόρων ἡγεμονίσκων σὲ βάρος τῶν ὑπηκόων τους, ποὺ καθίστανται ἀντικείμενα τῶν ταπεινῶν ἐπιλογῶν τους, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ σκληρὴ κριτικὴ ἐναντίον τους ἀπὸ τὸν Χριστὸ (Μκ. 10:42).

Ὅλες αὐτὲς οἱ καταστάσεις τίθενται ὑπὸ κρίση καὶ δοκιμασία ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ ποὺ γεννᾶται στὴ Βηθλεέμ. «Νῦν κρίσις ἐστὶν τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω∙ κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰω. 12:31). Τὸ νεογέννητο Βρέφος τῆς Βηθλεέμ θέτει ὑπὸ κρίση τὴν πολιτικὴ κατάσταση καὶ τὸ οἰκονομικὸ σύστημα τῆς αὐτοκρατορίας. Θέτει ὑπὸ κρίση τὴ θρησκευτικὴ κατάσταση καὶ τὸ ρόλο ἐκείνων ποὺ τάχθηκαν νὰ ὑπηρετήσουν τὴ θρησκεία, ἐκείνων πού, ἀντὶ νὰ διακονήσουν τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία, ὑποδουλώνουν τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο στοὺς ἀνθρώπινους θεσμούς. Θέτει ὑπὸ κρίση τὶς διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις ποὺ δὲν ἑδράζονται πάνω σὲ ἀξίες ποὺ προάγουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν υἱγιῆ πολιτισμό. Θέτει ὑπὸ κρίση καὶ δοκιμασία τὴν κατάσταση συνόλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους καὶ ὑποβάλλει τὸν προβληματισμὸ τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἀποστέλλοντας τὸ μήνυμα τῆς ἐλπίδας στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο ὅτι «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς». Θέτει ὑπὸ κρίση καὶ ἀμφισβήτηση τὴν ἀξίωση τοῦ αὐτοκράτορα νὰ γίνεται ὁ ἴδιος θεός. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ὄντως βασιλέας, εἶναι ὁ πραγματικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ βασιλεία του εἶναι βασιλεία πνευματικῆς ἐλευθερίας καὶ σωτηρίας. Ἡ περιγραφὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ὅπως καὶ ἡ Γενεαλογία του, ἀντιπαραβάλλονται πρὸς ἐκεῖνες τῶν κοσμικῶν βασιλέων γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὄντως βασιλέας, εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἀναμενόταν σύμφωνα μὲ τὴν προαναγγελία τῶν Προφητῶν. Θέτει ὑπὸ κρίση τὴν περὶ Θεοῦ ὀντολογία τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Ὁ πραγματικὸς Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ γεννᾶται στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. Ἡ ἀληθινὴ λατρεία εἶναι ἡ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κένωσης καὶ ὄχι τοῦ τιμωροῦ καὶ ἐκδικητικοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἢ τῶν Θεῶν τῶν ταπεινῶν καὶ ἐνστικτωδῶν παθῶν τῆς Εἰδωλολατρίας. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι πλέον ἠθικῆς μορφῆς καὶ φύσεως, ἀλλὰ ὑπαρξιακῆς καὶ ὀντολογικῆς. Ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἑνώνεται ὑποστατικά, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸ σημαίνει τὴν ἐξύψωση τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὅλου καὶ τὴν ἐγκατάστασή του στὴν αἰωνιότητα, ἀφοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανοὺς δοξασμένη.

Ἡ τοποθέτηση ὑπὸ δοκιμασία τῶν θεσμῶν καὶ ἀξιῶν τῆς πρὸ Χριστοῦ ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν ἦταν ἀνθρωπίνως εὔκολη ὑπόθεση. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ εἶχε τὸ κόστος της, γιατί ὁδηγήθηκε στὸ σταυρικὸ θάνατο, μὲ ἀποκορύφωμα βέβαια τὴν ἀνάσταση. Σὲ αὐτὴ τὴν κρίση τῶν πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν συστημάτων, τῶν λαῶν καὶ ἐθνῶν ποὺ μάχονται ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου του ἀναφέρεται μὲ συμβολικὴ γλῶσσα ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη. «Καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, οἳ οὐκ ἀπεκτάνθησαν ἐν ταῖς πληγαῖς ταύταις, οὐδὲ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ προσκυνήσωσι τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ καὶ τὰ λίθινα καὶ τὰ ξύλινα, ἃ οὔτε βλέπειν δύναται οὔτε ἀκούειν οὔτε περιπατεῖν, καὶ οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν φόνων αὐτῶν οὔτε ἐκ τῶν φαρμάκων αὐτῶν οὔτε ἐκ τῆς πορνείας αὐτῶν οὔτε ἐκ τῶν κλεμμάτων αὐτῶν» (Ἀπ. 9:20-21). Ὅσον ἀφορᾶ τὴ θεοποίηση τοῦ αὐτοκράτορα γνωρίζουμε ὅτι οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὶς Ρωμαϊκὲς ἀρχὲς εἶχαν ὡς αἰτία ὄχι μόνο τὴν ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς τους πίστεως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμφισβήτηση τῆς θεότητας τοῦ αὐτοκράτορα ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς μάρτυρες. Τελικά, ἡ περὶ τοῦ Θεοῦ ἀποκάλυψη ποὺ γεννᾶται συγχρόνως μὲ τὸν Ἰησοῦ στὴ φάτνη τῆς Βηθλεέμ, ἐκτοπίζει τὶς ἄλλες περὶ Θεοῦ φιλοσοφικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ἐπιτακτικὰ εἶναι τὸ κατὰ πόσον ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τοῦ ὁποίου γιορτάζουμε τὴ Γέννηση μετὰ ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια, θέτει ὑπὸ τὴν ἴδια κρίση καὶ ὑπὸ τὴν ἴδια δοκιμασία τὶς δομὲς ἀκόμα καὶ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς; Σήμερα συζητοῦμε καὶ βιώνουμε στὴν καθημερινότητά μας τὴν οἰκονομικὴ κρίση, ποὺ κυρίως ἔθιξε τὶς ἀδύναμες τάξεις τῶν ἀνθρώπων ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐξ αἰτίας τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἀναπτύσσονται φαινόμενα ἀπαισιοδοξίας μεταξὺ πολλῶν κοινωνικῶν τάξεων καὶ προκαλοῦνται κοινωνικὲς ἀναταραχές. Συζητοῦμε ἢ καὶ ἀποκτοῦμε τὴν ἐμπειρία ἑνὸς πλουραλισμοῦ κοινωνικοῦ, θρησκευτικοῦ, ἐθνικοῦ, πολιτιστικοῦ, πολιτικοῦ, οἰκονομικοῦ, καταστάσεις ποὺ γεννοῦν ἀκόμα καὶ φαινόμενα ρατσιστικά. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν κατάσταση θὰ λέγαμε δημιουργεῖται καὶ σύγχυση ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὀρθότητα τῆς περὶ Θεοῦ πίστεως, γιατί πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διεκδικοῦν τὴν ὀρθότητα καὶ τὴ μοναδικότητα τῆς περὶ Θεοῦ πίστεως καὶ εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐμφανίζονται μὲ μεσσιανικὲς ὑποσχέσεις. Οἱ πολιτικοί, οἱ κοινωνικοί, οἱ ἐκπαιδευτικοὶ καὶ οἱ θρησκευτικοὶ θεσμοὶ καὶ οἱ παραδοσιακὲς ἀξίες τίθενται ὑπὸ ἀμφισβήτηση. Σύγχρονος συγγραφέας πιστεύει ὅτι ὁ σημερινὸς κόσμος κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ στείρωση καὶ τὸ θάνατο. Εἶναι ἕνας κόσμος ἀποξενωμένος ἀπὸ τὴν πνευματικότητα καὶ βρίσκεται ἤδη στὸ δρόμο τῆς ἀποσύνθεσης[2]. Ἡ πνευματικὴ στείρωση ὀφείλεται στὴ σκληρότητα τῶν καρδιῶν καὶ στὴ σκλήρωση τῆς συνειδήσεως, στὴ συνήθεια τῆς καθημερινότητας, στὴ συνεχῆ ἀναζήτηση τοῦ ὑλικοῦ καὶ στὴν κούραση ποὺ προκαλεῖ ἢ καὶ στὰ ἀδιέξοδα ποὺ δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ πορεία, καὶ γίνεται ὅπως τὸ πέτρινο ἔδαφος τῆς παραβολῆς, τὸ γεμάτο ἀγκάθια καὶ τὸ ἀκαλλιέργητο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸ σπόρο καὶ νὰ παράγει πνευματικοὺς καρπούς.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀνοίγει τὸν ὁρίζοντα καὶ προσφέρει τὴ διέξοδο ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο αὐτὸ τοῦ σύγχρονου κόσμου. «Ἡ θεότητα κρύφτηκε μέσα στὴ δική μας φύση, οὕτως ὥστε, ὅπως τὰ λυχνάρια γιὰ τὰ ψάρια, ἔτσι μὲ τὸ δόλωμα τῆς σαρκὸς νὰ συλληφθεῖ μὲ τὸ ἀγκίστρι τῆς θεότητας. Ἔτσι, ἡ ζωή, ἀφοῦ ἐγκατασταθεῖ μέσα στὸ θάνατο, καὶ τὸ φῶς, ἀφοῦ λάμψει μέσα στὸ σκοτάδι, αὐτὸ ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς ἀντίθετο τοῦ φωτὸς καὶ ἀντίθετο ἀπὸ τὴ ζωὴ ἐξαφανίζεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένει τὸ σκοτάδι μὲ τὴν παρουσία τοῦ φωτός, οὔτε ὁ θάνατος ὅταν ἐνεργεῖται ἡ ζωὴ»[3]. «Ἡ Γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως», τονίζεται στὸ τροπάριο τῆς ἑορτῆς. Ὄντως, ἡ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ στὴ Βηθλεὲμ εἶναι τὸ κύτταρο καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὁ σπόρος τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι παρόμοιος μὲ τὴν πράξη τῆς πρώτης δημιουργίας. Εἶναι ἡ πράξη τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου. Ἡ αἰώνια ζωὴ τοῦ Θεοῦ ἑνώνεται μὲ τὴ θνητὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ ἀναιρέσει τὸ θάνατο καὶ νὰ ἐγκεντρίσει καὶ πάλι τὴ ζωὴ στὸ δημιούργημά του. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστὸς τοῦ Θεοῦ, εἶναι «ὁ ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Ἀπ. 1:4). Εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13:8).

Ἡ ἀπάντηση στὸ πιὸ πάνω ἐρώτημα εἶναι πώς, ναί, καὶ σήμερα ὅπως καὶ πάντοτε ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ θέτει ὑπὸ κρίση καὶ δοκιμασία τὶς δομὲς τοῦ κόσμου καὶ νὰ προσφέρει τὴν ἀνανέωση. Αὐτό, βέβαια, συνεπάγεται τὴν ἀνάληψη εὐθύνης καὶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγεῖται στὰ ἀδιέξοδα ἕνεκα τῶν ἐπιλογῶν του, νὰ ἀκούσει τὸ μήνυμα τῆς ἐλπίδας ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ τὴ φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Στὴν πρωτοβουλία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ καλεῖται νὰ ἀπαντήσει μὲ τὸ δικό του ΝΑΙ καὶ νὰ ἀφήσει τὸ φῶς νὰ σκορπίσει τὸ σκοτάδι, νὰ ἀφήσει τὴ ζωὴ νὰ καταργήσει τὸ θάνατο, τὴν ἀγάπη νὰ ἐξοβελίσει τὸ μίσος, τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νὰ καταργήσει τοὺς πολέμους, νὰ ἀφήσει τὸν Χριστὸ νὰ γεννηθεῖ καὶ μέσα στὴ δική του ὕπαρξη γιὰ νὰ τοποθετήσει τὸ σπόρο τῆς ζωῆς μέσα του.

[1] Raymond WINLING. Noël et le mystère de l’incarnation. Les Editions du CERF. PARIS, 2010, pp. 79-84.
[2] Ch. PEGUY. Clio, dans les oeuvres en prose, p. 1018.
[3] Τὸ πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Τῷ περικαλύμματι τῆς φύσεως ἡμῶν ἐνεκρύφθη τὸ θεῖον, ἵνα κατὰ τοὺς λύχνους τῶν ἰχθύων τῷ δελέατι τῆς σαρκὸς συγκατασπασθῆ τὸ ἄγκιστρον τῆς θεότητος, καὶ οὕτω τῆς ζωῆς τῷ θανάτῳ εἰσοικισθείσης καὶ τῷ σκότῳ τοῦ φωτὸς ἐπιφανέντος ἐξαφανισθῆ τὸ τῷ φωτὶ καὶ τῇ ζωῇ κατὰ τὸ ἐναντίον νοούμενον∙ οὐ γὰρ ἔχει φύσιν οὔτε σκότος διαμένειν ἐν φωτὸς παρουσίᾳ, οὔτε θάνατον εἶναι ζωῆς ἐνεργούσης» (Λόγος Κατηχητικός, 24,37-44).