Κυριακή Γ’ των Νηστειών (της Σταυροπροσκυνήσεως), Αποστ. Ανάγνωσμα: Εβρ. δ’ 14-16, ε’ 1-6 (11-3-2018)

Απόστολος Παύλος

Αρχιμ. Αυγουστίνου Κκαρά

Πρωτότυπο κείμενο

Αδελφοί, έχοντες ουν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας. Ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών, πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ΄ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας. προσερχώμεθα ουν μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν. Πας γαρ αρχιερεύς εξ ανθρώπων λαμβανόμενος υπέρ ανθρώπων καθίσταται τα προς τον Θεόν, ίνα προσφέρη δώρα τε και θυσίας υπέρ αμαρτιών, μετριοπαθείν δυνάμενος τοις αγνοούσι και πλανωμένοις, επεί και αυτός περίκειται ασθένειαν. Και δια ταύτην οφείλει, καθώς περί του λαού, ούτω και περί εαυτού προσφέρειν υπέρ αμαρτιών. Και ουχ εαυτώ τις λαμβάνει την τιμήν, αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών. Ούτω και ο Χριστός ουχ εαυτόν εδόξασε γενηθήναι αρχιερέα, αλλ΄ ο λαλήσας προς αυτόν• υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε• καθώς και εν ετέρω λέγει• συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.

Νεοελληνική Απόδοση

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, σταθερά την πίστη που ομολογούμε. Γιατί έχουμε μέγαν αρχιερέα, που έφτασε ως το θρόνο του Θεού, τον Ιησού, τον Υιό του Θεού. Δεν έχουμε αρχιερέα που να μην μπορεί να συμμεριστεί τις αδυναμίες μας. Αντίθετα, έχει δοκιμαστεί σε όλα, επειδή έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, χωρίς όμως να αμαρτήσει. Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, με θάρρος το θρόνο της χάριτος του Θεού, για να μας σπλαχνιστεί και να μας δωρίσει τη χάρη του, την ώρα που τη χρειαζόμαστε. Κάθε αρχιερέας που προέρχεται από ανθρώπους εγκαθίσταται για να υπηρετεί το Θεό για χάρη τους και για να προσφέρει δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες τους. Είναι σε θέση να δείχνει ανοχή σ΄ όσους ζουν στην άγνοια και στην πλάνη, αφού κι ο ίδιος έχει ανθρώπινες αδυναμίες. Εξαιτίας τους είναι υποχρεωμένος να προσφέρει, όπως για το λαό, έτσι και για τον εαυτό του, θυσίες για τη συγχώρηση των αμαρτιών. Επίσης, κανένας δεν παίρνει μόνος του αυτή την τιμή, αλλά όταν τον καλέσει ο Θεός, όπως ακριβώς τον Ααρών. Έτσι και ο Χριστός, δεν τίμησε ο ίδιος τον εαυτό του με το αξίωμα του αρχιερέα, αλλά του το έδωσε εκείνος που του είπε: Είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα. Σ΄ ένα άλλο σημείο η Γραφή λέει: Εσύ είσαι ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μέγας αρχιερέας

Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό. Η Εκκλησία προβάλλει ενώπιόν μας τον Τίμιο Σταυρό του Ιησού Χριστού και μας υπενθυμίζει τη σταυρική του θυσία για τη δική μας σωτηρία. Η αποστολική περικοπή της ημέρας προέρχεται από την Προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και διαπραγματεύεται το αρχιερατικό αξίωμα του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός ως ο Μέγας Αρχιερέας είναι Εκείνος που προσέφερε τον εαυτό του θυσία πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία όλου του ανθρωπίνου γένους. Η αρχιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ο τύπος και η προτύπωση της αρχιερωσύνης του Ιησού Χριστού. Ωστόσο ο Ιησούς Χριστός μένει «εις τον αιώνα» ως ο μαναδικός Αρχιερέας και μεσίτης της νέας Διαθήκης.

Ο Ιησούς Χριστός, λοιπόν, είναι ο Μέγας Αρχιερέας γιατί θυσίασε τον εαυτό του για την άφεση των αμαρτιών των ανθρώπων, αλλά και γιατί είναι ο Υιός του Θεού, «έχοντες ουν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού». Η χρήση του πληθυντικού αριθμού για τον ουρανό δεν είναι άγνωστη στην Αγία Γραφή. Ο Ιησούς Χριστός κατά τον Απόστολο Παύλο έγινε «υψηλότερος των ουρανών» (Εβρ.7,26) και «εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς» (Εβρ.8,1). Με τις εκφράσεις αυτές τονίζεται η δόξα του Αναστημένου Χριστού, ο οποίος μετά την Ανάσταση και Ανάληψή του στους ουρανούς έγινε ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Προφήτης Μωυσής δεν κατόρθωσε να εισέλθει στην γη της επαγγελίας, ούτε και να εισαγάγει ο ίδιος το λαό του Θεού σε αυτήν. Αντίθετα ο Ιησούς Χριστός, φέροντας και την ανθρώπινη φύση, κατόρθωσε να ανεβάσει τον άνθρωπο στους ουρανούς και να του δώσει τη δυνατότητα να γίνει μέτοχος της Βασιλείας του Θεού. Αυτή είναι η «ομολογία» που κατά τον Απόστολο Παύλο οφείλουμε να «κρατώμεν», είναι η ομολογία πίστεως στον Ιησού Χριστό, ότι δηλαδή αυτός είναι ο Υιός του Θεού, ο λυτρωτής του κόσμου.

Παρά το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μέγας Αρχιερέας, εντούτοις δεν παύει να αντιμετωπίζει με συμπάθεια και φιλανθρωπία τις αδυναμίες μας: «Ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών». Ο Ιησούς Χριστός βλέπει με συμπάθεια και ευσπλαχνία τις ατέλειες και αδυναμίες μας, γιατί ακριβώς γνωρίζει την ανθρώπινη φύση μας. Ο ίδιος στην επί γης πορεία και δράση του υπέμεινε πειρασμούς, όπως υπομένει και ο καθένας από εμάς: «πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ΄ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας». Στην ομοιότητα του Ιησού Χριστού μαζί μας, υπάρχει μία ουσιαστική διαφορά, η αμαρτία. Ο Ιησούς Χριστός δηλαδή υπήρξε όμοιος με εμάς κατά πάντα, όμως «χωρίς αμαρτίας». Εμείς εξαιτίας της αδυναμίας μας υποκύπτουμε στους πειρασμούς και αμαρτάνουμε, ο Ιησούς Χριστός όμως παρέμεινε ανυποχώρητος στους πειρασμούς και αναμάρτητος. Αυτό βέβαια δεν τον έκανε να βλέπει με σκληρότητα και ασπλαχνία – όπως εμείς το πράττουμε πολλές φορές – τους ανθρώπους που υποκύπτουν σε πειρασμούς. Η επιείκεια και η ευσπλαχνία είναι το χαρακτηριστικό του Μεγάλου Αρχιερέως Ιησού Χριστού.

Ο εύσπλαχνος, φιλάνθρωπος και επιεικής Ιησούς Χριστός είναι έτοιμος πάντοτε να δεχτεί και να βοηθήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο. Η πίστη και η βεβαιότητα στη συμπάθεια και ευσπλαχνία του, μας δίνει το θάρρος να «προσερχώμεθα τω θρόνω της χάριτος», για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών και να μπορούμε να μετέχουμε στη χάρη του Θεού: «ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν». Ο Ιησούς Χριστός διάκειται απέναντί μας με συμπάθεια, ευσπλαχνία και επιείκεια, αλλά αναμένει και τη δική μας κίνηση προς αυτόν. «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμοθ.2,4), ωστόσο δεν αναγκάζει ποτέ κανένα «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν» (Μαρκ.8,34).

Ο Απόστολος Παύλος μετά τις διαπιστώσεις αυτές για τον Μεγάλο Αρχιερέα Ιησού Χριστό, προχωρεί σε μια σύγκρισή του με τους αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, ξεκινώντας πρώτα από τα κοινά σημεία, ενώ στη συνέχεια υπογραμμίζει τα στοιχεία εκείνα, τα οποία ο Ιησούς Χριστός διαθέτει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος. Το πρώτο κοινό στοιχείο με τους αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης είναι ότι κάθε αρχιερέας λαμβάνεται ανάμεσα από τους ανθρώπους, είναι δηλαδή και αυτός άνθρωπος. Ο Ιησούς Χριστός με την ενανθρώπησή του, έλαβε την ανθρώπινη φύση, άρα ήταν και άνθρωπος. Το δεύτερο κοινό στοιχείο που υπάρχει μεταξύ του Ιησού Χριστού και των αρχιερέων της Παλαιάς Διαθήκης είναι ότι «καθίσταται υπέρ ανθρώπων», είναι δηλαδή μεσίτης των ανθρώπων προς τον Θεό. Έργο των αρχιερέων ήταν η προσφορά των δώρων και των θυσιών για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Ο Ιησούς Χριστός προσέφερε τον ίδιο τον εαυτό του δώρο και θυσία «υπέρ των αμαρτιών» όλου του ανθρωπίνου γένους. Ένα τρίτο κοινό στοιχείο είναι η συμπάθεια και συγκατάβαση που όφειλαν να δείχνουν οι αρχιερείς απέναντι στις αδυναμίες των ανθρώπων. Στο σημείο όμως αυτό υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά μεταξύ των αρχιερέων του νόμου και του Ιησού Χριστού. Ο αρχιερέας έπρεπε να δείχνει συμπάθεια στις αδυναμίες των ανθρώπων γιατί «και αυτός περίκειται ασθένειαν», δηλαδή υπόκειται και αυτός στην επιρροή της αμαρτίας. Επομένως είχε την υποχρέωση να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες του λαού αλλά και για τις δικές του: «δια ταύτην οφείλει, καθώς περί του λαού, ούτω και περί εαυτού προσφέρειν υπέρ αμαρτιών». Το στοιχείο αυτό δεν είναι κοινό μεταξύ του Ιησού Χριστού και των αρχιερέων του νόμου. Ο Ιησούς Χριστός υπερέχει κατά πολύ απέναντί τους, γιατί ο ίδιος δεν υπόκειται στην ασθένεια της αμαρτίας, κατά συνέπεια δεν είχε ανάγκη να προσφέρει θυσίες για τον εαυτό του.

Ένα άλλο κοινό στοιχείο μεταξύ των αρχιερέων του νόμου και του Ιησού Χριστού είναι ότι στο αρχιερατικό αξίωμα δεν ανέρχεται κανείς από μόνος του, αλλά μετά από κλήση που του απευθύνει ο Θεός: «ουχ εαυτώ τις λαμβάνει την τιμήν, αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών». Αυτό που συνέβαινε και με τους αρχιερείς του νόμου συνέβη και με τον Ιησού Χριστό, δεν πήρε μόνος του την αρχιερωσύνη, αλλά του την ανέθεσε ο Θεός Πατέρας του: «ουχ εαυτόν εδόξασε γενηθήναι αρχιερέα, αλλ΄ ο λαλήσας προς αυτόν• υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Παρά το ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο αναμενόμενος ανά τους αιώνες Μεσσίας, ο λυτρωτής του κόσμου, εντούτοις δεν ανάλαβε από μόνος του, αυτόκλητα το αρχιερατικό αξίωμα, αλλά κλήθηκε και απεστάλη στο έργο αυτό από τον Θεό Πατέρα. Η αρχιερωσύνη του Ιησού Χριστού δεν προέρχεται από την τάξη και διαδοχή του Ααρών, αλλά «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ», είναι δηλαδή ο αιώνιος και ατελεύτητος αρχιερέας και μεσίτης των ανθρώπων προς τον Θεό. Σε κάθε θεία λειτουργία ο Ιησούς Χριστός εξακολουθεί να είναι ο Μέγας και αιώνιος Αρχιερεύς, ο θύτης και το θύμα, ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος εις τους αιώνας.

Ο Τίμιος Σταυρός, τον οποίον η Εκκλησία μας τοποθετεί στο μέσον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής προς προσκύνηση των πιστών είναι ο θρόνος του Μεγάλου Αρχιερέως Ιησού Χριστού. Είναι το σύμβολο της θυσίας του «υπέρ αμαρτιών» του κόσμου, είναι το σύμβολο της αυτοθυσίας του για τη σωτηρία ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους. Προσκυνώντας τον Τίμιο Σταυρό «κρατώμεν της ομολογίας» κατά τον Απόστολο Παύλο, ομολογούμε δηλαδή την πίστη μας, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Λυτρωτής του κόσμου, ο Μέγας Αρχιερεύς, ο αιώνιος μεσίτης των ανθρώπων προς τον Θεό. Ταυτόχρονα μέσα στην πορεία της ζωής μας, όπως Εκείνος σήκωσε το Σταυρό του Μαρτυρίου, σηκώνουμε ο καθένας το δικό του σταυρό. Τον σταυρό του πόνου, της θλίψης, του πένθους, της ασθένειας, των ποικίλων πειρασμών και δυσκολιών της ζωής. Η σταυρώσιμη όμως πορεία της ζωής μας, σηματοδοτεί την θριαμβευτική ανάσταση, τη λύτρωση από τη φθορά, την αμαρτία και τον θάνατο. Όπως ο Σταυρός υπήρξε η Δόξα του Ιησού Χριστού, έτσι και ο σταυρός του καθενός μας θα γίνει η αιτία της δόξας και σωτηρίας μας.