Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτθ. ιθ’ 16-26 (19-8-2018)

Kyriaki Ib Mathaiou

Ηλιάνας Κάουρα, θεολόγου 

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νεανίσκος τις προσῆλθε τὸ ᾿Ιησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ, καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. Λέγει αὐτῷ· Ποίας; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπε· Τὸ· Οὐ φονεύσεις· Οὐ μοιχεύσεις· Οὐ κλέψεις· Οὐ ψευδομαρτυρήσεις· Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα· καὶ· Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;  Ἔφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς· καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο, ἀκολούθει μοι. Ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον, ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. ῾Ο δὲ ῾Ιησοῦς εἶπε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι πλούσιος δυσκόλως εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐξεπλήσσοντο σφόδρα, λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; Ἐμβλέψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

 Νεοελληνική Απόδοση 

Κάποιος πλησίασε τον Ιησού και του είπε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω αιώνια ζωή;» Κι αυτός του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας ο Θεός. Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». Του λέει: «Ποιές;» Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Του λέει ο νεαρός: « Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός∙ σε τι υστερώ ακόμα»; Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό, κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία.

Κι ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβάνω: Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού».Όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ένιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Ο Ιησούς τους κοίταξε και είπε: « Αυτό είναι αδύνατο για τους ανθρώπους∙ για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».

Σχολιασμός 

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή μας μεταφέρει το διάλογο του  Ιησού Χριστού με ένα πλούσιο νεαρό ο οποίος ρωτά τον Ιησού Χριστό τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή. Ο Κύριος λοιπόν απαντά στο νεαρό αυτό άντρα λέγοντάς του ότι για να κερδίσει στην αιώνια ζωή πρέπει να ακολουθεί κάποιες εντολές όπως το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Ο νεαρός χωρίς να χάσει χρόνο λέει στον Ιησού ότι αυτά τα τηρεί και τα τηρούσε από την παιδική του ηλικία. Τότε ο Κύριος δε μένει εκεί ζητά κάτι άλλο από τον πλούσιο άντρα. Του ζητά να πουλήσει όλη την περιουσία του και να τον ακολουθήσει, τότε ο νεαρός φεύγει γιατί αυτό που του ζητούσε ο Κύριος δεν μπορούσε να το κάνει πράξη γιατί η περιουσία του ήταν πολύ μεγάλη. Τότε ο Κύριος απευθύνεται στους μαθητές του και τους λεει ότι πολύ δύσκολα θα κερδίσει κάποιος πλούσιος τη βασιλεία των ουρανών και συγκεκριμένα λεει ότι πιο εύκολα περνά καμήλα από την βελονότρυπα παρά να κερδίσει πλούσιος τη βασιλεία του Θεού. Όταν αντέδρασαν οι μαθητές τους εξήγησε ο Ιησούς ότι μπορεί κάποια πράγματα να είναι αδύνατα για τους ανθρώπους για το Θεό όμως είναι όλα δυνατά. 

Ο Ιησούς Χριστός στην ερώτηση του νεαρού τι να κάνει για να κερδίσει τη βασιλεία των ουρανών απάντησε αρχικά με κάποιες εντολές από το Δεκάλογο που δόθηκε από το Θεό στο Μωϋσή στο Όρος Σινά. Πρόκειται για το γραπτό νόμο του Θεού ο οποίος ρύθμιζε τη θρησκευτική, την κοινωνική, την οικογενειακή και την ηθική ζωή των ανθρώπων  ώστε να εκπληρώνεται η αρετή και να αποφεύγεται η αμαρτία. Οι Δέκα Εντολές, ήταν γραμμένες πάνω σε δύο λίθινες πλάκες, χαραγμένες από τον ίδιο το Θεό αλλά τις άκουσε και ο ίδιος ο Μωυσής ως αυτήκοος μάρτυρας πάνω στο όρος Σινά. Οι τέσσερις πρώτες εντολές αφορούν τα καθήκοντα των ανθρώπων απέναντι στο Θεό. «1.Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου. Ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού, ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα. Ου προσκυνήσεις αυτοίς, ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς. 2.Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω. 3.Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. Εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. Τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου, ου ποιήσεις εν αυτή παν έργον». (Εξ. 20, 2-11). Οι τέσσερις αυτές εντολές αφορούν τη σχέση των ανθρώπων με το Θεό, είναι το θεολογικό μέρος του Δεκαλόγου. Οι υπόλοιπες έξι αφορούν στην κοινωνική και στη γενικότερη ηθική μας συμπεριφορά, τη συμπεριφορά μας απέναντι στους συνανθρώπους μας. «5.Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, ίνα εύ σοι γένηται, και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γής της αγαθής, ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. 6.Ου μοιχεύσεις. 7.Ου κλέψεις. 8.Ου φονεύσεις. 9.Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. 10.Ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστί». (Εξ. 20:12-17) Οι δέκα εντολές μας δείχνουν τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να αναπτυχθούν οι ορθές σχέσεις με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Ο Ιησούς Χριστός τόνισε το πόσο σημαντική είναι η αγάπη προς το Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον με μια διπλή κατεύθυνση που θυμίζει το Δεκάλογο όπου όπως αναφέραμε οι τέσσερις πρώτες εντολές αφορούν καθήκοντα απέναντι στο Θεό ενώ οι υπόλοιπες έξι αναφέρονται στη συμπεριφορά μας προς τους συνανθρώπους μας. « Διδάσκαλε, ποια εντολή μεγάλη εν τω νόμω; Ο δε Ιησούς έφη αυτώ∙ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή∙ αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται».(Μτθ. 22: 34-40). 

Ο Ιησούς Χριστός στην ερώτηση του νέου τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή απαντά, «μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», αυτές είναι κάποιες από τις εντολές του Δεκαλόγου και με αυτό τον τρόπο τονίζει τη σημαντικότητα της τηρήσεως του Νόμου, πολύ σημαντικό για να κερδίσει ο πλούσιος νέος τη Βασιλεία των Ουρανών είναι η τήρηση των Νόμων, όμως ο Ιησούς δε μένει μόνο εκεί όταν ο νέος απάντά ότι αυτά που του ζήτησε ο Κύριος τα τηρεί από νεαρή ηλικία. Ζητά από το νέο και κάτι άλλο το οποίο δεν αποδέχεται, του ζητά να πωλήσει τα υπάρχοντά του και να ακολουθήσει τον Ιησού. Δε μένει μόνο στο λόγο του Νόμου ο Ιησούς Χριστός αλλά ζητά από το νέο να θυσιάσει τον πλούτο του το οποίο όμως δεν αποδέχεται. Γνώριζε ο Κύριος ότι ο νέος ήταν πολύ προσεχτικός στη ζωή του όσο αφορούσε τους Νόμους και αγωνιζόταν να τηρεί τις εντολές του Θεού, του πρόσθεσε λοιπόν την τελευταία αυτή εντολή, διότι ήθελε να τον οδηγήσει στο δρόμο της τέλειας αγάπης και να τον ελευθερώσει από την προσκόλληση που είχε στον πλούτο. 

Έχουμε εδώ, με την εντολή του Κυρίου προς το νέο, το πέρασμα από το Νόμο στη Χριστολογία, από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη. Με την εντολή του Κυρίου τα επιφανειακά και σκιώδη παραγγέλματα του Νόμου προσλαμβάνουν το βάθος της ευαγγελικής πνευματικής νομοθεσίας, είναι η διαδοχή του ατελούς Νόμου από το τέλειο Ευαγγέλιο. Με την έλευση του Κυρίου στον κόσμο πέρασε η περίοδος του νόμου και των νομικών διατάξεων και πλέον οι άνθρωποι καλούμαστε να ζήσουμε την καινή εν Χριστώ ζωή όπως και ο νέος της περικοπής. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέει «ο νόμος δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο». (Ιω. 1:17). Δεν πρέπει να μένουμε στη νομολογία αλλά πρέπει να πετύχουμε την ένωσή μας με το Χριστό, αυτό εννοεί όταν καλεί το νέο να τον ακολουθήσει, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. 2: 20).    

Ο νέος είχε την ψευδή ελπίδα ότι ο Κύριος θα του έλεγε ότι τηρώντας τους νόμους του Δεκαλόγου θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Έτσι έχουμε την αποχώρηση του νέου όταν ο Ιησούς του ζητά να πωλήσει όλη την περιουσία του για να τον ακολουθήσει. Χρειάζεται να θυσιάσει ο νέος κάτι που γι’ αυτόν είναι πολύ σημαντικό και δεν το κάνει. 

Νόμιζε ο νέος ότι τηρούσε όλες τις εντολές που του ανέφερε ο Ιησούς,  και μια εντολή που σίγουρα δεν τηρούσε ήταν η αγάπη προς τον πλησίον γιατί πως μπορούσε να αγαπάει τον πλησίον του, τον κάθε φτωχό και άρρωστο, όταν κρατούσε τα πλούτη του αποκλειστικά για τον εαυτό του; Γιατί δε μπορούσε να θυσιάσει από τα πολλά που είχε για αυτούς που δεν είχαν καθόλου; Ζητούσε θυσιαστική αγάπη ο Κύριος από το νέο, την ίδια θυσιαστική αγάπη που ο ίδιος έκανε πράξη με τη σταυρική του θυσία. Αγαπούσε τον πλησίον του μέχρι το σημείο εκείνο που η αγάπη αυτή δεν του ζητούσε θυσίες. Δε μένει στη νομολογία ο Κύριος αλλά τονίζει τη θυσία που πρέπει ο καθένας μας να κάνει.     

Ο Ιησούς απευθύνεται στους μαθητές του και τους λέει ότι πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα από τη βελονότρυπα παρά πλούσιος στη Βασιλεία των Ουρανών. Στην αντίδραση των μαθητών για το ποιος τελικά θα μπορέσει να κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών ο Κύριος τους  ξεκαθαρίζει ότι τίποτα δεν αποκλείεται αφού όλα όσα δεν είναι δυνατά για τους ανθρώπους είναι δυνατά για το Θεό. Δε σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να έχουν περιουσία πρέπει να την πωλήσουν για να ακολουθήσουν τον Ιησού. Δεν είναι ο πλούτος εμπόδιο για όλους τους ανθρώπους αλλά η εντολή για πώληση των υπαρχόντων του δόθηκε μόνο στο συγκεκριμένο πλούσιο γιατί ήθελε να τον βοηθήσει να απεξαρτηθεί από τη φιλαργυρία. Το πάθος του συγκεκριμένου ανθρώπου ήταν η φιλαργυρία και ακριβώς αυτό το πάθος ζήτησε ο Ιησούς να αρνηθεί, κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό πάθος που τον δένει στη γη και δεν τον αφήνει να αγαπήσει ελεύθερα και δυνατά το Θεό και τη Βασιλεία του, αυτά λοιπόν πρέπει να αρνηθούμε για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών. 

Ας προσέξουμε λοιπόν μήπως κι εμείς σήμερα γινόμαστε πολλές φορές όπως τον πλούσιο νέο της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής. Τηρούμε το θέλημα του Θεού αλλά μέχρι εκεί που δεν έρχεται σε αντίθεση με το προσωπικό μας συμφέρον, τηρούμε το «Νόμο» όπως το νέο της  περικοπής φτάνει να μην μας ζητηθεί να αρνηθούμε τα πάθη και τις αδυναμίες μας για να ακολουθήσουμε τον Κύριο.