Κυριακή Ι’ Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. ιγ΄ 10-17 (9-12-2018)

Kyriaki I Louka

Ηλιάνας Κάουρα, θεολόγου

 Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ήν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές. Ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; Καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾿ αὐτοῦ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, ένα Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε μια συναγωγή. Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: «Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου». Έβαλε πάνω της τα χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε στο πλήθος και είπε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς· μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο». Ο Κύριος του απάντησε: «Υποκριτή! Ο καθένας σας δε λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;» Με τα λόγια του αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του κι ο κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς.

Σχολιασμός

Η συγκεκριμένη Ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη από το 13ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν ιερού Ευαγγελίου. Μέσα από τους στίχους αυτούς γίνεται η περιγραφή του θαύματος μιας συγκύπτουσας γυναίκας από το Χριστό. Η γυναίκα αυτή για δεκαοκτώ χρόνια ήταν κυρτωμένη χωρίς να μπορεί καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Λες και ο σατανάς είχε δεσμεύσει το σώμα της και την ανάγκαζε να κοιτάζει συνεχώς προς τη γη για να μη κοιτάζει προς τον ουρανό και να επικοινωνεί με το Θεό. Παρόλη όμως την κατάσταση της υγείας της βρισκόταν στη συναγωγή για τη λατρεία του Θεού και τη μελέτη του Νόμου χωρίς να προβάλει την ασθένεια της ως αιτία για να μην παρίσταται στη συναγωγή. Βλέποντάς την ο Χριστός σ’ αυτήν την κατάσταση την φώναξε και της είπε: «Γυναίκα απαλάσσεσαι από την αρρώστια σου». Όταν έβαλε και τα χέρια του πάνω της αυτή αμέσως ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. Σχεδόν πάντοτε, οι ιαματικές πράξεις του Ιησού ενεργούνται με μια χειρονομία και ένα λόγο. Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, ο Χριστός λύει τη γυναίκα από τη χρόνια δέσμευσή της, συγχρόνως με τον ιαματικό του λόγο και με την επίθεση των χειρών του πάνω στο δεσμευμένο από το σατανά σώμα της.

Ο αρχισυναγωγός όμως ο οποίος βρισκόταν εκεί όταν το είδε αυτό αγανάκτησε, γιατί ο Ιησούς θεράπευσε τη γυναίκα αυτή ημέρα Σάββατο, και είπε στο πλήθος που βρισκόταν εκεί: «Υπάρχουν έξι μέρες που είναι για εργασία, μέσα σ’ αυτές να έρχεστε να θεραπεύεστε και όχι το Σάββατο». Πιθανό, η αντίδραση του αρχισυναγωγού να οφειλόταν και στην ενέργεια του Χριστού να καλέσει τη γυναίκα στο μέσο της συναγωγής και να ακουμπήσει τα χέρια του πάνω της, πράξεις οι οποίες παραβίαζαν κανόνες θρησκευτικής συμπεριφοράς των θρησκευομένων ανθρώπων της εποχής εκείνης. Επίσης έχουμε και άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Ιησούς ακούμπησε ανθρώπους και τους θεράπευσε, όπως τη νεκρή κόρη του Ιάειρου, το νεκρό γιο της χήρας της Ναΐν, ή την αιμορροούσα, η οποία είχε ακουμπήσει η ίδια τα ιμάτια του Ιησού. Τέτοιες πράξεις ήταν απαγορευμένες από το νόμο, γιατί μόλυναν, όπως πιστευόταν, εκείνον ο οποίος ερχόταν σε επαφή με νεκρούς ή όσους είχαν μολυσματικές ασθένειες. Αυτή, η δήθεν, παράβαση των κανόνων από το Χριστό, κατά την κρίση του αρχισυναγωγού, είναι πιο σοβαρή, δεδομένου ότι γίνεται μέσα στη συναγωγή, χώρο κατ’ εξοχή τηρήσεως και εφαρμογής των νομικών διατάξεων.   

Ο Κύριος βλέποντας τη στάση του αρχισυναγωγού του απαντά ότι είναι υποκριτής. Και συνεχίζει λέγοντάς του ότι οι άνθρωποι που έχουν ζώα τα λύνουν για να τα ποτίσουν το Σάββατο, αυτή που είναι απόγονος του Αβραάμ και ήταν δεμένη για δεκαοκτώ χρόνια από το Σατανά δεν έπρεπε να λυθεί από αυτά τα δεσμά γιατί ήταν Σάββατο.

Μέσα στο χώρο του Ιουδαϊκού κόσμου βλέπουμε την ζωή των ανθρώπων να κινείται γύρω από το Μωσαϊκό Νόμο και τις Γραφές. Οι άνθρωποι όμως δεν γνώριζαν πραγματικά τον Νόμο, είχαν άγνοια του αληθινού πνεύματος του Νόμου και των Γραφών. Αυτό έδινε το δικαίωμα στους Αρχιερείς, τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους που γνώριζαν το Νόμο και τις Γραφές, να προβαίνουν σε αυθαίρετες ερμηνείες, σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις αντιλήψεις τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι να οδηγηθούν σε μια θρησκευτική τρομοκρατία, μια πνευματική δουλεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποτελεί η αντίδραση στις ευεργεσίες που πρόσφερε ο Χριστός στους ανθρώπους κατά την ημέρα του Σαββάτου, την οποία θεωρούσαν απόλυτη αργία. Ενδιαφέρονταν να διαφυλάξουν τον τύπο και το γράμμα του Νόμου, παρά να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν τα διάφορα προβλήματά τους.

Ο Χριστός έρχεται για να ελευθερώσει τους ανθρώπους, έκτος από την τυραννία των δαιμόνων και από την τυραννία του τύπου και των αχρείαστων διατάξεων που προστέθηκαν αργότερα κατά την ερμηνεία του Νόμου. Ο ίδιος καθ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας παρουσίας του βλέπουμε ότι εφαρμόζει τις διατάξεις του Νόμου και τηρεί τις παραδόσεις του λαού του. Τον βλέπουμε να ερμηνεύει άριστα το Νόμο στις συναγωγές, ανταποκρινόμενος έτσι στις πνευματικές ανάγκες του λαού. Προσπαθούσε να ωφελέσει τους ανθρώπους με το Νόμο δίνοντας τους το πραγματικό νόημα του Νόμου που δεν είναι η καταδυνάστευση της ζωής των ανθρώπων αλλά η ελευθερία τους. Αυτό το αντιλήφθηκαν οι άνθρωποι, όταν ήρθαν σε επαφή με τον Χριστό γι’ αυτό τον ακολουθούσαν κατά πλήθη όπου πήγαινε.

Ο αρχισυνάγωγος ως πιστός γνώστης όλων αυτών των διατάξεων του Νόμου αντιδρά έντονα στη θεραπεία της συγκύπτουσας γυναίκας, γιατί την θεώρησε ως παράβαση της αργίας του Σαββάτου. Έτσι στρέφεται άμεσα κατά του πλήθους λέγοντας τους να πηγαίνουν τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας για να θεραπεύονται, έτσι ώστε να μην καταλύουν την αργία του Σαββάτου. Στρέφεται όμως και έμμεσα κατά του Ιησού τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τη θεραπεία και κατ’ επέκταση της κατάλυσης της αργίας του Σαββάτου. Ως καλός γνώστης των διατάξεων του Νόμου υπενθυμίζει με αγανάκτηση την εντολή που υπάρχει στα βιβλία του Δευτερονομίου (5,13) και της Εξόδου (20, 9-10), ότι «εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου, τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω το Θεώ σου. Ου ποιήσεις εν αυτή παν έργον». Δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει, μέσα από το θαύμα που είχε συντελεστεί πριν από λίγο, την παρουσία του Θεού, το θέλημα του Θεού που εκπλήρωνε ο Χριστός και τη θεραπεία του ανθρωπίνου πόνου που βάσταζε η γυναίκα για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Το μόνο που κατάλαβε ήταν η κατάργηση του τύπου του Νόμου δηλ. της αργίας της ημέρας του Σαββάτου.

Εν αντιθέσει ο Χριστός απαντά κατευθείαν και άμεσα στον αρχισυναγωγό και όχι στο πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο εκεί. Τον λεει υποκριτή και του λεει ότι όλοι οι άνθρωποι λύνουν και παίρνουν το βόδι ή το γαϊδούρι τους για να πιει νερό το Σάββατο. Αφού αυτό το κάνουν για τα ζώα τους, τότε γιατί απαγορεύεται να το κάνουν για τον άνθρωπο και ιδιαίτερα γι’ αυτή τη γυναίκα την οποία είχε δεμένη ο σατανάς για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Ήθελε με αυτή του την αναφορά να τονίσει στον αρχισυναγωγό και στους υπόλοιπους νομοδιδασκάλους που βρίσκονταν εκεί ότι ο Νόμος δεν φθάνει σε παράλογα επίπεδα, ώστε να απαγορεύει στους ανθρώπους και στα ζώα την κάλυψη των φυσικών τους αναγκών. Εξάλλου μας είναι γνωστή η φράση που έλεγε ο Χριστός στους νομοδιδασκάλους οτι «το Σαββάτο δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μαρκ. 2,27).

Συνεχίζοντας ο Ιησούς αποκαλεί τη συγκύπτουσα γυναίκα θυγατέρα του Αβραάμ. Με την ονομασία αυτή την εξυψώνει, πάρα την κατώτερη θέση που είχε η γυναίκα την εποχή εκείνη, δίνοντας της αυτή την τιμητική ταυτότητα. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας πληροφορεί ότι όταν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι καυχιόντουσαν ότι είναι απόγονοι του Αβραάμ, ο Χριστός τους είπε ότι αν θέλουν να λέγονται παιδιά του Αβραάμ πρέπει να κάνουν όπως έκανε και εκείνος  (Ιω. 8,39).

Το θαύμα αυτό, όπως και όλα τα θαύματα που τέλεσε ο Ιησούς, φανερώνουν το σκοπό για τον οποίο ήρθε στη γη, που δεν είναι άλλος από το να μας προσφέρει την ελευθερία από τα ψυχικά και σωματικά δεσμά. Για να γίνουμε όμως δεκτικοί αυτής της χάριτος που μας προσφέρει πρέπει να αποδεσμευτούμε από την τυπική τήρηση των εντολών του Θεού, η οποία δεν μας προσφέρει τίποτα και να πρυτανεύσει στην καρδιά μας η αγάπη προς τον πλησίον, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη από τις εντολές του. 

Μέσα από τη σημερινή παραβολή μπορούμε να αντλήσουμε κάποια διαχρονικά μηνύματα, τα οποία είναι σημαντικά για τη σωτηρία μας. Ένα τέτοιο μήνυμα αποτελεί η ανάγκη του τακτικού εκκλησιασμού, το οποίο συχνά παραμελούμε προφασιζόμενοι διάφορες δικαιολογίες όπως: ο Θεός βρίσκεται παντού και δεν χρειάζεται να πηγαίνουμε Εκκλησία για να τον λατρέψουμε ή δεν κατανοούμε αυτά που λέγονται στις ιερές ακολουθίες, είμαστε λίγο αδιάθετοι, θέλουμε να ξεκουραστούμε, να κοιμηθούμε κ.λπ. Η συγκύπτουσα γυναίκα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής αποτελεί για μας παράδειγμα προς μίμηση, γιατί ενώ για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια βρισκόταν σ’ αυτήν την κατάσταση της ασθένειας της και υπέφερε. Όμως δεν παρέλειπε να παρευρίσκεται στη συναγωγή για την καθιερωμένη λατρεία του Θεού και τη μελέτη του Νόμου που γινόταν κάθε Σάββατο. Δεν προφασίζεται την ασθένεια και τον πόνο της ως δικαιολογία για να μην παρίσταται.

Έχοντας υπ’ όψη μας τη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ας προσπαθήσουμε ο καθένας όσο μπορούμε να αγωνιστούμε σωστά σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου μας. Να βγάλουμε από τη ζωή μας τον τύπο και να βάλουμε το πραγματικό νόημα των εντολών που μας δίδαξε ο Χριστός, χωρίς να ξεχνάμε τη μεγαλύτερη από αυτές που είναι η αγάπη προς τον πλησίον.