Το φαινόμενο του τοκισμού τότε και σήμερα

Kefalaio Daneio Katathesh Calculator E1424169945973

Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος

Όταν κάποιος δανείζει χρήματα με τόκο σε κάποιον άλλον, τότε έχουμε τοκισμό, «τοκίζειν, δανείζειν χρήματα επί τόκω». Όπως και το ρήμα έτσι και το  ουσιαστικό τόκος προέρχονται από το ελληνικό ρήμα «τίκτω, τίκτειν» που σημαίνει τοκετός, γέννα. Η μεταφορική χρήση του όρου σημαίνει «το κέρδος όπερ φέρουσι τα δανεισθέντα χρήματα, κοινώς διάφορο».  Ενώ ο Σαίξπηρ περιγράφει τον όρο λέγοντας «take a breed of barren metal», δηλαδή «κάμνω να γεννήση άγονον μέταλλον». [1]

Ο τόκος είναι λοιπόν ένα επιπλέον ποσόν, το οποίο επιστρέφει ο οφειλέτης σε αυτόν που τον δάνεισε. Αφορά συγκεκριμένη ποσότητα χρημάτων, σε συνάρτηση με μια ορισμένη χρονική περίοδο. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους ο τόκος είναι η αμοιβή η οποία δίδεται για την χρήση χρηματικού ποσού, το οποίο κάποιος δανείστηκε.

Οι πρώτες ιστορικές αναφορές χρονολογούνται από το 3.000 π.Χ. και τις συναντάμε στον πολιτισμό των Σουμέριων. Στους πολιτισμούς εκείνων των εποχών, όπως είναι οι πολιτισμοί της Μεσοποταμίας, της Φοινίκης και της Αιγύπτου και πριν την δημιουργία νομίσματος,  διαφαίνεται επίσης η ύπαρξη δανείων και η αποπληρωμή με πολύτιμα μέταλλα ή άλλα αγαθά.[2]

Από την λέξη «τόκος» προέρχεται η λέξη «τοκογλυφία», η οποία είναι σύνθετη από τις λέξεις «τόκος» και «γλύφος»,  που σημαίνει σκάλισμα – χάραγμα, μιας και τα παλαιά χρόνια οι τοκογλύφοι χάραζαν με μια γλυφίδα στο ξύλινο τραπέζι τους τόκους που έπρεπε να πληρώσουν αυτοί στους οποίους δάνειζαν.

Η τοκογλυφία, όταν ο δανειστής λαμβάνει δυσανάλογους τόκους,  θεωρείται έγκλημα, διώκεται και τιμωρείται με φυλάκιση.

Την τοκογλυφία την συναντάμε για πρώτη φορά στην Αθήνα, τον 7ο π.Χ. αιώνα, όταν ο Σόλων νομοθετεί την «σεισάχθεια», η οποία είχε στόχο να απαλλάξει τα νοικοκυριά από τα υπέρογκα χρέη. Όταν ο  Σόλων ανέλαβε την εξουσία η δύναμη και ο πλούτος της Αθήνας βρίσκονταν στα χέρια των λίγων, ενώ η τάξις των φτωχών ή «η τάξις των Θετών», γίνονταν δούλοι στην προσπάθεια τους να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Ο δίκαιος Σόλων προσπάθησε να αλλάξει την σκληρή ζωή των φτωχών νομοθετώντας την σεισάχθεια, προσπαθώντας δηλαδή να αποτινάξει από τους ώμους των φτωχών ότι τους προκαλούσε πόνο. Έτσι απαλείφθηκαν τα συμβόλαια όσων φτωχών είχαν υπογράψει, ενεχυριάζοντας την περιουσία τους ή ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό. Με την σεισάχθεια επίσης καταργήθηκε η δύναμη του πιστωτή και οι υποθήκες των περιουσιών, ενώ απελευθερώθηκε και η γη από παλαιότερα χρέη.[3] Αργότερα ο ρήτορας Λυσίας αναφέρθηκε στην έννοια του τόκου λέγοντας ότι επιβλήθηκε από τον Σόλωνα για λόγους εξισορρόπησης των συνεπειών της σεισάχθειας. Ο Σόλων αφαίρεσε την δυνατότητα των ισχυρών να υποδουλώνουν όσους δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν τα προς αυτούς χρέη κι έτσι ο δανειστής, για να καλυφθεί, μπορούσε να αποσπά τόκο.  [4]

Τον 1ο π.Χ. αιώνα παρόμοια νομοθεσία εφάρμοσε στην Ρώμη ο Ιούλιος Καίσαρας.  Παρόλα αυτά η τοκογλυφία στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γιγαντώθηκε, ενώ και στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού πολλοί δανειολήπτες σύρονταν στη δουλοπαροικία. Μέχρι το 325 όπου στην Νίκαια της Βιθυνίας έλαβε χώρα η  Α΄Οικουμενική Σύνοδος, η οποία διέκοψε την δανειοδότηση με δυσβάστακτους τόκους. [5]

Σύμφωνα με τους Εβραίους, ο τοκισμός απαγορευόταν, αν και αφορούσε μόνο τους ομοεθνείς τους και όχι τους Χριστιανούς, ενώ  κατά τον Μεσαίωνα ο τοκισμός θεωρείται από την Χριστιανική Εκκλησία πράξη αμαρτωλή, ανήθικη και ανεπίτρεπτη. Στις ημέρες μας ο τοκισμός είναι μια συνηθισμένη πρακτική, ειδικά για τα δυτικά τραπεζικά συστήματα. [6]

Η πληθώρα των σχετικών διατάξεων της Παλαιάς Διαθήκης και η κατηγορηματικότητα με την οποία απαγορεύεται η οποιαδήποτε μορφή τόκου[7], προδίδουν την  τρομακτική έκταση που είχε σε εκείνους χρόνους η τοκογλυφία, η οποία ανέκαθεν υπήρξε από τις μεγαλύτερες πληγές κάθε κοινωνίας. Ήταν μεγάλη η οικονομία δυσπραγία του λάου και επίσης η σκληροκαρδία και η απληστία των τοκογλύφων. Αποτελούσε δε συνηθισμένο φαινόμενο ο ενεχυριασμός ακόμη και των ενδυμάτων  ή του χειρόμυλου του φτωχού, είδη δηλαδή πρώτης ανάγκης, των οποίων η στέρηση ισοδυναμούσε σχεδόν με θάνατο. [8]

Στην Καινή Διαθήκη επίσης, στο κατά Λουκά[9] , προτρέπεται ο πιστός όχι μόνο να δανείζει χωρίς τόκο, αλλά και να μην περιμένει την επιστροφή του κεφαλαίου του, «και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα, πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». [10]

Ο τοκισμός ήταν απαγορευμένος αυστηρά, όχι μόνο στους λαϊκούς, αλλά και στους κληρικούς, από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας όπως  ο ΙΖ΄ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, ο Ι’ της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου, ο Δ΄ της Συνόδου της Λαοδικείας, ο ΙΔ΄ του Μεγάλου  Βασιλείου, ο ΛΒ του Νικηφόρου του Ομολογητού κ.α. [11]

Τον 16ο αιώνα, στους κόλπους της Δυτικής Εκκλησίας εμφανίζεται το ιδεολογικό, εκκλησιαστικό και μεταρρυθμιστικό κίνημα του Λούθηρου, το οποίο εκφράζει την ανάγκη των αστών για αποδέσμευση από τις απαγορεύσεις που τους επιβάλλει η καθολική Εκκλησία. Από αυτή την μεταρρύθμιση προκύπτει ο Λουθηρανισμός, ενώ ακολουθεί η δημιουργία μικρότερων Χριστιανικών αιρέσεων, γνωστές σήμερα ως Προτεσταντικές. Οι Προτεστάντες[12], για να αναπτύξουν την επιχειρηματική δράση και την κερδοσκοπία, αποδέχτηκαν τον δανεισμό με τόκο.

Με την πάροδο του χρόνου, ο δανεισμός με τόκο τελικά επικράτησε και στα υπόλοιπα Χριστιανικά δόγματα, αποτελώντας είναι ένα από τα πόδια του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτρέπουν τον έντοκο δανεισμό και γενικότερα συνιστούν την αποφυγή του δανεισμού, πιστεύοντας στο ιδανικό της κοινοκτημοσύνης, κάτι το οποίο το συναντάμε συνήθως στον Ορθόδοξο Μοναχισμό.  [13] Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει σχετικά: «Τόκος νομίζω ότι αποκαλείται για το πλήθος των κακών που γεννάει. Ή μήπως για τους πόνους και τις λύπες που αναγκαστικά προκαλεί στις ψυχές των δανειζομένων; Τόκοι πάνω στον τόκο, πονηρό παιδί πονηρό γονιών. Για τις έχιδνες λέγεται ότι γεννιούνται αφού φάνε από μέσα την κοιλιά της μάνας τους. Και οι τόκοι γεννιούνται αφού πρώτα καταφάνε τα σπίτια των οφειλετών. Τα διάφορα σπέρματα με την πάροδο του χρόνου φυτρώνουν κι αρχίζουν να καρποφορούν. Ο τόκος όμως μόλις γεννηθεί αρχίζει αμέσως να γεννάει κι ο ίδιος»[14].

 

[1] H.L. Liddell και Robert Scott, Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, 8ος τόμος, χ.τ., Pelekanos Books, σ.24

[2] Θ. Γεωργακόπουλος, Γεωργακόπουλος, Θ., Λιανός, Θ., Μπένος, Ε., Θεοφάνης, Ε., Τσεκούρας, Γ., Χαζτηπροκοπίου, Μ., Χρήστου, Γ., Εισαγωγή στην πολιτική οικονομία, 2007, Αθήνα, εκδ: Μπένου, Γ.

[3] Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 7, Πλούταρχος, Βίος Σόλωνα, 18:1-3

[4] Παυσανίας, Αττικά, 16:1

[5] Ρουμπάνης, Θ.,  Τοκογλυφία, τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος, 28/1/2012,   «ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου»

[6] Ρουμπάνης, Θ.,  Τοκογλυφία, τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος, 28/1/2012,   «ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου»

[7] Έξοδ: 22: 25-27, Λευϊτ. 25: 36, Δευτ. 23: 20-21, Ιερ. 9:6, Ιεζ. 8:8, Δ΄Μακ. Β΄: 8, κ.α., Ροδίτης, Γ., Χριστιανισμός και πλούτος, 1970, Αθήνα, εκδ: Ροδίτης, Γ., σ:81

[8] Εξ. 22:26, Λευϊτ. 24:6, Δευτ. 24: 17, στο Ροδίτης, Γ., Χριστιανισμός και πλούτος, 1970, Αθήνα, εκδ: Ροδίτης, Γ., σ. 81

[9] Λουκ. 6:34-35

[10] Λουκ. 6:34-35

[11] Ροδίτης, Γ., Χριστιανισμός και πλούτος, 1970, Αθήνα, εκδ: Ροδίτης, Γ., σ:174-175

[12]Από αυτό το κίνημα προήλθαν  και οι Ευαγγελικές Εκκλησίες, η Λουθηρανική και η Μεταρρυθμισμένη ή Καλβινιστική Ευαγγελική Εκκλησία, οι Ομολογίες και οι Εκκλησιαστικές Ομοσπονδίες (Μεθοδιστές, Βαπτιστές, Μεννονίτες κλπ), οι οποίες οφείλουν την προέλευσή τους στην Μεταρρύθμιση του Λουθήρου

[13] Ταχού, Ι., Χριστιανισμός και καπιταλισμός, 3/10/2012, στο: http://oodegr.co/neopaganismos/sykofanties/eksousia2.htm, ανακτήθηκε: 20/10/2015

[14] Ε.Μ.Π. 29, 1177, στο Ροδίτης, Γ., Χριστιανισμός και πλούτος, 1970, Αθήνα, εκδ: Ροδίτης, Γ., σ:176