ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΑΝΑΜΕΤΑΔΟΣΗ

1. ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΑΡΧ. ΖΑΧΑΡΙΑ
- 22-03-2010
- Categorized in: 2010, Θεολογικά Κείμενα
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ θεία ἔμπνευση καί ἡ προφητική ζωή*
Ἀρχιμ. Ζαχαρίας, Ἱ. Μ. Τιμίου Πρόδρομου Ἔσσεξ Ἀγγλίας
Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ δέν εἶναι ὑπό καμία ἔννοια κάποια στατική ὕπαρξη, ἀλλά μιά δυναμική προσωπική ὕπαρξη πού καλεῖται σέ συνεχή αὔξηση, «τήν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ»[1]. Ἡ ἔμπνευση γιά τήν πραγματοποίηση τῆς ὑψηλῆς κλήσης τοῦ ἀνθρώπου ἀντλεῖται ἀπό τή συνάντησή καί τήν ἀποδοχή τοῦ ζωντανοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐκφρασμένος ἀπό τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου εἶναι: «ἡ ἀσύλληπτος καί ἄπειρος ἐκείνη δύναμη, ἥτις ἐκάλεσεν ἐκ τοῦ σκότους τοῦ μή ὄντος εἰς τό φῶς τῆς ζωῆς πάντα τά ὄντα, πάντας τούς ἀναριθμήτους κόσμους, πάντα τά ἀνεξαρίθμητα ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ αὐτῶν λογικά καί ἄλογα κτίσματα»[2]. Ὁ ἴδιος λόγος μέ ἕνα εὐθύ καί ἄμεσο τρόπο ἠχοῦσε στά αὐτιά τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας δίνοντάς τους ὑπόδειγμα ζωῆς καί τήν ὅραση τῆς αἰωνιότητας μέσω τῆς ὁποίας προσανατόλιζαν καί κατεύθυναν τίς ὁδούς τους.
Μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, κατά τήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κάθε φορά πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔφθανε στούς Προφῆτες καί ἠχοῦσε στίς καρδιές τους, ἦταν πάντοτε ἕνα γεγονός πού προκαλοῦσε μεταμόρφωση καί ἔκανε γνωστές τίς ὁδούς τοῦ Ὑψίστου πάνω στή γῆ, προετοιμάζοντας τόν ἐρχομό Του.
Ὅταν τελικά ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦρθε μέ τή μορφή τῆς φύσης μας, ἔδειξε ὅτι Αὐτός ὁ Ἴδιος, «ὁ πλάσας κατά μόνας τάς καρδίας»[3] μας στήν ἀρχή, μᾶς δημιούργησε ἔχοντας ὑπόψη τόν μελλοντικό Του ἐρχομό, καί μέ τρόπο ἀνάλογο μέ τήν εὐαγγελική Του διδασκαλία, μέσω τῆς ὁποίας μᾶς ἔδιδε ὁδό ἐπανόρθωσης καί ἀναγέννησης.
Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔχει ἕνα σηματικό λόγο γιά τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως[4], στόν ὁποῖο λέει ὅτι ὁ Κύριος, πρίν νά δείξει τή δόξα Του στούς Ἀποστόλους, γιά μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα οὔτε μίλησε, οὔτε ἔκανε θαύματα, ἀλλά παρέμεινε σέ προσευχή μέ τούς μαθητές Του. Σκοπός Του ἦταν νά δείξει ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δίνεται, ὅταν τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἡσυχάζει μέσα στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ τήν προσευχή. Οἱ ἀπολογητές Πατέρες λένε ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός γεννήθηκε ἀπό τή σιωπή τοῦ Ἀνάρχου Πατέρα. Ἡ Θεοτόκος ἔλαβε τήν ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ζοῦσε σέ ἡσυχία στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἀσκώντας τήν καρδιακή προσευχή. Ὁ Μωϋσῆς νήστεψε γιά σαράντα μέρες, πρίν νά εἰσέλθει στό γνόφο τοῦ Θεοῦ, στή δόξα δηλαδή τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ πολιόρκησε τήν Ἱεριχώ, ἔδωσε ἐντολή στούς Ἰσραηλίτες νά ἀργήσουν ἀπό ὅλα, ἀλλά νά παραμείνουν σέ ἡσυχία ἑπτά μέρες. Τήν ἕβδομη μέρα, ὅταν οἱ σάλπιγγες ἥχησαν τά τείχη τῆς Ἰεριχώ, ἔπεσαν μόνα τους.[5] Ὑπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα ἀπό τίς Γραφές πού δείχνουν ὅτι πρίν ἀπό κάθε δημιουργικό λόγο προηγεῖται ἡ ἡσυχία. Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς νά βροῦμε πρῶτα τήν καρδιά μας μέσω τῆς ἡσυχίας, ὥστε νά μπορέσει νά γεννηθεῖ ἐκεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Κάθε φορά πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπευθυνόταν στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου - πρίν τήν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ κατά τόν παλαιό καιρό, καί κατά τόν ἔσχατο καιρό ἐν σαρκί- ὅσο σύντομο καί ἄν ἦταν τό ρῆμα Του, περιελάμβανε ὅλα ὅσα ἦταν ἅγια καί σωτήρια γιά τόν ἄνθρωπο. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποκάλυπτε συγχρόνως τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ὁποία προερχόταν, ἀλλά καί τήν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσμου. Δύο καταστάσεις πού εἶναι τόσο ἀπομακρυσμένες μεταξύ τους, ὅσο ἀπομακρυσμένη εἶναι ἡ ἀνατολή ἀπό τή δύση, καί ὁ οὐρανός ἀπό τή γῆ. Μέ ἄλλα λόγια, προφητικά καί ἱστορικά, τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἐνεργοῦσε μέσα στό λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι καθ’ ὑπερβολήν μεγαλειώδης, ἀλλά ποτέ δέν ἐκφοβίζει μέ τήν ἐπίσκεψή του. Καλυμμένος μέ τό πέπλο τῆς ταπεινώσεως, δέν μπορεῖ νά γίνει εὔκολα κατανοητός, παρά μόνο στό μέτρο τῆς ταπεινώσεως τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ὁποία ἀνοίγει ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς δέ μποροῦμε παρά μόνο νά ψελλίσουμε καί νά ψευδίσουμε σχετικά μέ αὐτόν. Ἀλλά στήν ἀληθινή του φύση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἄρρητος. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅταν ἡ ψυχή ἀνοίγει διάπλατα γιά νά συλλάβει καί νά κυήσει τό λόγο μέ ὠδίνες καί πόνους, ἕνα προφητικό γεγονός λαμβάνει χώρα. Ὁ Θεός συνάπτει μία ἐφ’ ὅρου ζωῆς διαθήκη μέ τήν ψυχή, καί τότε ἐκείνη γίνεται «ὡσεί παρακεκλημένη»[6] ἤ σάν ἐκείνους πού ἔχουν μεθύσει μέ τή θεία παρηγοριά[7]. Ὁ Θεός τότε εἰσέρχεται στήν καρδιά καί ἀναγεννᾶ τήν ψυχή «οὐκ ἐκ σπορᾶς φθαρτῆς, ἀλλά ἀφθάρτου, διά λόγου ζῶντος Θεοῦ καί μένοντος εἰς τόν αἰῶνα»[8]. Αὐτή ἡ ἀναγέννηση τῆς ψυχῆς μέσω τοῦ «λόγου τῆς ἀληθείας»[9] εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς ἐπαφῆς της μέ τή ζωντανή αἰωνιότητα, καί γίνεται γι’ αὐτήν πηγή θείας ἐμπνεύσεως.
Αὐτό πού μόλις περιγράψαμε εἶναι ὁ τρόπος καί τό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τόν Ἑαυτό Του στόν ἄνθρωπο. Γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά λόγια τοῦ Γέροντά μας: «Προφέρει Οὗτος βραχείαν φράσιν, ἀλλά δέν ἐπαρκεῖ ἡ ζωή, ἵνα ἀφομοιώσωμεν τό περιεχόμενον αὐτῆς»[10]. Ὁ ζωντανός λόγος τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στόν ἄνθρωπο φορτωμένος μέ αἰωνιότητα καί δίνει τήν αἴσθηση τοῦ ἀπόλυτου χαρακτήρα τῆς θείας γνώσεως. Καί πάλι μέ τά λόγια τοῦ Γέροντά μας: «Βραχεῖα ἡ ἀπάντησις, ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ φέρει εἰς τήν ψυχήν νέαν, ἰδιαιτέραν αἴσθησιν τοῦ εἶναι. Ἡ καρδία λαμβάνει πεῖραν πληρώματος φωτοφόρου ζωῆς. Ὁ νοῦς αἴφνης συλλαμβάνει κεκρυμμένα ἕως τότε νοήματα. Ἡ ἐγγύτης τοῦ Θεοῦ ἐμπνέει ἡμᾶς. Ἡ ἐπαφή τῆς δημιουργικῆς Αὐτοῦ δυνάμεως ζωοποιεῖ ἡμᾶς. Ἡ ἀποκτηθεῖσα διά τῆς ὁδοῦ ταύτης γνῶσις εἶναι ποιοτικῶς διάφορος τῆς ἀποκτωμένης διά τῆς φιλοσοφικῆς διανοήσεως: μετά τῆς κατανοήσεως τῶν πραγματικοτήτων τοῦ πνευματικοῦ κόσμου μεταδίδεται εἰς ὅλην τήν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου ἄλλη μορφή ζωῆς, ὁμοία ἴσως πρός ἐκείνην τοῦ πρωτοπλάστου. Ἡ ὀντολογική αὕτη γνῶσις τοῦ Θεοῦ ἑνοῦται μετά τοῦ ρεύματος τῆς εὐχομένης πρός Αὐτόν ἀγάπης»[11].
Αὐτή ἡ νέα ὑπαρξιακή γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι τό «φῶς τῆς ζωῆς» γιά τό ὁποῖο μαρτυρεῖ ἡ ἀρχή τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου. Ἡ ἐμπειρία καί ἡ γεύση αὐτῆς τῆς γνώσεως δίνει στήν ψυχή τή σοφία νά διακρίνει μεταξύ τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας πού εἶναι τό ἄφθαρτο δῶρο τοῦ Θεοῦ, καί τῆς κτιστῆς, θνητῆς καί φθαρτῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ διάκριση προκαλεῖ σέ μᾶς ἕνα διακαή πόθο γιά τό πρῶτο καί ἕνα ὀδυνηρό ἀποχωρισμό ἀπό τό δεύτερο γεμίζοντας τήν ψυχή μέ ἕνα ρεῦμα προσευχητικῆς ἀγάπης γιά τόν Θεό. Αὐτά τά δύο στοιχεῖα, ἡ σοφία τῆς διάκρισης πού φωτίζει τό νοῦ ἀπό τή μιά, καί ἡ ἀναζωπύρωση τῆς καρδιᾶς μέ τήν ἀκόρεστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἄλλη, συνιστοῦν αὐτό πού μποροῦμε νά ὁρίσουμε ὡς θεία ἔμπνευση. Ὁ συνδυασμός αὐτῶν τῶν δύο παραγόντων φλέγει τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει θεία ἔμπνευση.
Ἡ θεία ἔμπνευση γεννᾶ στόν ἄνθρωπο μία συγκεκριμένη ποιότητα καί προδιάθεση τοῦ πνεύματος. Σύμφωνα μέ τόν ὁρισμό τοῦ ἰδίου Γέροντος ἔμπνευση εἶναι ἡ «ἐν ἡμῖν παρουσία τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[12]. Αὐτή ἡ χαρισματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ σέ μᾶς κατευθύνει ὅλα ὅσα παραδίδονται σέ αὐτή πρός ἕνα συγκεκριμένο σκοπό - τή θέωση ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης.
Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἔμπνευση καθαίρει ὅλα ὅσα εἶναι ἐπιδεκτικά κάθαρσης - τό σῶμα καί ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ἀναλώνει κάθε ἀκαθαρσία τοῦ νοῦ καί ἀπομακρύνει κάθε τί πού ἀντιστέκεται στήν πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάποιες φορές, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, παίρνει μορφή «φοβερᾶς τινός ἐκδοχῆς κρίσεως καί πυρός ζήλου ἐσθίειν μέλλοντος τούς ὑπεναντίους»[13].
Ἀπό θετικῆς ἀπόψεως, ἡ ἔμπνευση εἶναι ὁ διακαής πόθος καί ἡ προδιάθεση τῆς καρδιᾶς, μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται μέ ἔντονο πνευματικό κόπο γιά τή διατήρηση τῆς δυναμικῆς πίστεως, τήν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει ὡς: « δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένην»[14]. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας στή διήγηση τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου λέει ὅτι ὁ Ἅγιος μετροῦσε τήν πνευματική του πρόοδό του ὄχι μέ τόν καιρό πού ἦταν στήν ἔρημο ἀλλά μέ αὐτό τόν πόθο. Ξεχνώντας τό παρελθόν καί βάζοντας νέα ἀρχή κάθε μέρα ὁ Ἅγιος κατόρθωνε νά διατηρεῖ αὐτόν τόν ἅγιο πόθο, ἐφαρμόζοντας τό ρητό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἕν δέ, τά μέν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δέ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος»[15]. Ἐνθυμούμενος ἐπίσης τά λόγια τοῦ προφήτη Ἠλία πού ἔλεγε: «ζῇ Κύριος τῶν δυνάμεων, ᾧ παρέστην ἐνώπιον Αὐτοῦ, ὅτι σήμερον ὀφθήσομαι Αὐτῷ»[16]. Αὐτός ὁ λόγος ἦταν ἡ ἔκφραση τοῦ πόθου καί τῆς ἑτοιμότητας τοῦ Προφήτη νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ σέ κάθε στιγμή. Ὅταν ὅμως αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ζέση καί ἡ ἔμπνευση ἀπουσιάζει, ὁ ἄνθρωπος πολύ δύσκολα μπορεῖ νά ἀποφύγει τόν πειρασμό νά γίνει ὑπηρέτης τῆς θρησκείας τοῦ ἰδίου θελήματος, τῆς «ἐθελοθρησκίας»[17]. Τότε «κεκορεσμένος» καί «πεπλουτισμένος»[18] ζεῖ σέ μιά πλάνη «κατά τήν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατά τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί οὐ κατά Χριστόν»[19].
Ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν δυναμικό. Ὅταν εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἔμπνευση, διακατέχεται ἀπό μιά εὐλογημένη ὁρμή. Ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός: «ὁδόν ἐντολῶν σου ἔδραμον, ὅταν ἐπλάτυνας τήν καρδίαν μου»[20]. Αὐτός ὁ πλατυσμός τῆς καρδιᾶς προκαλεῖ στόν ἄνθρωπο πείνα καί δίψα γιά τή «δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ»[21]. Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ὡς «γῆ ἔρημος καί ἄβατος καί ἄνυδρος»[22], πού δέ μπορεῖ νά ξεδιψάσει παρά μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν «πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον»[23], ὅπως εἶπε ὁ Κύριος.
Ἡ θεία ἔμπνευση τοποθετεῖ τόν ἄνθρωπο διαρκῶς στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ποθεῖ ἀκόμα μεγαλύτερο πλήρωμα αὐτῆς τῆς Παρουσίας πού τώρα τόν κατέχει. Φέρει τόν ἴδιο καθορισμό μέ τόν προφήτη Δαβίδ πού λέει: «εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καί τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμόν καί ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ»[24]. Ἡ στάση τῶν Ἀγγέλων μᾶς δείχνει αὐτή τήν τέλεια ἔμπνευση. Οἱ Ἄγγελοι: «ἀνάπαυσιν οὐκ ἔχουσιν ἡμέρας καί νυκτός λέγοντες ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ, ὁ Ἦν καί ὁ Ὤν καί ὁ Ἐρχόμενος»[25]. Ἡ ἀληθινή ἔμπνευση τιτρώσκει τόν ἐκλεκτό της, καί δίνει στόν ἄνθρωπο τό θάρρος νά «πάσχει» τό θεῖο πάθος πού θά τόν ὁδηγήσει στή θέωση.
Ὡστόσο, στήν παρούσα μας κατάσταση ἡ ἔμπνευση εἶναι «σκληρή». Ἡ ἀγάπη, πού εἶναι τό κύριο στοιχεῖο της, εἶναι ἄκρως ἀπαιτητική. Ὁ Σολομών ἐξέφρασε τό παραπάνω μέ ἕνα θαυμάσιο τρόπο, λέγοντας ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι «κραταιά ὡς θάνατος» καί ὁ ζῆλος «σκληρός ὡς ἅδης», «ὕδωρ πολύ οὐ δυνήσεται σβέσαι τήν ἀγάπην, καί ποταμοί οὐ συγκλύσουσιν αὐτή. Ἐάν δῷ ἀνήρ πάντα τόν βίον αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐξουδενώσει ἐξουδενώσουσιν αὐτόν»[26]. Ὁ ἄνθρωπος παραμένει μέχρι τέλους «δοῦλος ἀχρεῖος»[27]. Βέβαια ὁ Σολομώντας ζοῦσε σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ θάνατος ἐπικρατοῦσε ἀκόμη. Ἡ Καινή Διαθήκη ὅμως μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἰσχυρότερη καί ἀπό τόν θάνατο.
Στίς πράξεις τῶν Ἀποστόλων διαβάζουμε ὅτι στόν κόσμο αὐτόν ὁ Χριστός εἶναι «παθητός»[28]. Πράγματι ὁ Κύριος εἶναι «παθητός», παθητή εἶναι καί ἡ ἀγάπη Του. Ὁ Θεός προσφέρει στόν ἄνθρωπο τήν ἄφατη ἀγάπη Του, τήν ἀγαθή καί ἀναγκαία «μερίδα» πού ἀνέφερε ὁ Χριστός ἀπευθυνόμενος στήν Μάρθα[29], καί ὁ ἄνθρωπος, μέ τή σειρά του, προσφέρει τήν καρδιά του ὡς τό ἐλάχιστο μέρος. Ὁ ἄνθρωπος βασανίζεται, ἐπειδή ἡ καρδιά του εἶναι τόσο ἀπειροελάχιστη, ἐνῶ «μείζων ἐστίν ὁ Θεός τῆς καρδίας ἡμῶν»[30]. Ἡ καρδιά του τόν «κατακρίνει» ὄντας ἀνίκανη νά περιλάβει τό πλήρωμα τῆς θείας ἀγάπης. Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά ἑνώσει πλήρως τό δικό του «ἐλάχιστο μέρος» μέ τό «ἄπειρα μεγάλο μέρος» τοῦ Θεοῦ βρίσκεται σέ μεγάλη ἔνταση. Προφήτης εἶναι αὐτός πού ἐμπνέεται καί ἄγεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ὑποφέρει καί πάσχει ἀπό αὐτήν τήν ἔνταση, μέχρις ὅτου καταστεῖ «ναός Θεοῦ ζῶντος»[31]. Ὁ ἄνθρωπος ἀνίκανος νά περιλάβει τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὑποφέρει γιά χάρη Του, μέχρι νά γίνει κατοικητήριό Του. Ἀλλά ὑποφέρει καί γιά τούς συνανθρώπους του, ἐπιθυμώντας νά δεῖ τούς πάντες ὡς ἄμωμες καί ἄσπιλες νύμφες ἁρμοσμένες στόν Χριστό, ὡσότου ὁ Χριστός μορφωθεῖ στίς καρδιές τους.
Ἡ θεία ἔμπνευση γεννᾶ τόν πόθο νά ἀπαλλάξουμε τήν καρδιά μας ἀπό κάθε κηλίδα, ὥστε νά ἐπισκιαστεῖ ἀπό τό φῶς τοῦ Μεγάλου Ἐπισκέπτη. Περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ πόθου εἶναι ὁ θεῖος ζῆλος, μέ τόν ὁποῖο ἀναλώθηκε καί ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν ἀνέβηκε στήν Ἰερουσαλήμ γιά νά καθαρίσει τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ[32], πού εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού καλούμαστε καί ἐμεῖς νά γίνουμε. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὁμολογεῖ: «πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν, καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη!»[33].
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος λέει ὅτι «ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι»[34]. Ἑπομένως ἡ προφητική ζωή συνίσταται στό νά βαστάσει κάποιος τή θεία ἔμπνευση καί νά ἄγεται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ποιά εἶναι ὅμως ἡ φύση τῆς πορείας πού κάνει τή ζωή μας προφητική;
Στήν ὁδό τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνοῦμε ὅτι ἕνας εἶναι «ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός»[35]. Αὐτός εἶναι ὁ ὑπέρτατος προφήτης, διότι ἦλθε ἐν σαρκί ὡς «πρόδρομος» τῆς πνευματικῆς καί ἔνδοξης Δευτέρας Παρουσίας Του. Μέ λόγο καί ἔργο μᾶς δίδαξε καί μᾶς ἔδειξε τόν τρόπο μετάβασης ἀπό τό ψυχικό στό πνευματικό. Ὁ πόθος Του ἦταν νά μᾶς προετοιμάσει, ὥστε νά καταστοῦμε ἄξιοι νά δοῦμε τήν Θεότητά Του, ἡ ὁποία θά ἀποκαλυφθεῖ πλήρως στά τέλη τῶν αἰώνων.
Πῶς τό ἔκανε αὐτό; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ: «ἀναβάς εἰς ὕψος ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καί ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. Τό δέ ἀνέβη τί ἐστίν εἰ μή ὅτι καί κατέβη πρῶτον εἰς τά κατώτερα μέρη τῆς γῆς; Ὁ καταβάς αὐτός ἐστί καί ὁ ἀναβάς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἴνα πληρώσῃ τά πάντα»[36]. Ἡ κατάβαση τοῦ Χριστοῦ στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς, στά καταχθόνια, ἔγινε πηγή κάθε πνευματικοῦ χαρίσματος. Αὐτή ἡ κάθοδος εἶναι ἡ ἀληθινή προφητική κίνηση. Οἱ ἐθνικοί θέλουν θρόνους, θέλουν νά ὑψωθοῦν. Αὐτός εἶναι ὁ νοῦς καί ἡ τάση τοῦ πεπτωκότος κόσμου πού δίδαξε ὁ Ἑωσφόρος, ἀλλά ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου εἶναι πορεία πρός τά κάτω.
Στό βιβλίο του γιά τόν ἅγιο Σιλουανό ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐξηγεῖ αὐτή τήν πορεία πρός τά κάτω. Λέει ὅτι ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα σχηματίζει μιά πυραμίδα. Στήν κορυφή τῆς πυραμίδας κάθονται οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου πού κατεξουσιάζουν τά ἔθνη, ὅπως λέει ὁ Κύριος[37]. Τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ὅμως ἐπιθυμεῖ ἐκείνη τήν ἀρχέγονη ἰσότητα καί δικαιοσύνη πού ἐπικρατοῦσε στόν παράδεισο πρίν τήν πτώση. Ὁ Κύριος, ἐκτιμώντας αὐτή τή βαθιά ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ἀναστρέφει τήν πυραμίδα καί τοποθετεῖ τό ἑαυτό Του στό κατώτερό σημεῖο της. Παίρνει ἐπάνω του τίς ἁμαρτίες καί τό βάρος ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο παρέχει τή λύση σέ ὅλα τά προβλήματα καί ἐρωτήματα παρουσιάζοντας τόν τέλειο τρόπο γιά νά ἐπιτευχθοῦν «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια»[38], καί σωτήρια. Σύμφωνα μέ τόν ἴδιο συγγραφέα ὁ Χριστός ἐγκαθιστᾶ τήν ἔσχατη τελειότητα. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Πνεύματός Του. «Ὥσπερ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν»[39]. Ὁ Χριστός χάραξε γιά μᾶς τήν ὁδό. Κατέβηκε χαμηλότερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον, «γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα»[40]. Ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, διαλέγουν τήν ἴδια ὁδό. Κατεβαίνουν, ὥστε νά συναντήσουν τήν Κεφαλή τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδας, γιά νά ἑνωθοῦν μαζί Του. «Ἐν τῷ βυθῷ τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδος», λέει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «ἐν τῇ βαθυτάτῃ κορυφῇ, πυθμήν τῆς ὁποίας τυγχάνει ὁ ἐκ τῆς πρός τόν κόσμον ἀγάπης ἐσταυρωμένος Χριστός, ἐνεργεῖται ὅλως ἰδιαιτέρα ζωή, φανεροῦται ὅλως ἰδιαίτερον φῶς καί πνέει ἰδιαιτέρα εὐωδία ἐκεῖ ἐλκύεται δι’ἀγάπης ὁ ἀσκητής»[41]. Ἡ προφητική ζωή ἀποκτᾶται μέ αὐτή τήν ἔλξη γιά κατάβαση.
Αὐτή ἡ ἔλξη τοῦ ἀνθρώπου γιά κατάβαση, ἡ ἑτοιμότητα νά ἀκολουθήσει τήν ὁδό τοῦ Χριστοῦ, συνοδεύεται ἀπό μία δίπλευρη ὅραση, μία διπλή συνείδηση. Ἀπό τή μιά πλευρά ἡ ψυχή βλέπει τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό ὁποῖο ὁ Κύριος μίλησε κατά τό Μυστικό Δεῖπνο. Θεωρεῖ τόν Χριστό νά ἀνεβαίνει στό Γολγοθᾶ γιά νά προσφέρει τή ζωή Του δεχόμενος τό θάνατο πού μάστιζε τήν ἀνθρωπότητα, γιά νά μεταδώσει σέ ὅλους τή θεία ζωή, σύμφωνα μέ τούς λόγους «αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἴνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθώς ἡγάπησα ὑμᾶς...ὅτι πάντα ἄ ἥκουσα παρά τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν»[42]. Στήν Γεθσημανῆ ὁ Κύριος προσεύχεται γιά ὅλο τόν Ἀδάμ. Ἀνεβαίνει στό Γολγοθᾶ μόνος, φέροντας στήν καρδιά του ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Παίρνει ἐπάνω Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Παραδίδει τή ζωή Του σέ ἄκρα παθήματα γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν τυραννία τοῦ ἐχθροῦ, πού εἶχε πέσει τόσο βαριά σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη μετά τό προπατορικό ἁμάρτημα στόν παράδεισο. Φέρει μέσα Του ὁλόκληρο τόν Ἀδάμ, ὅλους τούς λαούς, ὅλων τῶν αἰώνων. Ὁ Κύριος πέθανε γιά ὅλους. Κανένας θνητός, ἀσφαλῶς, δέν μποροῦσε νά Τόν βοηθήσει. Ἀπό τίς περιγραφές τοῦ Εὐαγγελίου βλέπουμε ὅτι ὅλος ὁ νοῦς Του ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα. Πρόσφερε τή ζωή Του καί δέχθηκε τόν θάνατο πού ἔπληττε τήν ἀνθρωπότητα. Ἀσφαλῶς κατά τήν ἀνάστασή Του ἀναστήθηκε φέροντας μέσα Του ὅλο τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς Του, τῆς ἀγάπης Του καί τοῦ σκοποῦ Του. Μαζί Του ἀναστήθηκε ὅλος ὁ Ἀδάμ.
Ἡ ὅραση τῆς ἁγιότητας καί τῆς ταπεινῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ Θεοῦ καταπλήσσει τήν ψυχή καί θερμαίνει τήν καρδιά, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέ βαθιά εὐλάβεια λατρεύει τόν Σωτήρα μέ εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη.
Κάτω ἀπό τό φῶς αὐτῆς τῆς ὅρασης καί ἐμπειρίας ὁ ἄνθρωπος διακρίνει τή δική του ψευτιά. Στό βιβλίο «Περί Προσευχῆς» ὁ Γέροντας Σωφρόνιος λέει ὅτι ἡ ὅραση τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ «περιπτυσσομένης ἅπασαν τήν κτίσιν ἐν ἀτελευτήτῳ συμπαθείᾳ πρός πᾶν ὑπαρκτόν ... κατανύσσει τήν ψυχήν, καταπλήττει τόν νοῦν. Αὐθορμήτως κλίνομεν γόνυ ἐνώπιον Αὐτοῦ. Ὅσον δέ καί ἄν ἀγωνιζώμεθα νά ὁμοιάσωμεν πρός Αὐτόν ἐν ταπεινώσει, βλέπομεν ὅτι εἴμεθα ἀνίσχυροι νά φθάσωμεν τό ἀπόλυτον Αὐτοῦ»[43].
Αὐτή ἡ διπλή ὅραση τῆς ἄφατης καί ταπεινῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν μιά καί τῆς δικῆς μας ἀναξιότητας καί ἀδυναμίας νά τήν περιλάβουμε ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή δυναμική μας αὔξηση ἐν τῷ Θεῷ, πού εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας. Πράγματι ἡ διπλή αὐτή ὅραση εἶναι μιά προφητική κατάσταση, ἀποτελεῖ ἕνα πνευματικό θαῦμα. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος περιγράφει αὐτή τήν κατάσταση ἐπανειλημμένα. Λέει: «Ὅσον ἐναργέστερον βλέπω τόν Θεόν, τοσοῦτον φλογερωτέρα γίνεται ἡ μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιῶ σαφέστερον τήν ἀναξιότητά μου ἐνώπιον Αὐτοῦ»[44]. Σέ ἔνα ἄλλο σημεῖο τονίζει ἀκόμη περισσότερο τήν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς διπλῆς ὅρασης: «Ὀφείλω νά ἴδω τόν Χριστόν καθώς ἐστιν, ἴνα παραβάλω ἐμαυτόν πρός Ἐκεῖνον καί ἐξ αὐτῆς τῆς συγκρίσεως αἰσθανθῶ τἠν ἀ - μορφίαν μου. Δέν δύναμαι νά γνωρίσω ἐμαυτόν, ἐάν δέν ἔχω ἐνώπιόν μου τήν Ἁγίαν Αὐτοῦ Μορφήν»[45]. Λέει ἐπίσης ὁ ἴδιος Γέροντας ὅτι αὐτή ἡ διπλή συνείδηση ἐγείρει μέσα μας τήν ἔμπνευση καί τήν εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό, τόν Εὐεργέτη μας. Τήν ἴδια στιγμή, ὅπως ἀναγνωρίζει, «εἰς τοῦτο ἔγκειται τό παράδοξον, ὅτι ἐγώ ὁ ἴδιος ζῶ διττήν κατάστασιν: τήν ἀπεχθῆ μηδαμινότητά μου ἀφ’ ἑνός, καί τήν ἐλεήμονα συγκατάβασιν τοῦ Θεοῦ ἀφ’ἑτέρου»[46].
Ἔχουμε ὑπόψη τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο καί τήν προφητική του στάση ἀπέναντι στόν Κύριό του, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»[47]. Ὁ Πρόδρομος μιλάει ἐδῶ γιά αὔξηση καί ἐλάττωση στή δόξα. Ἄς ἐξετάσουμε ἐπίσης τό λόγο τοῦ προφήτη Ἡσαΐα ὅταν διηγεῖται τήν ὅρασή του: «Εἶδον τόν Κύριον καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπῃρμένου ... καί Σεραφίμ εἱστήκεισαν κύκλω Αὐτοῦ...καί ἐκέκραγεν ἕτερον πρός ἔτερον Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης Αὐτοῦ ... καί εἶπον ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὤν καί ἀκάθαρτα χείλη ἔχων ... καί τόν Βασιλέα Κύριον Σαβαώθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου. Καί ἀπεστάλη πρός με ἕν τῶν Σεραφίμ, καί ἐν τῇ χειρί εἶχεν ἄνθρακα, ὅ τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπό τοῦ θυσιαστηρίου, καί ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καί ἀφελεῖ τάς ἀνομίας σου καί τάς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ»[48].
Μέ αὐτή τή δίπλευρη ὅραση καί διπλή συνείδηση ὁ ἄνθρωπος γίνεται προφητικά ἀληθινός. Αὐτή εἶναι ἡ μοναδική περίπτωση, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀλάθητος. Ἀκοῦστε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο πού βεβαιώνει τό γεγονός: «Ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτία οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Ἐάν ὁμολογῶμεν τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καί δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τάς ἁμαρτίας καί καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀδικίας. Ἐάν εἴπωμεν ὅτι οὐχ ἡμαρτήκαμεν, ψεύστην ποιοῦμεν αὐτόν, καί ὁ λόγος Αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν»[49]. Ὅταν γινόμαστε ἀληθινοί προσελκύουμε τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐξομολογούμαστε τήν ἀλήθεια τοῦ κοσμικοῦ γεγονότος τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδάμ, καί ἐπίσης ἀναγνωρίζουμε τό ὑπερκόσμιο γεγονός τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Μαρτυροῦμε τήν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ πρώτου ἐρχομοῦ τοῦ Κυρίου ἐν Σαρκί, καί μέ τόν ἴδιο τρόπο μαρτυροῦμε καί προσμένουμε τόν δεύτερο ἐρχομό Του, ἐν δόξῃ. Γινόμαστε προφῆτες Του καί ὁ λόγος Του πού συλλαμβάνεται στίς καρδιές μας, γεννιέται πρῶτα γιά τή δική μας σωτηρία καί ἔπειτα γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου διά τῆς χάριτος καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. «Γενέσθω δέ ὁ Θεός ἀληθής, πᾶς δέ ἄνθρωπος ψεύστης, καθάπερ γέγραπται»[50].
* Ὁμιλία, ἡ ὁποία ἐκφωνήθηκε κατά τή Σύναξη τῶν Κληρικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου (Παραλίμνι, 8 Νοεμβρίου 2008).
[1] Κολ. 2,19.
[2] Ἅγιος Σιλουανός, σ.283.
[3] Ψαλμ. 32,15.
[4] Ἄσκησις καί θεωρία 1996.
[5] Ἰ.6.
[6] Ψαλμ. 125, 1.
[7] Ψαλμ. 22, 5.
[8] Πέτρ. Α΄1, 23.
[9] Ἐφ. 1, 13.
[10] Περί προσευχῆς, σ. 57
[11] Περί προσευχῆς, σ. 52.
[12] Ὀψόμεθα τόν Θεό καθώς ἐστι, σ.189.
[13] Ἑβρ. 10, 27.
[14] Γαλ. 5, 6.
[15] Φιλ. 3, 14.
[16] Γ΄ Βασ. 18,15.
[17] Κολ. 2, 23.
[18] Κορ. Α΄ 4, 8.
[19] Κολ. 2, 8.
[20] Ψαλμ. 118, 32.
[21] Πρβλ. Μθ.5, 6.
[22] Πρβλ. Ψαλμ. 62, 2.
[23] Ἰω. 4, 14.
[24] Ψαλμ. 131, 4-5.
[25] Ἀπ. 4, 8.
[26] Ἄσμα ἀσμάτων, 8, 6-7.
[27] Λκ. 17, 10.
[28] Πραξ. 26, 23.
[29] Βλ.Λκ. 10, 42.
[30] Ἰω.Α΄3, 20.
[31] Κορ. Β΄6, 16.
[32] Βλ. Ἰω. 2, 17.
[33] Λκ. 12, 49.
[34] Πέτρ. Β΄1,21.
[35] Ματθ. 23,10.
[36] Ἐφ. 4, 8-10.
[37] Βλ. Ματθ. 20,25.
[38] Φιλ. 4, 8.
[39] Μθ. 20, 28.
[40] Γαλ. 3, 13.
[41] Ἅγιος Σιλουανός, σ.315.
[42] Ἰω. 15, 12-15.
[43] Περί προσευχῆς, σ.23.
[44] Ὁψόμεθα τόν Θεό καθώς ἐστι, σ.239 .
[45] Ὅ.π. σ. 92.
[46] Ὅ.π. σ. 277.
[47] Ἰω. 3, 30.
[48] Ἡσ. 6, 1-7.
[49] Ἰω. 8, 10.
[50] Ρωμ. 3, 4.









