Ομιλία Μητρ. Κωνσταντίας στην Γ’ Κληρικολαϊκή Συνέλευση

1337 Original

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Γ΄ ΚΛΗΡΙΚΟΛΑΪΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ
9 ΜΑΪΟΥ 2013

Μητροπολίτη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου Βασιλείου
Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε της Κυπριακής Δημοκρατίας

Μακαριότατε,
Κύριε Υπουργέ,
Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιε, Σεβαστοί πατέρες, συλλειτουργοί εν Χριστώ
Κύριοι Βουλευτές
Αγαπητέ κύριε πρώην Υπουργέ,
Κύριοι Δήμαρχοι,
Κύριοι εκπρόσωποι του Στρατού, της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής υπηρεσίας,
Κυρίες και Κύριοι, εκλεκτή ομήγυρη,
Χριστός Ανέστη!
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον»

Με τη βοήθεια του Θεού πραγματοποιούμε και φέτος, στα πλαίσια των εορτασμών της μνήμης του Αγίου Επιφανίου αρχιεπισκόπου Κωνσταντίας, την Γ’ Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου. Εκφράζουμε την ικανοποίηση και τη χαρά μας γιατί σημειώνει την αναμενόμενη επιτυχία.

Ευχαριστώ εσάς, Εξοχότατε κύριε πρόεδρε της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και εσάς Μακαριότατε Αρχιεπίσκοπε Κύπρου, που τιμάτε με την παρουσία σας και με το χαιρετισμό σας, το εξαιρετικό αυτό γεγονός της ζωής της Μητροπόλεώς μας. Να μου επιτραπεί, επίσης, να ευχαριστήσω, όλως ιδιαιτέρως τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού, εν Χριστώ αδελφό κ. Ιγνάτιο, που ευμενώς έκανε αποδεκτή την πρόσκλησή μας αυτές τις πασχαλινές μέρες και ήλθε για να μας αναπτύξει το θέμα που του ζητήσαμε: «1700 χρόνια από το Διάταγμα των Μεδιολάνων: Θρησκευτική ελευθερία και ανεξιθρησκία». Σας πληροφορώ ότι στο επόμενο τεύχος του Περιοδικού μας «Πνευματική Διακονία», θα υπάρχει ειδικό αφιέρωμα για το θέμα αυτό. Ευχαριστώ και όλους εσάς που ανταποκριθήκατε στην πρόσκλησή μας και παρευρίσκεστε στη σύναξη αυτή της Κληρικολαϊκής Συνέλευσης.

Η Κληρικολαϊκή που καθιερώσαμε, είναι ένας θεσμός με εκκλησιολογικές προεκτάσεις γιατί φανερώνει την ενότητα των πιστών μελών του Σώματος του Χριστού, του κλήρου και του λαού της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας, κατεχόμενης και ελεύθερης. Με την Κληρικολαϊκή αυτή Συνέλευση θέλουμε να τιμήσουμε και να ευχαριστήσουμε δημοσίως και επισήμως όλους εκείνους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμβάλλουν αφιλοκερδώς στην εκπλήρωση του έργου και της αποστολής της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία. Τους κληρικούς μας για το ζήλο με τον οποίο επιτελούν το ενοριακό έργο τους και την αγαστή σχέση και συνεργασία τους με τον Επίσκοπό τους και τη Μητρόπολη. Τα μέλη της Θρονικής Επιτροπής για τη σημαντική στήριξη των δραστηριοτήτων της Μητροπόλεως. Τις κυρίες μέλη του Συμβουλίου του Ιδρύματος Κοινωνικής Διακονίας, των οποίων η αποστολή καθίσταται σημαντική την περίοδο αυτή που πολλοί συνάνθρωποι μας χρήζουν της δικής μας στήριξης. Τους εκκλησιαστικούς Επιτρόπους, που ενισχύουν το έργο των κληρικών και γενικότερα της Μητροπόλεως και συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία των Ενοριών. Τους ιεροψάλτες που με τη δύναμη της ψυχής τους και με το τάλαντο που ο Θεός έδωσε στον καθένα, κρατάνε το ψαλτήρι ζωντανό με ζήλο Παπαδιαμάντη. Τους κατηχητές και κατηχήτριες που ανέλαβαν το δύσκολο έργο της εισαγωγής στα χριστιανικά διδάγματα των νέων μας. Τα μέλη των Συνδέσμων Γυναικών των Ενοριών μας, όπως και τη Συντονιστική Επιτροπή των Συνδέσμων Γυναικών, που ως άλλες Δορκάδες (Πράξ. 9:36-43) αναλαμβάνουν έργο φιλανθρωπίας και επιτελούν έργο της Εκκλησίας. Ευχαριστίες ιδιαιτέρως στο Σύνδεσμο Γυναικών της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου για την προσφορά και προετοιμασία της αποψινής δεξίωσης. Δεν θα πρέπει να παραλείψω να κάνω μνεία και στους συνεργάτες μου, το προσωπικό της Μητροπόλεως, που πολλές φορές αναλαμβάνουν το φορτίο οργανώσεως των ποικίλων εκδηλώσεων. Ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που γίνεται διανομή τροφίμων και ρουχισμού, αλλά βεβαίως και τις εθελόντριες και εθελοντές που βοηθούν στο έργο αυτό. Οι χώροι της «Φωλιάς Αγάπης», όπου γίνεται η διανομή έχουν παραχωρηθεί ευγενώς από τον κ. Αναστάση Πυρίλλη και την οικογένειά του. Τους ευχαριστούμε ιδιαιτέρως και σύντομα στον ίδιο χώρο θα λειτουργήσουμε και το κοινοτικό Ιατρείο.

Φέτος δεν θα κάνω απολογισμό των δραστηριοτήτων της Μητροπόλεως μας που έλαβαν χώρα κατά το παρελθόν έτος. Επιγραμματικά και ενδεικτικά αναφέρω τη Β΄ Διεθνή Έκθεση Βιβλίου που σημείωσε εξαιρετική επιτυχία και έχει γίνει γεγονός αναφοράς για την Επαρχία Αμμοχώστου, τη συνέχιση των προσπαθειών μας για την εγκατάσταση Μουσείου στην αρχαία και σημαντική Μονή της Αγίας Νάπας και έχει προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό άσχετα με τις διάφορες δυσκολίες, την προσπάθειά μας να ιδρύσουμε Νέα Μονή στην περιοχή μας, όπου στερείται ενός τέτοιου πνευματικού πνεύμονα κ.λπ.

Να μου επιτραπεί, εν τούτοις, να κάνω εκτενέστερη αναφορά στο φιλανθρωπικό έργο που ασκείται τα τελευταία δύο με τρία χρόνια. Για την αναφορά αυτή θα βασιστούμε στο αίτημα της Κυριακής Προσευχής: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον» (Μτ. 6:11).

Η ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου, όπως και ολόκληρη η Εκκλησία Κύπρου έχουν αναλάβει το έργο της ανακούφισης των αδελφών μας εκείνων που δεν ευνόησε η τραγική κατάσταση της οικονομίας στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η πολιτεία με τη σειρά της έχει αναλάβει τη δική της ευθύνη να διορθώσει τα κακώς κείμενα και να οδηγήσει την Κύπρο και πάλι σε ρυθμούς ανάπτυξης και ευημερίας.

Το ερώτημα είναι, μέχρι τη βελτίωση της καταστάσεως, πόσοι συνάνθρωποί μας θα υποστούν τις συνέπειες και θα δεινοπαθήσουν από την αυξανόμενη ανεργία, την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις καθημερινές οικογενειακές τους ανάγκες, ή και όλοι εκείνοι που έχουν ήδη υποστεί τις συνέπειες της απομείωσης των καταθέσεων τους και της ψυχολογικής πίεσης που ασκείται ένεκα της αβεβαιότητας του σήμερα και του αύριο; Το πρόβλημα αυτό αφορά όλους, αλλά κατ’ εξοχήν τους νέους, των οποίων το μέλλον για απασχόληση είναι εντελώς αβέβαιο.

Η Κύπρος, για να αντιμετωπίσει το σοβαρό συστημικό πρόβλημα της οικονομίας της, προσέφυγε στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς στήριξης, ευελπιστώντας στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, η οποία, κατά την άποψή μας, αποδείχθηκε κούφια περιεχομένου γι αυτό και προκάλεσε απογοήτευση και αβεβαιότητα εξ αιτίας της στάσεως των Ευρωπαίων εταίρων της Κύπρου. Εκείνο που έχει διαφανεί είναι ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες, όπως και όλες οι χώρες του κόσμου, όταν πρόκειται για θέματα που άπτονται των συμφερόντων τους, δεν στηρίζουν τις πράξεις τους πάνω στις αρχές της αλληλεγγύης και του κοινού συμφέροντος, ούτε και λαμβάνουν υπόψη τους ηθικές αρχές του δικαίου και την ανθρώπινη πλευρά των αποφάσεων τους, αλλά μόνο τα δικά τους συμφέροντα, και γι αυτό καλλιεργούν και έντονη προπαγάνδα στις κοινωνίες τους εναντίον των λαών που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα όπως και η Κύπρος.
Πρόθεσή μου δεν είναι η πολιτική ανάλυση της καταστάσεως, αλλά θέλω να προσεγγίσω με πολλή συντομία το ζήτημα από καθαρά θεολογικής πλευράς, χρησιμοποιώντας, όπως ανέφερα, ως βάση των σκέψεών που ακολουθούν το αίτημα της Κυριακής Προσευχής: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Το αίτημα αυτό δεν είναι τόσο απλό, όσο το αντιλαμβάνεται μια παιδική ψυχή, ότι δηλαδή ζητούμε από τον καλό θεούλη να μας δώσει λίγο ψωμί να φάμε. Το συγκεκριμένο αίτημα, όπως βέβαια και το επόμενο, με το οποίο ζητούμε την άφεση από τον Θεό, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας έφταιξαν, φανερώνουν την ουσιαστική και θεμελιώδη σχέση μας, αφ’ ενός μεν με τον Θεό, αφ’ ετέρου δε με τους συνανθρώπους μας.

Όταν, λοιπόν, προσευχόμαστε και παρακαλούμε τον Θεό να μας δώσει τον επιούσιο άρτο, ομολογούμε συγχρόνως τρία ουσιαστικά πράγματα: πρώτον, ότι, ως ανθρώπινα όντα, δεν είμαστε αυτάρκεις στη ζωή μας, δεύτερον, έχουμε ανάγκη τόσο τον Θεό, όσο και τους συνανθρώπους μας. Δεν μπορούμε, π. χ. να κτίζουμε οι ίδιοι τα σπίτια μας, γι αυτό καταφεύγουμε σε εκείνους που έχουν την τέχνη αυτή. Για να κτισθεί μάλιστα ένα σπίτι χρειάζεται η συνεργασία πολλών ειδικοτήτων. Αυτό το παράδειγμα μπορεί να επεκταθεί όχι μόνο για τα υλικά αγαθά αλλά περιλαμβάνει και όλα τα πνευματικά. Το τρίτο σημαντικό σημείο είναι ότι δεν ζητούμε για τον εαυτό μας ως άτομα τον επιούσιο άρτο, αλλά τον κοινό για όλους άρτο.

Καλώ τώρα με τα δεδομένα αυτά να αναλογισθούμε τη στιγμή που όλη η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί αυτό το αίτημα προς τον Θεό, ποιες διαφοροποιήσεις μπορεί να λαμβάνει, π. χ. μέσα σε μια ευημερούσα κοινωνία με πλουσιοπάροχα αγαθά, σε αντίθεση με μια τριτοκοσμική χώρα που δεν έχουν τον καθημερινό άρτο, δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό, δεν έχουν υποτυπώδη κατοικία και παιδιά πεθαίνουν καθημερινώς από την πείνα. Εξ άλλου, όταν λέμε, «τον άρτον ημών τον επιούσιον», μήπως εννοούμε τα αγαθά μόνο για τον εαυτό μας ή και για όλους τους άλλους; Τουλάχιστον, η προσευχή εννοεί όλους και όχι μόνο εμάς ατομικά. Θα προχωρούσα, υποβάλλοντας το ερώτημα, ποια έννοια λαμβάνει για την Κύπρο το αίτημα αυτό όταν προσφεύγει στους Ευρωπαίους εταίρους και ζητά την αλληλεγγύη τους; Ή ακόμα, τι σημαίνει για τον κάθε Κύπριο, ο οποίος στερείται τα αναγκαία αγαθά; Να προχωρήσω ακόμα το συλλογισμό μου και να ρωτήσω επιπρόσθετα: Αν το Eurogroup και γενικότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στο λεγόμενο γεύμα εργασίας που είχαν πριν λάβουν αποφάσεις έλεγαν την Κυριακή προσευχή, τότε ποιες διαστάσεις θα λάμβανε για τις αποφάσεις τους αν θα δώσουν και με ποιες προϋποθέσεις θα δώσουν βοήθεια είτε στην Κύπρο, είτε στην Ελλάδα, είτε σε κάποια άλλη χώρα.

Είναι προφανές ότι σε πολλές περιπτώσεις η χρήση αυτού του αιτήματος της Κυριακής προσευχής αποτελεί καθαρή υποκρισία και θα έπρεπε, π. χ. πολλοί από αυτούς που αναφέρθηκαν, πολλές χώρες ή και τα άτομα που έχουν αφθονία υλικών αγαθών και καθιστούν άλλες χώρες εξαρτήματά τους, να το αφαιρέσουν από την προσευχή τους, γιατί ούτε το εννοούν, ούτε θέλουν να το εφαρμόσουν με όλες τις συνέπειες του και μαζί με το αίτημα αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί κι το αμέσως επόμενο για την άφεση των πταισμάτων, γιατί το ένα είναι συνέπεια του άλλου. Όμως, εάν γίνει αυτό, ακυρώνεται το σύνολο της Κυριακής Προσευχής και όλες οι πνευματικές και ηθικές αξίες του Ευαγγελίου.

Αυτά δεν τα λέγω για να γίνω αρεστός σε σας, ή και να προκαλέσω εντύπωση επειδή ασκώ κριτική στους Ευρωπαίους ένεκα της όντως άδικης συμπεριφοράς τους απέναντι στην Κύπρο, γιατί και εμείς, όταν λέγαμε και αν λέγαμε την προσευχή αυτή και όταν συνεχίζουμε να ζητούμε από τον Θεό τον επιούσιο άρτο, δεν εννοούμε το ψωμί πους μας λείπει. Είχαμε, δόξα τω Θεώ, και συνεχίζουμε για την ώρα να έχουμε αφθονία αγαθών και δεν συμβαίνει αυτό που πολλοί προπαγανδίζουν σε περιηγητές ότι, αν έλθουν στην Κύπρο δεν θα έχουν να φάνε. Άρα, εκείνο που θέλουμε είναι να έχουμε καύσιμα για τα πολλά αυτοκίνητά μας, να έχουμε άφθονο και εύκολο χρήμα για να κάνουμε μια ζωή γεμάτη με ανέσεις, να έχουμε μια πλούσια και άνετη κατοικία, να έχουμε πολλά χρήματα για να αγοράζουμε όλα όσα θέλουμε κ.λπ. Κάπου στηρίξαμε την ασφάλεια της ζωής μας στην αφθονία των υλικών αγαθών και του πλούτου, όπως ο πλούσιος της παραβολής που είπε στον εαυτό του: «ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά∙ αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου» (Λκ. 12:19). Στην ουσία, λέγοντας το αίτημα αυτό της προσευχής, δεν πιστεύουμε ότι αυτά που έχουμε, είτε υλικά είτε πνευματικά, τα λαμβάνουμε από τον Θεό, αλλά, όπως ο άφρονας πλούσιος της Παραβολής, έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα ότι είμαστε αυτάρκεις, τόσο απέναντι στο Θεό, όσο και απέναντι στο συνάνθρωπό μας και αυτά που έχουμε, κατά τη δική μας εκτίμηση, τα έχουμε αποκτήσει με τον ιδρώτα του προσώπου μας χωρίς τον Θεό και χωρίς τη συμβολή των συνανθρώπων μας.

Ο Χριστός, διδάσκοντας την προσευχή αυτή, μας λέγει μία μεγάλη πραγματικότητα: ποτέ δεν είμαστε αυτάρκεις, αλλά έχουμε ανάγκη τόσο τη βοήθεια του Θεού, όσο και τη βοήθεια των συνανθρώπων μας.
Τα τρία πρώτα αιτήματα της Κυριακής προσευχής κάνουν αναφορά στον αγιασμό του ονόματος του Θεού, στην εφαρμογή του θελήματος του Θεού και στην εγκαθίδρυση και επί της γης της ουράνιας βασιλείας του Θεού. Εξ άλλου, συνδεδεμένο με το αίτημα για τον επιούσιο άρτο είναι και αυτό του αιτήματος της αφέσεως των αμαρτιών μας, όπως και εμείς συγχωρούμε αυτούς που μας έβλαψαν. Εμείς θεωρούμε δεδομένο ότι στο αίτημα της Κυριακής προσευχής για τον επιούσιο άρτο εννοούνται μόνο τα υλικά αγαθά που έχουμε ανάγκη για τη φυσική μας επιβίωση. Το ερώτημα είναι τι εννοούσε ο Χριστός και ποιο άρτο μας προσφέρει ο Θεός; Είναι όπως το μάννα στους Ισραηλίτες στην έρημο; Είναι όπως το ψωμί που πολλαπλασίασε ο Χριστός για να θρέψει πέντε χιλιάδες ανθρώπους; Είναι τα αγαθά που διαμοιράζουμε σε όσους έχουν ανάγκη σήμερα; Είναι το ρύζι των λαών εκείνων που έχουν ως μόνο αγαθό για τη φυσική τους επιβίωση; Ο ίδιος Χριστός μας απάντησε λέγοντας: «Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω, η σαρξ μου εστίν, ήν εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής» (Ιω. 6:51). Άλλωστε, «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού» (Μτ. 4:4). Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με βάση τα δεδομένα αυτά ερμηνεύουν το αίτημα αυτό της Κυριακής Προσευχής ως αναφερόμενο όχι μόνο στα αναγκαία της ζωής μας υλικά αγαθά αλλά και στον ευχαριστιακό άρτο. Έτσι, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει.

«Το ψωμί αυτό αποτελεί την απαρχή του μελλοντικού του εσχατολογικού άρτου, ο οποίος είναι ο επιούσιος. Το «επιούσιος» σημαίνει είτε τον μελλοντικό, δηλαδή τον άρτο του μέλλοντος αιώνος, είτε τον άρτο που τρώμε για τη συντήρηση της ζωής μας. Αλλά, είτε με τη μία έννοια είτε με την άλλη, θα πρέπει να κατανοηθεί ως το σώμα του Κυρίου. Η σάρκα του Κυρίου είναι πνεύμα που προσφέρει ζωή, δεδομένου ότι συνελήφθη εκ του ζωοποιού Πνεύματος. ‘Αυτό που γεννάται από το Πνεύμα είναι το ίδιο Πνεύμα’. Λέγοντας αυτό, δεν καταργώ τη φύση του ανθρωπίνου Του σώματος, αλλά στόχο έχω να φανερώσω τη ζωοποιό και θεία δύναμή του»(1) .

Μέσα από την ερμηνευτική προσέγγιση του Ιωάννη Δαμασκηνού, ο οποίος συνοψίζει τους προ αυτού Πατέρες, ο επιούσιος άρτος σημαίνει τρία πράγματα: τον υλικό άρτο, τον άρτο της ευχαριστίας και τον εσχατολογικό άρτο, τον άρτο της βασιλείας του Θεού. Βεβαίως, οι δύο τελευταίες μορφές άρτου είναι ταυτόσημες, γιατί ο ευχαριστιακός άρτος είναι πρόγευση «του μέλλοντος άρτου». Αλλά κι ο καθημερινός άρτος που, είτε εμείς απολαμβάνουμε είτε τον προσφέρουμε σε όσους τον έχουν ανάγκη, καθίσταται και εκείνος σώμα Χριστού, γιατί η πράξη αγάπης μας συνδέει με τον Θεό. Έτσι, ο επιούσιος άρτος, αφ’ ενός μεν συντηρεί τη βιολογική μας ζωή και ύπαρξη, αφ’ ετέρου δε μας προσφέρει και την αιώνια ζωή.

Σε όλες του τις μορφές, είτε είναι ο άρτος με τον οποίο καλύπτονται οι βιολογικές ανάγκες του ανθρώπου για την τροφή, είτε ο ευχαριστιακός και ο εσχατολογικός, έχουν μία κοινή συνισταμένη: είναι άρτος κοινωνίας. Γι αυτό η αίτηση είναι στον πληθυντικό, τον άρτον ημών τον επιούσιον». Ποτέ ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι μόνος, αλλά σε κοινωνία είτε με τον Θεό είτε με τους συνανθρώπους του. Είναι άρτος κοινωνίας και αμοιβαιότητας και για το λόγο αυτό, για να γίνει ο δίκαιος καταμερισμός όλων των υλικών αγαθών, το μοίρασμα του άρτου από όλους και σε όλους, πρέπει να υπάρχει και ως προϋπόθεση η αμοιβαία συγχώρηση και κοινωνία.

Θα πρέπει να θυμηθούμε τους λόγους της έσχατης κρίσεως του Κριτή, αφ’ ενός μεν προς τους δίκαιους, αφ’ ετέρου δε προς τους άδικους: «Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ήσθένησα, και επεσκεψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με» (Μτ. 25:35-36), ακριβώς δε το αντίθετο προς εκείνους που αγνόησαν αυτή τη σημαντική πτυχή της χριστιανικής έκφρασης αγάπης, που καθιστά τους ανθρώπους αδελφούς του Θεού.

Ο άγιος Δωρόθεος, με πολύ παραστατικό τρόπο, περιγράφει τη σχέση μας με τον Θεό και με τους συνανθρώπους μας.

«Υποθέστε, λέγει, ότι ένας κύκλος είναι εικόνα της γης, όπως π.χ. χαράσσουμε με το διαβήτη που τοποθετείται στο κέντρο ένα κύκλο. Κέντρο ονομάζεται ειδικά το μέσον ακριβώς του κύκλου. Προσέξετε το παράδειγμα. Θεωρείστε ότι ο κύκλος αυτός αναπαριστά τον κόσμο. Το κέντρο του κύκλου είναι ο Θεός, ενώ οι ακτίνες που ξεκινούν από την περιφέρεια του κύκλου προς το κέντρο του είναι οι δρόμοι, δηλαδή ο τρόπος ζωής των ανθρώπων. Όταν, λοιπόν, οι Άγιοι εισέρχονται στον κύκλο και ποθούν να πλησιάσουν τον Θεό, αναλόγως της προσπάθειας τους, γίνονται οι πλησίον του Θεού και μεταξύ τους. Επομένως, όσο περισσότερο πλησιάζουν στον Θεό, τόσο περισσότερο πλησιάζουν και ο ένας τον άλλο, και όσο πλησιάζουν ο ένας τον άλλο, τόσο περισσότερο πλησιάζουν και προς τον Θεό. Με την ίδια συλλογιστική μπορείτε να κατανοήσετε και την απομάκρυνση. Όταν, δηλαδή απομακρύνουν τους εαυτούς τους από τον Θεό και στρέφονται από το κέντρο του κύκλου προς τα έξω, είναι προφανές ότι εξέρχονται από τον κύκλο και απομακρύνουν τους εαυτούς τους από τον Θεό. Έτσι, όμως, απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο και όσο απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο, τόσο απομακρύνονται και από τον Θεό»(2) .

Σε διάφορες φάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας δημιουργήθηκαν εντάσεις και προκλήθηκαν συγκρούσεις για ποικίλους λόγους, είτε για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, είτε για τον έλεγχο στρατηγικών σημείων. Σήμερα, η οικονομική κρίση, που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εργασίας για πολλούς, την απώλεια της περιουσίας τους, της κατοικίας τους κ.λπ., η έλλειψη των καθημερινών αγαθών κινδυνεύει να προκαλέσει κοινωνικές αναταραχές με απρόβλεπτες συνέπειες, είτε σε προσωπικό επίπεδο, είτε σε εθνικό είτε σε πανευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο.

Συνεπώς, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η υποκρισία του απρόσωπου μεν οικονομικού συστήματος, που όμως προσωποποιείται στα άτομα που το θέτουν σε λειτουργία και εφαρμογή, για να μη λειτουργεί εις βάρος των αδύναμων πολιτών του κόσμου, να ζητήσει συγγνώμη για το μεγάλο κοινωνικό αμάρτημα του, γιατί φέρει ακέραιη την ευθύνη για την οικονομική κρίση που έχει προκαλέσει, τη δυστυχία στην οποία έχει οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπους, την απόγνωση, την οργή και την αγανάκτηση, τις κοινωνικές αναταραχές που προκάλεσε με απρόβλεπτες συνέπειες και με θλιβερά συμπτώματα π. χ. αυτοκτονίες, και να εργασθεί για τη δίκαιη κατανομή των αγαθών σε όλους. Ο άρτος είναι κοινός.

Για την Εκκλησία, η προσευχή, «τον αρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον», αποτελεί πρόγραμμα της αποστολής της στον κόσμο, όπως αποστολή της είναι και η άφεση των αμαρτιών κατά την εντολή του αναστάντος Ιησού Χριστού: «αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς∙ αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20:23). Είναι οι δύο πόλοι της αποστολής της, ο κοινωνικός και ο σωτηριολογικός. Μέσα σε ένα περιβάλλον που οδηγεί στην απελπισία, η Εκκλησία καλείται να προσφέρει την ελπίδα με τον πλούτο των αγαθών που προσφέρει ο Θεός.

[1] Οὗτος ὁ ἄρτος ἐστὶν ἡ ἀπαρχὴ τοῦ μέλλοντος ἄρτου, ὅς ἐστιν ὁ ἐπιούσιος· τὸ γὰρ «ἐπιούσιον» δηλοῖ ἢ τὸν μέλλοντα, τουτέστιν τὸν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἢ τὸν πρὸς συντήρησιν τῆς οὐσίας ἡμῶν λαμβανόμενον. Εἴτε οὖν οὕτως, εἴτε οὕτως, τὸ τοῦ κυρίου σῶμα προσφυῶς λεχθήσεται· πνεῦμα γὰρ ζωοποιοῦν ἐστιν ἡ σὰρξ τοῦ κυρίου, διότι ἐκ τοῦ ζωοποιοῦ πνεύματος συνελήφθη· «τὸ γὰρ γεγεννημένον ἐκ τοῦ πνεύματος πνεῦμά ἐστι». Τοῦτο δὲ λέγω οὐκ ἀναιρῶν τὴν τοῦ σώματος φύσιν, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸν καὶ θεῖον τούτου δηλῶσαι βουλόμενος. (Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 86, 155-162. B. KOTTER 12, σελ. 179).

[2] Ὑπόθεσθέ μοι κύκλον εἶναι ἐν τῇ γῇ· οἷον, χάραγμά τί ποτε στρογγύλον ἀπὸ διαβήτου καὶ κέντρου. Κέντρον λέγεται αὐτὸ ἰδικῶς τὸ μεσώτατον τοῦ κύκλου ἕως τοῦ κέντρου. Θέτε τὸν νοῦν ὑμῶν εἰς τὸ λεγόμενον. Τοῦτον τὸν κύκλον νομίσατέ μοι εἶναι τὸν κόσμον, αὐτὸ δὲ τὸ μέσον τοῦ κύκλου τὸν Θεόν, τὰς δὲ εὐθείας τὰς ἀπὸ τοῦ κύκλου ἐπὶ τὸ μέσον τὰς ὁδοὺς ἤτοι τὰς πολιτείας τῶν ἀνθρώπων. Ἐφ’ ὅσον οὖν εἰσέρχονται οἱ ἅγιοι ἐπὶ τὰ ἔσω ἐπιποθοῦντες ἐγγίσαι τῷ Θεῷ κατὰ ἀναλογίαν τῆς εἰσόδου, πλησίον γίνονται τοῦ Θεοῦ καὶ ἀλλήλων· καὶ ὅσον πλησιάζουσι τῷ Θεῷ, πλησιάζουσιν ἀλλήλοις, καὶ ὅσον πλησιάζουσιν ἀλλήλοις, πλησιάζουσι τῷ Θεῷ. Ὁμοίως νοήσατε καὶ τὸν χωρισμόν. Ὅταν γὰρ ἀφιστῶσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποστρέφωσιν ἐπὶ τὰ ἔξω, δῆλόν ἐστιν ὅτι ὅσον ἐξέρχονται καὶ μακρύνουσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, τοσοῦτον μακρύνονται ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ὅσον μακρύνονται ἀπ’ ἀλλήλων, τοσοῦτον μακρύνονται καὶ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. [Του οσίου πατρός ημών Δωροθέου. Διδασκαλίαι διάφοροι προς τους εαυτού μαθητάς].