Χειροτονητήριος λόγος εις πρεσβύτερον – π. Αυγουστίνος (12-2-2012)

1005 Original

Χειροτονητήριος λόγος εις πρεσβύτερον
Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Γεωργίου Παραλιμνίου
12 Φεβρουαρίου 2012
Κυριακή του Ασώτου

Πανιερώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβαστοί μου Πατέρες,
Αγαπητοί μου Αδελφοί,

Συνήθως σε ένα χειροτονητήριο λόγο ακολουθείται ένας τύπος, σύμφωνα με τον οποίο από τη μια πλευρά πρέπει κανείς, να εξάρει το ύψος και τις ευθύνες της ιερατικής αποστολής και από την άλλη, να ευχαριστήσει όλα εκείνα τα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή του. Να μου επιτρέψετε να μην ακολουθήσω αυτόν τον τύπο.

Για μεν την Ιερωσύνη υπάρχουν οι λόγοι των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, μπροστά στους οποίους υποχωρεί κάθε δικός μου ευτελής λόγος. Αρκεί μόνον να αναφέρω τον λόγο του Ιερού Χρυσοστόμου, για να κατανοήσω την φοβερή ευθύνη που αναλαμβάνω σήμερα: «η γαρ Ιερωσύνη τελείται μεν επί της γης, τάξιν δε επουρανίων έχει πραγμάτων».

Για δε τα πρόσωπα που σημαδεύουν τη ζωή μου, τους γονείς, τα αδέλφια, τους Πνευματικούς Πατέρες, τους συγγενείς, τους φίλους και όλους τους αγαπητούς μου συνανθρώπους, που δεν είδαν από εμένα καμία ωφέλεια και όμως τόσο με αγαπούν και σε αυτή τη μεγάλη στιγμή της ζωής μου έσπευσαν να μου προσφέρουν τα δώρα της αγάπης τους, οι ευχαριστίες μου, η αγάπη μου και η μνημόνευσή τους στην Αγία και Ιερά Πρόθεση είναι το καλύτερο αντίδωρο που μπορώ να τους προσφέρω.

Θέλω απλά την ώρα αυτή να αναφερθώ με λίγα λόγια στο διάστημα αυτό της εν Χριστώ Διακονίας μου πλησίον σας, Πανιερώτατε.

Όταν λίγο πριν την χειροτονία μου σε Διάκονο σας επισκέφθηκα στο γραφείο σας στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, ως Χωρεπίσκοπο Τριμυθούντος ακόμη, μου είχατε πει μεταξύ των άλλων πατρικών συμβουλών και νουθεσιών σας και ένα λόγο, τον οποίο έκτοτε διατηρώ μέσα μου και τον έχω ως πυξίδα στη ζωή μου. Μου είχατε πει ότι «εμείς οι κληρικοί και κατεξοχήν οι άγαμοι κληρικοί πρέπει, να προσπαθούμε στη ζωή μας, να ανακαλύψουμε και να δούμε το αόρατο χέρι του Θεού, που μας δείχνει ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε».   Αυτή τη διάσταση έδωσα στην κλήση σας, να έλθω και να διακονήσω πλησίον σας, στην πρώτη γραμμή της Εκκλησίας μας. Στη δική σας φωνή άκουσα τη φωνή του ιδίου του Θεού να με καλεί, όπως άλλοτε τον δίκαιο Αβραάμ: «Έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και εκ του οίκου του πατρός σου, και δεύρο εις γην, ην αν σοι δείξω» (Γεν. 12,1). 

Ομολογώ ότι στην αρχή δίστασα, γιατί το να βρίσκεται κανείς δίπλα στον Επίσκοπό του, είναι έργο υψηλό και πολυεύθυνο. Απαιτείται σοβαρότητα, εργατικότητα, γνώσεις, αρετές και χαρίσματα, τα οποία ποτέ μου δεν πίστεψα, ότι διαθέτω. Ήλθα όμως κοντά σας Πανιερώτατε με πάσαν ειλικρίνεια, με αφοσίωση πραγματική, χωρίς δόλο, ή σκοπιμότητα με την αγάπη και τον σεβασμό που αρμόζει στον υιό προς τον πατέρα του. Ήλθα κοντά σας με μία σκέψη και μία μοναδική φιλοδοξία, να αναπαύσω τον Επίσκοπό μου, τον Πατέρα και Ποιμένα μου. Να του προσφέρω τον εαυτό μου και να φανώ σε κάτι χρήσιμος. Να ελαφρύνω έστω και λίγο το βαρύ σταυρό της Επισκοπικής του διακονίας. Ξέρω ότι δεν κατάφερα πολλά πράγματα. Πολλές φορές βλέπω και πάλιν το αόρατο χέρι του Θεού, να γράφει στον τοίχο της ψυχής μου, ότι έγραψε άλλοτε στον τοίχο του βασιλιά της Βαβυλώνας Βαλτάσαρ: «Μανή, Θεκέλ, Φάρες», μετρήθηκες, ζυγίστηκες και βρέθηκες ελλιπής! Βρέθηκα ελλιπής στην πίστη μου. Βρέθηκα ελλιπής στη διακονία μου. Βρέθηκα ελλιπής στα καθήκοντά μου. Βρέθηκα ελλιπής απέναντι στη δική σας αγάπη και εμπιστοσύνη, Πανιερώτατε!

Από την πρώτη στιγμή της διακονίας μου κοντά σας, συνάντησα έναν Επίσκοπο, όπως τον περιγράφει ο Απόστολος Παύλος: «Δει γαρ τον επίσκοπον ανέγκλητον είναι, ως Θεού οικονόμον: μη αυθάδη, μη οργίλον, μη πάροινον, μη πλήκτην, μη αισχροκερδῆ, αλλά φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, όσιον, εγκρατή, αντεχόμενον του κατά την διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός η και παρακαλείν εν τη διδασκαλία τη υγιαινούση, και τους αντιλέγοντας ελέγχειν» (Τιτ.1,7-9). Συνάντησα έναν Επίσκοπο που ίσταται «εις τόπον και τύπον» του Ιησού Χριστού. Συνάντησα έναν Επίσκοπο που αγωνιά για το ποίμνιό του και μεριμνά με κόπους και ιδρώτες για την ανύψωση του πνευματικού, βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου του. Συνάντησα έναν Επίσκοπο που κατέχει την θύραθεν και την θεία παιδεία. Συνάντησα έναν Επίσκοπο που βαδίζει την οδό του μαρτυρίου. Στην Επισκοπική σας διακονία ψηλάφισα τα στίγματα του Πάθους του Ιησού Χριστού. Σας είδα στην αγωνία της Γεθσημανής, στην προδοσία, στην φραγγέλλωση, στην πορεία προς τον Γολγοθά, στους εμπτυσμούς, στην σταύρωση, όταν προέκυπταν οι δοκιμασίες, οι δυσκολίες και οι αντίθετοι άνεμοι στο έργο σας. Σας είδα όμως και στην χαρά της Αναστάσεως, όταν πνευματικά γεγονότα της Μητροπόλεώς μας, όπως το περατωθέν Αγιολογικό Συνέδριο, δημιουργούσαν ευφροσύνη στην Επισκοπική σας καρδιά.

Μέσα σε αυτή την πορεία προσπάθησα να βρω και εγώ τη δική μου θέση και να διδαχθώ από τα πολλαπλά χαρίσματα και τη σοφία σας. Κοντά σας έμαθα, ότι ως κληρικός πρέπει να διακρίνομαι για τη σοβαρότητα, την προσήνεια, την εργατικότητα, τη μελέτη, τη θεολογική κατάρτιση. Κοντά σας έμαθα, να δέχομαι τον καθένα, με τα καλά και τα κακά του και να επιδεικνύω υπομονή και ανοχή. Κοντά σας έμαθα, ότι πρέπει να αποφεύγω τον υποκριτικό ηθικισμό, τη στείρα τυπολατρία, «το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος» και να εισέρχομαι στα βαθύτερα της ορθοδόξου θεολογίας και πνευματικότητας. Κοντά σας έμαθα, ότι πρέπει να αναπαύω και να ξεκουράζω τον κάθε πονεμένο άνθρωπο που έρχεται κοντά μου. Γνωρίζω ότι και σε αυτά όλα υπήρξα ελλιπής! Εσείς πάντοτε θέτετε υψηλούς στόχους για μένα, αλλά όμως εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να αντιληφθώ το όραμά σας, ούτε να ανέλθω στο ύψος των δικών σας προσδοκιών. Μάλιστα πολλές φορές από τη θέση του συγκυρηναίου που έπρεπε να κατέχω, έλαβα τη θέση των σταυρωτών σας και έκανα περισσότερο επώδυνο το Επισκοπικό σας μαρτύριο. Παρακαλώ να μου συγχωρέσετε όλα τα λάθη, τις αστοχίες και παραλήψεις μου και να συνεχίσετε να με στηρίζετε και να με καθοδηγείτε στην πορεία μου μέσα στην Εκκλησία μας. Ένα ευχαριστώ είναι πολύ λίγο απέναντι στη δική σας αγάπη και μέριμνα για μένα. Θέλω απλά να ξέρετε, ότι για μένα σήμερα δεν τελειώνει η διακονία μου κοντά σας, αλλά λαμβάνει μιαν ευρύτερη διάσταση. Θα παραμείνω πιστός διάκονός σας! Θα βρίσκομαι κοντά σας με την ίδια και περισσότερη ακόμη αφοσίωση, υπακοή, αγάπη και προθυμία. Παρακαλώ και εσείς μην παύσετε να δείχνετε ανοχή απέναντί μου και να με αγκαλιάζετε με την πατρική σας αγάπη. Αυτό θα είναι η μόνη μου παρηγορία και η κινητήριος δύναμη στο έργο της ιερατικής μου διακονίας. Ευχηθείτε λοιπόν Πανιερώτατε, να με αναδείξει ο Κύριος δόκιμο εργάτη του αμπελώνα Του.

Στο σημείο αυτό και παρά το γεγονός, ότι στην αρχή του λόγου μου είπα, ότι δεν θα αναφερθώ σε πρόσωπα, να μου επιτρέψετε να κάνω μίαν εξαίρεση και να αναφερθώ σε ένα πρόσωπο που για μένα σημαίνει πάρα πολλά. Ένα πρόσωπο με το οποίο δεν με συνδέουν δεσμοί αίματος, αλλά με συνδέουν δεσμοί πνευματικοί, ιεροί και ακατάλυτοι. Θέλω την ώρα αυτή να μνημονεύσω τον αλησμόνητο σε όλους μας και πολυφίλητό μου π.Ευέλθοντα Χαραλάμπους, ο οποίος «κρίμασιν οις οίδε Κύριος» αναχώρησε πολύ πρόωρα από τον μάταιο αυτό κόσμο και έσπευσε να ενταχθεί στις τάξεις των λειτουργών του Ουρανίου Θυσιαστηρίου.

Ο π. Ευέλθων εκτός από πατέρας πραγματικός και φίλος καρδιακός, υπήρξε για μένα η πηγή της έμπνευσής μου και το πρότυπό μου, ώστε να γίνω και εγώ κληρικός. Είναι ο άνθρωπος που με εισήγαγε και με καθοδήγησε στο δρόμο της ιερωσύνης. Κοντά του έμαθα το ιερατικώς ζην και διδάχθηκα την αληθινή ευσέβεια, αλλά και το ήθος που πρέπει να χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο κληρικό. Θεωρώ μεγίστη την ευλογία του Θεού στη ζωή μου, το ότι συνδέθηκα μαζί του και έλκω από αυτόν τις πνευματικές μου καταβολές. Τον ευχαριστώ για όλα και παρακαλώ να με συγχωρέσει για όσες θλίψεις του προξένησα. Αυτή τη σπουδαία για μένα ώρα, στερούμαι της σωματικής του παρουσίας, γεγονός που αιμάσσει την καρδία μου. Όμως είμαι βέβαιος πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η ευλογημένη του ψυχή αυτή τη στιγμή βρίσκεται εδώ κοντά μου, υπερίπταται της Αγίας Τραπέζης και σκιρτά από χαρά και αγαλλίαση, γιατί ποθούσε να ζήσει και να δει το γεγονός αυτό. Νιώθω την ώρα αυτή το δικό του χέρι να με κρατά και ακούω τη δική του κατανυκτική φωνή, να με κελεύει και να με προσφέρει στο Ιερό Θυσιαστήριο! Ο Θεός μου στέρησε αυτή τη χαρά! Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένο!

Πολυφίλητέ μου π. Ευέλθων, καθώς βρίσκεσαι πλέον κατενώπιον της Δόξης του Θεού, σε παρακαλώ να προσεύχεσαι για μένα, να δέεσαι στο Υπερουράνιο Θυσιαστήριο, να με αξιώσει ο Θεός, όπως εσύ το έπραξες σε απόλυτο βαθμό, έτσι και εγώ να τιμήσω, έστω στο ελάχιστο την ιδιότητα του ορθοδόξου κληρικού. Από τη στιγμή αυτή της χειροτονίας μου σε Πρεσβύτερο, με πολλή πόθο θα αναμένω την ώρα, που θα καλέσει και εμένα ο Θεός, να φύγω από τον μάταιο αυτό κόσμο, για να συναντηθούμε ξανά και να συλλειτουργήσουμε και πάλιν, όχι πια στο Επίγειο, αλλά στο Υπερουράνιο πλέον Θυσιαστήριο, εκεί όπου όλοι οι κληρικοί επιθυμούμε να συνεχίσουμε τη λειτουργία μας. Με αυτή την ελπίδα και τη νοσταλγία και μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα, θα συναντόμαστε στην Ιερά Πρόθεση, στη Θεία Λειτουργία και στις Ιερές Ακολουθίες, στις οποίες πάντοτε θα μνημονεύω του ονόματός σου. Ας είναι αιωνία και αγία η μνήμη σου! Να έχουμε την ευχή σου!
Και νυν, Δέσποτα Άγιε, ελήλυθεν η ώρα! Μη έχοντας τι άλλο να πω, υπακούοντας και πάλιν στο θέλημα του Θεού, κλίνω τον αυχένα και ως άλλος Σαμουήλ αναφωνώ: «Λάλει Κύριε, ότι ακούει ο δούλος Σου» (Βασ. Α΄3,9). Αμήν!       

π. Αυγουστίνος Κκαράς