Ο Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δαμασκηνός και οι πνευματικές μου καταβολές

%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%af%cf%84%ce%b7%cf%82 %ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b5%cf%89%cf%82 %ce%b4%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%ba%ce%b7

Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Ἀμμοχώστου Βασιλείου

Ἄν κάποιος γνωρίσει τόν νῦν Μητροπολίτη Ἀδριανουπόλεως Δαμασκηνό[1], ἀπό τήν πρώτη στιγμή εἶναι πεπεισμένος ὅτι πρόκειται γιά μία ἐξέχουσα πολυτάλαντη ἐκκλησιαστική προσωπικότητα, ἄνθρωπο μέ εὐρεῖς ὁρίζοντες καί πλούσιους ὁραματισμούς, πού μέ ὀξυδέρκεια μπορεῖ νά ἀναγινώσκει «τά σημεῖα τῶν καιρῶν», κατά τήν εὐαγγελική ρήση, καί νά καθορίζει ἔτσι τούς στόχους καί τίς ἐνέργειές του, ἔχοντας ἐπίσης τήν ἰσχυρή και ἀμετακίνητη βούληση νά φέρει εἰς πέρας τήν πανορθόδοξη ἐκκλησιαστική ἀποστολή του. Εἶναι, ὅμως, πέραν τούτων, ἀνθρώπινος στίς διαπροσωπικές του σχέσεις. Καί τοῦτο ἀποτελεῖ ἴσως τό μυστικό τῆς ἐπιτυχίας τῆς μέχρι πρό τινος σημαντικότατης ἐκκλησιαστικῆς του διακονίας καί προσφορᾶς, εἴτε εὐρύτερα ὡς Ἱεράρχη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου μέ τίς πολλές πανορθόδοξες, διαχριστιανικές καί διαθρησκειακές εὐθύνες πού ἡ Μητέρα Ἐκκλησία τοῦ ἀνέθεσε, εἴτε συγκεκριμένα ὡς Ποιμενάρχη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἑλβετίας.

Μέσα στό πλούσιο συγγραφικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ ἀντανακλᾶται ἡ προσωπικότητα καί οἱ ἀναζητήσεις του γιά ὅλα τά ἀναφερθέντα ζητήματα. Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός εἶναι βαθύς γνώστης τῆς προβληματικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἕνεκα τούτου, τό συγγραφικό του ἔργο συνεχίζει νά ἀποτελεῖ πηγή ἀναφορᾶς καί ἔμπνευσης γιά τά θέματα μέ τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἀσχολήθηκε, ζητήματα πού συνεχίζουν νά εὑρίσκονται στήν ἡμερήσια διάταξη τῆς ζωῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί χρήζουν ἀντιμετωπίσεως μέ πνεῦμα ἀγάπης καί ἀμοιβαίου σεβασμοῦ, ἐντός τῆς παραδόσεως καί τῶν κανονικῶν πλαισίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πολλές φορές δέχθηκε κριτική καί, εἶμαι βέβαιος, ὅτι αἰσθάνθηκε τήν πικρία ἀπό τή συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων – ἴδιο τῶν μεγάλων ἀνδρῶν – ἀλλά ἡ βαθιά του πίστη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ τοῦ πρόσφερε διεξόδους καί λύσεις, ἐνῶ ὁ ἴδιος παραμένει πιστός στή φιλία πολλῶν χρόνων, ἀρκεῖ ὁ ἄλλος νά εἶναι εἰλικρινής ἀπέναντί του. Ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους εὔχομαι νά εἶχε τή χαρά τῆς φιλίας καί τῆς ἐκτιμήσεως, κυρίως ὅμως εὔχομαι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ νά εἶναι ἡ παράκλησή του. Ἡ κατάθεσή μου γιά τό Μητροπολίτη Ἀδριανουπόλεως Δαμασκηνό θά λάβει συναισθηματικό προσωπικό χαρακτήρα, ὡς στενός συνεργάτης του σέ μία περίοδο σημαντική, κατά τήν ἄποψή μου, γιά τήν προσφορά του στήν Ἐκκλησία. Θά περιορισθῶ, ὅμως, στούς τομεῖς ἐκείνους πού εἶχα ἄμεση συνεργασία μαζί του.

 1.       Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός, ὡς Ποιμενάρχης τῆς Ἱερᾶς  Μητροπόλεως Ἑλβετίας.

Ἀνυποψίαστος γιά τό ποιές διαστάσεις θά λάμβαναν οἱ πνευματικές σχέσεις μου μέ τόν τότε Μητροπολίτη Τρανουπόλεως καί μετέπειτα Ἑλβετίας Δαμασκηνό, εἶχα λάβει μέρος, ὡς Διάκονος, στή θεία Λειτουργία πού τελοῦσε στό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, τό 1978, Λειτουργία πού μεταδιδόταν ἀπό τά τηλεοπτικά δίκτυα τῆς Ἑλβετίας. Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ ἀποστολή μου καί θά ἐπέστρεφα στήν Ἑλλάδα γιά ἀποπεράτωση τῶν θεολογικῶν μου σπουδῶν στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μέ ρώτησε τί σκοπεύω νά κάνω στό μέλλον. Τόν πληροφόρησα ὅτι προετοιμαζόμουν νά πάω στό Λονδῖνο γιά περαιτέρω σπουδές. Τότε μου πρότεινε νά δεχθῶ ὑποτροφία γιά τό Πανεπιστήμιο τοῦ Fribourg τῆς Ἑλβετίας, ἡ ὁποία παραχωρεῖτο ἀπό τόν Ὀργανισμό Una Sancta. Γιά μένα ἡ πρόταση ἀποτελοῦσε ἔκπληξη, ἐπειδή μέ γνώριζε γιά πρώτη φορά, ὅμως ἔκρινα πώς ἦταν εὐλογία Θεοῦ καί ἀποδέχθηκα τήν πρότασή του. Τό περιστατικό ξετυλίγεται μπροστά μου καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῶν ἑπόμενων ἐτῶν, γιατί φανερώνει τόν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφερόταν γιά τή μόρφωση καί προώθηση τῶν νέων μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐνισχύοντάς τους, ἔτσι, ὥστε νά ἀποκτήσουν τή μόρφωση καί τήν ἐμπειρία, μέ στόχο νά ἀνταποκριθοῦν στίς αὐξημένες ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας, κυρίως ὅμως στό ρόλο τόν ὁποῖο καλεῖται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά διαδραματίσει, πρῶτον, στό διάλογό της μέ τήν κοινωνία καί τήν ἐκπλήρωση τῆς εὐαγγελικῆς ἀποστολῆς της στόν κόσμο, δεύτερον, στήν ἀντιμετώπιση τῶν ποικίλων ἐνδοορθοδόξων ζητημάτων καί, τρίτον, στό διαχριστιανικό καί διαθρησκειακό διάλογο. Σ΄ αὐτό, ἄλλωστε, τό τρίπτυχο ἀνέπτυσσε τήν ὅλη δραστηριότητά του ὡς Μητροπολίτης, τότε Τρανουπόλεως, ἀργότερα δέ ὡς πρῶτος Μητροπολίτης Ἑλβετίας (1982), Διευθυντής τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου καί Γραμματεύς τῆς Γραμματείας ἐπί τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ὁ ἴδιος καθορίζει τό πλαίσιο τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἑξῆς: «Εἶναι εὐρύτερα γνωστό ὅτι ὁ δυτικός χριστιανικός κόσμος ἀναμένει πράγματι τή μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας στά σύγχρονα προβλήματα, ἀλλά καί τό χρέος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι νά μετακενώσει καί νά προσαρμόσει τόν ἀτίμητο θησαυρό τῆς μακραίωνης πατερικῆς παραδόσεως στή συγκλίνουσα νέα προβληματική ὁλόκληρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Μόνο ἔτσι ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας θά ἀποδειχθῆ προσφορά μιᾶς σύγχρονης καί εὐρύτερα ἀποδεκτῆς ἑρμηνείας τῆς σχέσεως τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο»[2].

Ἄν μποροῦσα νά ἀξιολογήσω τήν πορεία μου μέσα στήν Ἐκκλησία, θά ἀνέφερα τρεῖς σταθμούς τῶν πνευματικῶν μου καταβολῶν: τήν περίοδο τῆς ἐγκαταβιώσεώς μου στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στήν κατεχόμενη σήμερα Κύπρο, τήν περίοδο τῶν θεολογικῶν μου σπουδῶν στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί τήν περίοδο τῆς συνεργασίας μου μέ τό Μητροπολίτη Δαμασκηνό. Ἡ παρουσία τοῦ Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ καί τό ἐνδιαφέρον του γιά τήν πρόοδο τῶν σπουδῶν μου ἦταν συνεχής καί ἀδιάπτωτη. Ἀπό τό ἔτος 1978 ἕως τό 1982 φοιτοῦσα στό Πανεπιστήμιο τῆς πόλεως τοῦ Fribourg τῆς Ἑλβετίας, παρακολουθώντας παραδόσεις Καθηγητῶν στή Θεολογική Σχολή, καθώς καί μαθήματα Κοινωνιολογίας. Ἄρχισα, συγχρόνως, καί τή συγγραφή τῆς Διδακτορικῆς μου Διατριβῆς, τήν ὁποία ὑπέβαλα, κατόπιν προτροπῆς τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ καί συνεννοήσεώς του μέ τόν τότε Καθηγητή μου καί νῦν Καρδινάλιο Βιέννης Christoph von Schönborn, στό Πανεπιστήμιο αὐτό. Εὐχαριστίες ὀφείλω καί στόν δεύτερο ἐπιβλέποντα Καθηγητή Βλάσιο Φειδᾶ γιά τίς πολύτιμες ἐπιστημονικές ὁδηγίες καί συμβουλές του κατά τή διάρκεια τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ ὑλικοῦ τῆς Διδακτορικῆς μου Διατριβῆς. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς μελέτης ὀφείλεται κατά μέγιστο λόγο στήν πατρική παρουσία τοῦ Γέροντά μου, Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἔκρυψε τά συναισθήματα ἱκανοποίησής του, ὅταν εἶδε ὁλοκληρωμένη τή μελέτη, τήν ὑποστήριξη καί βεβαίως τήν ἔκδοσή της ἀπό τόν Ἐκδοτικό Οἶκο Beaushesne[3] στο Παρίσσι.

Γιά λειτουργικούς σκοπούς, κάθε Κυριακή καί τίς περιόδους τῶν ἑορτῶν μετέβαινα ἀπό τό Fribourg στό Ὀρθόδοξο Κέντρο. Ἐπί τοῦ προκειμένου ἀνοίγεται ἕνα μεγάλο κεφάλαιο τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ γιά τή λατρευτική ἔκφραση, παράδοση καί ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσα ἀπό τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἀνεξάντλητη δυνατότητα νά μεταδώσει τό μήνυμα τῆς παραδόσεως, τῆς πνευματικότητας καί τῆς θεολογίας της στό Δυτικό κόσμο, ἀλλά καί τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο καλεῖται νά καλύψει τίς πνευματικές ἀνάγκες τῶν ἐν Διασπορᾷ διαβιούντων Ὀρθοδόξων. Πιστός γόνος τῆς ὀρθοδόξου καί πατριαρχικῆς τάξεως καί παραδόσεως, ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός ἐπέμενε στήν πιστή τήρηση τῆς τυπικῆς Διατάξεως, μέ τρόπο ὅμως πού νά ἀνταποκρίνεται στά κοινωνικά καί πολιτιστικά πλαίσια τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ὀρθοδόξων. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι στό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εὑρίσκεται ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπου καλύπτονται οἱ ἐνοριακές ἀνάγκες τῆς Ἐνορίας τῆς Γενεύης. Συγχρόνως στό παλαιό Παρεκκλήσιο τοῦ Κέντρου στεγάζεται ἡ Ρουμανική Ἐνορία τῆς Γενεύης, στή δέ Κρύπτη τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης ἡ Γαλλόφωνη καί Ἀραβόφωνη Ἐνορίες. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στόν ἴδιο χῶρο ἔχει τή δυνατότητα νά ἐκφράσει ἀφ’ ἑνός μέν τήν πολιτιστική καί γλωσσική ποικιλία, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί λειτουργικῆς παραδόσεώς της. Πολλές εἶναι οἱ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες οἱ ἐνορίες αὐτές ἔχουν τή δυνατότητα τῆς ἀπό κοινοῦ ἐκφράσεως τῆς λειτουργικῆς αὐτῆς παραδόσεως, ἔνθερμος ὑποστηρικτής τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός. Μέσα ἀπό τήν ποικιλία καί τήν ἑνότητα ἐπιθυμοῦσε τήν ὑπέρβαση τῶν ἐθνικιστικῶν τάσεων, οἱ ὁποῖες ἀναπτύσσονται, ὡς μή ὄφειλε, στούς κόλπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, δημιουργώντας ποικίλα προβλήματα καί ἐμφανίζοντας τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες διηρημένες καί ἀδύναμες νά ὑπερβοῦν τίς ἐθνικιστικές ἐξάρσεις καί ἐντάσεις.

Μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ ποιμνίου τῆς Μητροπόλεως Ἑλβετίας, ἐντάσσεται καί ἡ ὑπό τήν καθοδήγησή του δίγλωσση ἔκδοση, Ἑλληνική – Γαλλική, τῆς θείας Λειτουργίας, μέ δική μας εἰσαγωγή, σχόλια καί ὑποσημειώσεις[4]. Ἡ ἔκδοση ἐξυπηρετεῖ δύο στόχους: πρῶτον, βοηθεῖ τούς νέους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἱκανή γνώση τῆς Ἑλληνικῆς, στό νά κατανοοῦν τά τελούμενα κατά τή θεία Λειτουργία, ἤ καί τίς διάφορες Γαλλόφωνες κοινότητες τῆς Διασπορᾶς καί γιά κατηχητικούς λόγους, δεύτερον δέ, συγχρόνως καθιστᾶ γνωστό τό λειτουργικό πλοῦτο, τήν παράδοση καί τήν ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Δυτικό κόσμο.

Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός, ὀρθοτομώντας τό λόγο τῆς ἀλήθειας, παρακολουθοῦσε στενῶς τά κηρύγματα, πού ἀνέθεσε στή μετριότητά μου στόν Ἱερό Σταυροπηγιακό Ναό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ σύνθεση τοῦ ἐκκλησιάσματος δέν ἦταν ὁμοιογενής. Ἐκτός τῶν ἑλληνοφώνων πιστῶν, ἐκκλησιάζονταν ἐπίσης Ἄραβες ὀρθόδοξοι, Ρουμάνοι, ἤ ἄλλων καταγωγῶν, κυρίως Γαλλόφωνοι. Γιά τό λόγο αὐτό, ἀπαίτηση καί ἐπιμονή τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ ἦταν ἡ μετάφραση τοῦ κηρύγματος στή Γαλλική. Θέλω νά ὁμολογήσω ὅτι γιά μένα ἡ διακονία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἱερό Ἄμβωνα τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου καί οἱ καίριες παρεμβάσεις τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ μέ δίδαξαν πολλά, εἴτε ὡς πρός τή θεολογία τοῦ κηρύγματος, εἴτε ὡς πρός τή σύγχρονη μορφή καί περιεχόμενό του, εἴτε ὡς πρός τήν ὑπέρβαση τῶν στενῶν ἠθικοπλαστικῶν πλαισίων, πού πολλές φορές συναντήσαμε τόσο μέσα ἀπό τήν πρακτική μερικῶν  ἱεροκηρύκων, ὅσο και μέσα σέ πολλά σχετικά ἐγχειρίδια.

Ἡ ποιμαντική φροντίδα τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ ἐπεκτάθηκε, ὅπως ἦταν φυσικό, σέ ὅλη τήν ἔκταση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἑλβετίας. Ἀπό τό 1982, ὅταν ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός ἐξελέγη καί ἐγκαταστάθηκε ὡς ὁ πρῶτος Μητροπολίτης Ἑλβετίας, προέβη σέ ἀναδιοργάνωση τῶν ἐνοριῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, κατά τρόπο πού νά ἀνταποκρίνεται στίς ἀνάγκες τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ὀρθοδόξων πιστῶν. Μέ συντονισμένες προσωπικές προσπάθειες τοῦ Μητροπολίτη κτίσθηκε ὁ πρῶτος Ἱερός Ναός στή Ζυρίχη, ἐκεῖ πού βρίσκεται ἡ μεγαλύτερη ἀριθμητικά Ἑλληνική κοινότητα τῆς Ἑλβετίας. Στήν περιοχή τοῦ Ὄλτεν – Σενγκάλεν ἱδρύθηκε ἐνορία καί ἐγκαταστάθηκε ὑπεύθυνος ἱερέας. Στή Βασιλεία ὀργανώθηκαν οἱ ἐκεῖ διαβιοῦντες Ἕλληνες καί τέθηκαν οἱ βάσεις γιά τήν ἀνέγερση τοῦ Ἱεροῦ τους Ναοῦ. Συχνά, ἱερέας τελοῦσε τίς ἱερές Ἀκολουθίες γιά τούς Ἕλληνες τῆς πόλεως τῆς Βέρνης. Ἐπίσης, συχνές λειτουργίες τελοῦνταν καί γιά τήν Ἑλληνική κοινότητα τῆς Ἰταλόφωνης Ἑλβετίας, στό Λουγκάνο. Ἀναφέρουμε, τέλος, καί τήν ἀδιάκοπη λειτουργία τῆς Ἑλληνορθόδοξου Ἐνορίας τῆς Λοζάνης. Μέ τήν ἀναδιοργάνωση αὐτή τῶν Ἐνοριῶν καλύπτονταν οἱ πνευματικές ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Προσωπικά, ὡς Πρωτοσύγκελλος, πραγματοποιοῦσα, κατόπιν προτροπῆς καί ὑποδείξεως τοῦ Μητροπολίτη, συχνές ἐπισκέψεις στίς Ἐνορίες τῆς Μητροπόλεως γιά ἀντιμετώπιση τῶν διαφόρων προβλημάτων.

Μία πρωτοβουλία τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ ἦταν καί ἡ ἔναρξη Διαλόγου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Ἑλβετία μέ τή Συνομοσπονδία τῶν Προτεσταντικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς χώρας, γιά τήν ἀντιμετώπιση κοινῶν ποιμαντικῶν προβλημάτων τῶν πιστῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ὅπως: μικτοί γάμοι, βάπτιση τῶν παιδιῶν τῶν μικτῶν οἰκογενειῶν, θρησκευτική παιδεία κ.λπ. Ὁ Μητροπολίτης, πού μερικές φορές λάμβανε μέρος στίς συνεδρίες προσωπικά καί παρακολουθοῦσε στενά τήν πρόοδο τοῦ Διαλόγου, μέ περιέβαλε μέ τήν ἐμπιστοσύνη του καί μοῦ ἀνέθεσε τήν προεδρία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπεξεργασία τῆς προτάσεως γιά τήν τέλεση τῶν μικτῶν γάμων, γιά παράδειγμα, πού ἔγινε ἀπό τήν Ἐπιτροπή, συνεχίζει καί σήμερα νά τυγχάνει εὐρείας ἀποδοχῆς καί χρήσεως ἀκόμα καί ἀπό ἄλλες Ἐκκλησίες τῆς Διασπορᾶς στήν Εὐρώπη.

Πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι ἡ ἰσχυρή προσωπικότητα τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ, τό κῦρος του καί ἡ εὐρύτητα ἀντιμετωπίσεως τῶν διαφόρων προβλημάτων ἐπί Ἑλβετικοῦ καί εὐρύτερου πεδίου ἔγιναν αἰτία, ὥστε ἡ ὀρθόδοξη παρουσία στήν Ἑλβετία νά εἶναι αἰσθητή καί σεβαστή. Καρπός αὐτῆς τῆς ἀναγνωρίσεως ἦταν καί συνεχίζει νά εἶναι, ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό τοπικό Συμβούλιο Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γενεύης, ὅπου, ἐκτός τῶν ποικίλων ποιμαντικῶν καί θεολογικῶν ζητημάτων πού συζητοῦνται, διοργανώνονται καί ποικίλες ἐκδηλώσεις, μέ τίς ὁποῖες καλλιεργεῖται ἡ χριστιανική ἀλληλεγγύη καί γνωρίζονται μεταξύ τους  οἱ Ἐκκλησίες τῆς πόλεως τῆς Γενεύης. Κατά τήν περίοδο τῆς συνεργασίας μου μέ τό Μητροπολίτη Δαμασκηνό, καί ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἐκπροσωποῦσα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό τοπικό Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν τῆς Γενεύης.

2.       Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός καί οἱ Πανορθόδοξες, Διαχριστιανικές καί Διαθρησκειακές Σχέσεις.

  • α) Γραμματεύς ἐπί τῆς Γραμματείας προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἕνα ἄλλο κεφάλαιο τῆς πολύτιμης προσφορᾶς τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ ἦταν ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν διορθοδόξων σχέσεων, τόσο σέ θεσμικό πλαίσιο, ὅσο καί σέ ἐπίπεδο διαπροσωπικῶν σχέσεων. Ἐκεῖνο, γιά τό ὁποῖο ἔχει δικαίωμα νά σεμνύνεται, ἦταν ἡ συνεχής, ἄοκνη, ἀλλά καί καρποφόρα προσπάθειά του ὥστε τό αἴτημα τῶν σύγχρονων καιρῶν νά καταστεῖ πραγματικότητα, δηλαδή τό ὅλο ἔργο του γιά τήν προετοιμασία καί τή σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Γιά τό Μητροπολίτη Δαμασκηνό, πέρα ἀπό ἀναγκαιότητα καί ἱστορικό χρέος, ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου φανερώνει τήν ἀξιοπιστία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔναντι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν καί ἔναντι τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός πίστευσε σ’ αὐτήν τήν ἀναγκαιότητα καί ἀνάλωσε στήν πραγματικότητα τόν ἑαυτό του, καταβάλλοντας ἄοκνες προσπάθειες γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ στόχου αὐτοῦ, τόν ὁποῖο θεωροῦσε ὡς οὐσιαστικό γιά τήν περαιτέρω μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία. Σέ εἰσήγησή του στό θεματολόγιο τῆς προετοιμαζόμενης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων: «Ἡ Ὀρθοδοξία δύναται καί ὀφείλει νά συμβάλη θετικῶς εἰς τήν ἀποκατάστασιν τῆς ὀργανικῆς σχέσεως τοῦ σύγχρονου διεθνοῦς διαλόγου πρός τά κατ’ ἐξοχήν χριστιανικά ἰδεώδη της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης, τῆς ἀγάπης καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης μεταξύ τῶν λαῶν, διακηρύττουσα τήν περί ἀνθρώπου καί κόσμου χριστιανικήν πίστιν καί παράδοσιν, ὡς ἔπραξε τοῦτο εἰς τήν καθ’ ὅλου ἱστορικήν πορείαν αὐτῆς καί ὡς ἐπέτυχε νά ἀναμορφώση τήν πνευματικήν καί πολιτιστικήν ταυτότητα τοῦ κόσμου»[5]. Εὐελπιστοῦμε ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτή τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ δέν θά παραμείνει ἡμιτελής, γιατί οἱ ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν εἶναι πλέον ἐπιτακτικές, ὅπως διαφαίνεται καί ἀπό τά πρόσφατα γεγονότα τῆς τρομοκρατίας, τῶν πολέμων, τῶν ὁποιασδήποτε μορφῆς συγκρούσεων καί τῆς ὀξύνσεως τῶν σχέσεων μεταξύ θρησκειῶν καί πολιτισμῶν. Ἡ ἄμεση ἐνασχόλησή μου μέ τά θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀπετέλεσε καί γιά μένα μοναδική εὐκαιρία, ὥστε νά γνωρίσω, δίπλα στό Μητροπολίτη Δαμασκηνό, τους προβληματισμούς καί τίς προοπτικές τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί νά μπορῶ ἔτσι μέ τή σειρά μου νά βοηθήσω τή δική μου Ἐκκλησία τῆς Κύπρου σέ ὅλα αὐτά τά ζητήματα ὅταν, τό 1992, ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος μοῦ ἀνέθεσε τήν εὐθύνη τοῦ Τμήματος τῶν Διεκκλησιαστικῶν Σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Εἶναι νωπά στή μνήμη ὅλων μας, ὡς συνεργατῶν του, οἱ κόποι καί οἱ θυσίες πού κατέβαλλε συνεχῶς, ἤ καί σέ ἐντατικό ρυθμό, ὁσάκις θά συνεκαλεῖτο μία Πανορθόδοξη Συνάντηση. Ἔχοντας κατά νοῦν τις διάφορες εὐαισθησίες, ἀνάλωνε τόν ἑαυτό του, ὥστε νά ἐπισκεφθεῖ τό σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μέ στόχο τήν ἀναγκαία προετοιμασία, ἀλλά καί κυρίως γιά νά μή πιστευθεῖ ὅτι κάποια ἀπό τίς Ἐκκλησίες ἐτοποθετεῖτο σέ δεύτερη μοίρα. Γιά ὅλες τίς Ἐκκλησίες ἐπεδείκνυε τόν ἴδιο σεβασμό καί ἐκτίμηση, ὄντας γνήσιος ἐκφραστής τῆς ἀποστολῆς διακονίας ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἡ μαθητεία μου δίπλα στό Μητροπολίτη Δαμασκηνό δέν περιορίζεται μόνο στά πιό πάνω ζητήματα. Οἱ ὁρίζοντές του ἦταν ἀνεξάντλητοι καί ὁ ἴδιος εἶναι προσωπικότητα μέ πολλούς ὁραματισμούς, ἀλλά καί ἀνησυχίες, γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γιά τό λόγο αὐτό δέν ἔπαυσε νά ἀναζητεῖ ἐπί καθημερινῆς βάσεως τρόπους συνεργασίας τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά καταδειχθεῖ ἡ ἑνότητα τῆς μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀπό κοινοῦ μαρτυρία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι πιό ἀξιόπιστη καί ἀποτελεσματική. Θά ἀναφέρω μέ πολλή συντομία μερικές ἀπό τίς ἄλλες δραστηριότητές του, ἐξ ἴσου σημαντικές.

  • β) Διευθυντής τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, ὅπου ἔζησα καί συνεργάσθηκα μέ τό Μητροπολίτη Δαμασκηνό γιά περισσότερο ἀπό δεκατρία ἔτη, εἶχε μετατραπεῖ σέ ἀληθινό ἐργαστήριο πνευματικότητας καί θεολογικῆς σκέψεως. Ἐπί σειρά ἐτῶν διοργανώνονταν σ’ αὐτό  ἐτήσια μεταπτυχιακά Σεμινάρια, τά ὁποῖα ἀσχολοῦνταν μέ ποικίλα σύγχρονα ζητήματα, πού ἀπασχολοῦν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στίς σχέσεις της μέ τόν ἄλλο χριστιανικό κόσμο, μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες καί μέ τήν κοινωνία καί τήν ἐπιστήμη. Πολλοί, ἀπό ἐκείνους πού ἔλαβαν μέρος στίς ἐργασίες, ἀκόμη καί σήμερα ὁμολογοῦν τήν ἐπιτυχία ἐκείνου τοῦ θεσμοῦ. Οἱ ἐκδοθέντες τόμοι τῶν πρακτικῶν τῶν Μεταπτυχιακῶν αὐτῶν Συνεδρίων ἀποτελοῦν ἐπίσης οὐσιαστική συμβολή γιά περαιτέρω θεολογική σκέψη καί προβληματισμό. Στή συνέχεια βέβαια, ὁ θεσμός αὐτός ἔλαβε πλέον θεσμική μορφή καί ἱδρύθηκε τό Μεταπτυχιακό Ἰνστιτοῦτο μέ ὁμολογουμένως ἀξιόλογη προσφορά πρός τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἕνεκα τῆς ἐπιμορφώσεως ἐπίλεκτων στελεχῶν ἀπό τίς διάφορες κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Τό περιοδικό «Ἐπίσκεψις», πού ἐκδίδεται ἀπό τό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀποτελεῖ σημεῖο ἀναφορᾶς, τόσο γιά τήν ἀποστολή τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου, ὅσο καί γιά τίς ποικίλες δραστηριότητές του.

Ἐκτός τῶν δραστηριοτήτων αὐτῶν καθ’ ἑαυτῶν τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου, πρέπει νά αναφέρουμε καί τή φιλοξενία πολλῶν συναντήσεων εἴτε τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, εἴτε διμερῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μέσα στά πλαίσια αὐτῶν τῶν δραστηριοτήτων παρήλασαν ἀπό τό Ὀρθόδοξο Κέντρο ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ Γέρων Μητροπολίτης Ἐφέσου Χρυσόστομος, ὁ ἀείμνηστος Γέρων Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, ἄλλοι Ἀρχιερεῖς καί κληρικοί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, καθώς καί ἀπό τό σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, κυρίως κατά τή σύγκληση τῶν Πανορθοδόξων Συναντήσεων.

Προβαίνοντας σέ ἀπολογισμό μέ τή συμπλήρωση εἴκοσι ἐτῶν δραστηριοποιήσεως τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου, ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων: «Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο εἶναι πράγματι ἕνας προωθημένος θεσμός τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ ὁποῖος αἰσθητοποιεῖ μέ τίς συγκεκριμένες δραστηριότητές του τήν οἰκουμενική ἀποστολή τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας στή Δυτική Εὐρώπη. Ἡ δυναμική καί ἀκτινοβολία του πηγάζει μέν ἀπό τό πανορθόδοξο κῦρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀλλά ἀναφέρεται σ’ ὁλόκληρη τήν Ὀρθοδοξία καί κατ’ἐπέκταση σ’ ὁλόκληρο τόν Χριστιανικό κόσμο»[6].

  • γ) Διμερεῖς Διάλογοι καί Οἰκουμενική Κίνηση.

Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός ἀνέπτυξε ἐνεργό ρόλο στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Ἦταν ὁ ὀρθόδοξος Συμπρόεδρος τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, ἀφ’ ἑνός μέν μέ τήν Παλαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τίς Ἀρχαῖες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες. Μέ τήν ἰσχυρή του θέληση γιά ἐπίτευξη συγκεκριμένων ἀποτελεσμάτων στούς θεολογικούς διαλόγους, καί οἱ δύο αὐτοί διάλογοι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιφυλάξεων πού μπορεῖ νά ὑπάρχουν, κατέληξαν σέ συγκεκριμένες προτάσεις, θέτοντας πρό τῶν εὐθυνῶν τους ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες καλοῦνται νά δώσουν δείγματα γραφῆς γιά τή θέλησή τους νά συμβάλουν στή χριστιανική ἑνότητα. Ἄλλωστε καί ἡ Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου διατύπωσε τή βούληση τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τή διεξαγωγή τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων γιά τήν ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν, καθώς καί τή συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική Κίνηση γιά τή μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, παραδόσεως καί ἐμπειρίας μεταξύ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν. Σημειώνουμε, ἐντός αὐτῶν τῶν πλαισίων τῆς διακονίας τοῦ Μητροπολίτη Δαμασκηνοῦ, καί τήν προσφορά του ὡς μέλους τοῦ προεδρείου τῆς Διασκέψεως Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν. Παρακολουθοῦσε στενά τό ἔργο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί ὅπου ἔκρινε σκόπιμο καί ἀναγκαῖο ἔκανε τίς δικές του παρμεβάσεις, ὑποστηρίζοντας τήν ὀρθόδοξη πίστη, θεολογία, παράδοση και πνευματικότητα, εἴτε μέ δημοσιεύσεις, εἴτε μέ δηλώσεις, εἴτε μέ ὁποιοδήποτε ἄλλο τρόπο ἔκρινε ἀποδοτικό. Ἄλλωστε, αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τούς στόχους καί σκοπούς τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου στή Γενεύη.

  • δ) Διαθρησκειακοί Διάλογοι.

Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός, ἐπιπρόσθετα, εἶναι καί ὁ ἐμπνευστής καί στήν πράξη ἐφάρμοσε τό διάλογο μεταξύ θρησκειῶν καί πολιτισμῶν. Εἶχε ὑπό τήν εὐθύνη του δύο διαθρησκειακούς Διαλόγους: ἐκεῖνο μέ τό Ἰσλάμ καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἐκεῖνο μέ τόν Ἰουδαϊσμό. Μέ τό χαρισματικό του χαρακτήρα, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι διεῖδε τήν κατάσταση τοῦ κόσμου καί τά προβλήματα, πού θά ἐδημιουργοῦντο μεταξύ τῶν πολιτισμῶν, τῶν λαῶν καί τῶν θρησκειῶν, καί ἔκρινε μέ τήν ὀξυδέρκειά του ὅτι ἡ λύση καί ἡ ἀντιμετώπισή τους πρέπει νά γίνει μέσω τοῦ διαλόγου. Ὁ διάλογος αἴρει τίς παρεξηγήσεις τοῦ παρελθόντος, θεραπεύει τίς μνῆμες καί τίς πληγές, πού προκλήθηκαν ἀπό πράξεις βίας, θέτει τίς βάσεις συνεργασίας τοῦ παρόντος καί προετοιμάζει τό μέλλον γιά τό καλό ὅλων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως συχνά ἐπανελάμβανε, εἶναι «εἰκόνες» Θεοῦ.

[1] Τὸ παρὸν κείμενο ἔχει δημοσιευθεῖ στον τιμητικὸ τόμο γιὰ τὸν Μητροπολίτη Ἀδριανουπόλεως Δαμασκηνό, ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ, 2007, Ἀθήνα, σελ. 325-336.

[2] λβετίας Δαμασκηνοῦ. Ἡ σύγχρονη ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας (Ὁμιλία κατά τήν τελετή ἀναγορεύσεως σέ Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τό 1990). Ὀρθοδοξία καί κόσμος. Ἐκδόσεις «ΤΕΡΤΙΟΣ», Κατερίνη 1993, σελ. 71. Μεταξύ ἄλλων κειμένων τοῦ Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ, τά ὁποῖα καταπιάνονται μέ τό ἐν λόγῳ ζήτημα, ἐπισημαίνουμε τήν ὁμιλία του ἐνώπιον τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, «Ἡ σύγχρονη ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας», κατά τήν τελετή ὑποδοχῆς του ὡς Ἀντεπιστέλλοντος Μέλους, τό 1992. Ὅπ. ἀν. σελ. 117-137.

[3] Vasilios KARAYIANNIS, Archimandrite. Maxime le Confesseur. Essence et énergie de Dieu. Edition Beaushesne. Série : Théologie Historique 93. Paris 1993.

[4] Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Πρόλογος, Ὑπό Μητροπολίτου Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ. Εἰσαγωγή, Σχόλια: ὑπό Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Καραγιάννη, Πρωτοσυγκέλλου Ἱ. Μητροπόλεως Ἑλβετίας. Γαλλικό κείμενο: Πρωτοπρεσβυτέρου Boris Bobrinskoy. Ἐκδόσεις: «ΤΕΡΤΙΟΣ», 1986.

[5] Ὀρθοδοξία καί κόσμος. Ἐκδόσεις «ΤΕΡΤΙΟΣ», Κατερίνη 1993, σελ. 290-291.

[6] Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Σαμπεζύ – Γενεύης. Ἀπολογισμός μιᾶς εἰκοσαετίας (1966-1986). Ὅπ. ἀν. σελ. 180.