Ιερωσύνη και Εκκλησία

Λόγος Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κωνσταντίας – Ἀμμοχώστου κ. Βασιλείου ἐκφωνηθεὶς κατὰ τὴν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία τοῦ π. Ἀνδρέου Μ. Κυριάκου

Ἱερὸς Ναὸς Παναγίας Ἁγίας Νάπας, 13 Φεβρουαρίου 2010

Εἶναι ἰδιαίτερη ἡ χαρά μας γιατὶ ἕνας νέος, ποὺ εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ Διακόνου πρὶν λίγους μῆνες, σήμερα χειροτονεῖται στὸ δεύτερο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης, στὸ βαθμὸ τοῦ Πρεσβυτέρου.

Γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ τί σημαίνει ἱερωσύνη καὶ ποία ἡ θέση καὶ ἡ σχέση της μὲ τὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ ἐπεξηγήσουμε μὲ συντομία, ἀλλὰ καὶ μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ τῶν σχέσεων τῆς ἱερωσύνης μὲ τὴν Ἐκκλησία, τί εἶναι Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος τὴν ἵδρυσε ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ ἴδιος εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καὶ προτύπωση, ἢ καὶ ἐκ τῶν προτέρων βίωση τῆς αἰώνιας βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ βασιλεία του καθίσταται, ἤδη ἀπὸ τώρα (hic et nun), ἐμπειρία καὶ βίωμα ἀπὸ ὅλους μας μὲ τὴν τέλεση καὶ κατὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος …».

Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, σημαίνει τὴ σύναξη τῶν «κεκλημένων», αὐτῶν ποὺ ὁ Θεὸς κάλεσε γιὰ νὰ γίνουν μέτοχοι τῆς αἰώνιας βασιλείας του. Θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν στέρησε ἀπὸ κανένα τὴν κλήση του, ἀρκεῖ οἱ ἄνθρωποι νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ νὰ τὴν ἀποδεχθοῦν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς «κεκλημένους». Ἐπειδή, μάλιστα, οἱ Χριστιανοὶ δέχθηκαν τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα καὶ ἐπειδή, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μυσταγωγήθηκαν, μετέχοντες στὰ ἱερὰ Μυστήρια, εἶναι, κατὰ τὸν ἀπόστολο Πέτρο «γένος ἐκλεκτόν, βασίλεον ἱεράτευμα» (Α΄ Πέτρ. 2:9). Οἱ ἑρμηνευτὲς θεολόγοι θεωροῦν ὅτι ἡ πρόταση αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ βεβαίως καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, περιέχει τὴ γενικὴ ἱερωσύνη ὅλων τῶν πιστῶν.

Ἐπειδή, κατὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, βιώνεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ μέλλουσα βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐσχατολογικὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε συναγμένοι μέσα στὸ Ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας, εἴμαστε, συγχρόνως, καὶ ἡ ἐν χρόνῳ καὶ ἡ ἐσχατολογικὴ Ἐκκλησία. Μέσα, ὅμως, στὴν Ἐκκλησία, μέσα στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπικρατεῖ «τάξις», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς τάξεως καὶ ὄχι τῆς ἀταξίας καὶ τῆς ἀκαταστασίας. «Αὕτη γὰρ ἡ καθολικὴ τῶν θείων εὐκοσμία καὶ τάξις» (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱεραρχία 14). Αὐτό, ἄλλωστε, τὸ διαπιστώνουμε, γιὰ παράδειγμα, μέσα στὴ δημιουργία, ἄσχετα ἂν ἐμεῖς, μὲ τὶς παρεμβάσεις μας καὶ μὲ τὸ βιασμὸ τῆς τάξεως δημιουργοῦμε ἀκαταστασία καὶ ἐπανάσταση τῆς φύσεως ἐναντίον μας. Ἔτσι, μέσα στὰ πλαίσια τῆς οὐράνιας τάξεως, ὑπάρχει ἡ οὐράνια ἱεραρχία τῶν Ἀγγέλων καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία ἐπὶ τῆς γῆς.

Ὄντως, στὴν πρωτοχριστιανικὴ καὶ τὴ μεταποστολικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ δηλωθεῖ ἡ ἐπικράτηση τῆς τάξεως καὶ ἡ κατάργηση τῆς ἀταξίας, ποὺ ἐπέφερε ἡ ἁμαρτία, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας, οἱ πιστοὶ ποὺ προσήρχοντο γιὰ νὰ λάβουν μέρος στὴν τέλεση τοῦ Μυστηρίου, ἀκολουθοῦσαν μία τάξη, ποὺ δὲν σήμαινε κοινωνικὲς διακρίσεις, ὅπως ἀργότερα ἐσφαλμένα κατανοήθηκε, καὶ εἶχαν συγκεκριμένη θέση γιὰ νὰ παρίστανται κατὰ τὴν τελεσιουργία. Τὴν τάξη αὐτὴ τὴν ἐπιτηροῦσαν οἱ Διάκονοι, οἱ Διακόνισσες, οἱ ὑποδιάκονοι καὶ οἱ ἄλλες τάξεις οἱ ἐπιφορτισμένες μὲ τὸ ἔργο αὐτό. Μερικὲς ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν πιστῶν ποὺ ὑπῆρχαν ἦσαν, οἱ Παρθένες, οἱ χῆρες γυναῖκες, τὰ ὀρφανὰ κ.λπ.

Ἀντιστοίχως, στὸν κλῆρο ὑπῆρχαν οἱ διάφορες τάξεις, δηλαδὴ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη ἐπέλεγε γιὰ νὰ γίνουν λειτουργοὶ καὶ διάκονοι τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μὲ διάφορους τρόπους. Αὐτοὶ δέχονταν τὴ χειροτονία καὶ ἔτσι καθίσταντο ἱκανοὶ γιὰ τὴ διακονία τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Στὶς τάξεις αὐτές, ποὺ εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ τελοῦν τὰ Μυστήρια ἢ νὰ διακονοῦν κατὰ τὴν τέλεση, ὅπως καὶ σήμερα, ἦταν καὶ παραμένει ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ Πρεσβύτερος καὶ ὁ Διάκονος ἢ ἡ Διακόνισσα. Ἀλλά, καὶ ὁ λεγόμενος κατώτερος κλῆρος τῶν ὑποδιακόνων, τῶν ψαλτῶν, τῶν ἀναγνωστῶν κ.λπ. εἶχαν τὸ δικό τους ρόλο στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη (Βλέπε, Ἐκκλησιαστική Ιεραρχία, 6).

Ὁ μόνος ἀρχιερέας, «ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφερόμενος», εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι, συγχρόνως, Προφήτης, ἕνεκα τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῦ σωτήριου ἔργου του ἐπὶ τῆς γῆς, εἶναι Βασιλέας, γιατί εἶναι ὁ δημιουργός, ὁ λυτρωτὴς καὶ ὁ κριτὴς τοῦ κόσμου, εἶναι καὶ Ἀρχιερέας, γιατί πρόσφερε τὸν ἑαυτό του θυσία γιὰ νὰ προσφέρει τὴ λύτρωση σὲ ὅλους. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ, ἁπλῶς μετέχουμε τῆς μοναδικῆς ἱερωσύνης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μέγας Βασίλειος, στὴν εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου, ἐκφράζει τὸ δέος ποὺ εἶχαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σὲ σχέση μὲ τὴν ἱερωσύνη.

«Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, βασιλεῦ τῆς δόξης˙ τὸ γὰρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν. Ἀλλ’ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως γέγονας ἄνθρωπος καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐχρημάτισας καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων».

Πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι τὸ Μυστήριο τῆς ἱερωσύνης, δηλαδὴ ἡ μυστηριακὴ πράξη τῆς Χειροτονίας ὅλων τῶν βαθμῶν, ἀκόμα καὶ τοῦ κατωτέρου κλήρου, παρέμεινε συνδεδεμένη μὲ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, δηλαδὴ μὲ τὴν παρουσία καὶ τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως τῶν πιστῶν, ὅπως συνέβαινε ἀρχικὰ μὲ τὸ σύνολο τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, ὅπως τῆς Βαπτίσεως, τοῦ Χρίσματος, τῆς Ἐξομολογήσεως, τοῦ Γάμου, τοῦ Εὐχελαίου κ.λπ.

Μὲ αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, κατανοοῦμε ποία εἶναι ἡ θέση τοῦ κληρικοῦ καὶ γενικώτερα τῆς ἱερωσύνης μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ὁ λειτουργὸς τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, γιατί πρέπει νὰ φανερωθεῖ ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ τῆς γῆς, νὰ φανερωθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. «Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου˙ γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Μτ. 6:10).

Γιὰ νὰ διατηρεῖται ἡ τάξη μέσα στὴν Ἐκκλησία, καθορίσθηκαν καὶ οἱ ρόλοι τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς ἱερωσύνης, τοῦ Διακόνου, τοῦ Πρεσβυτέρου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἄλλων τάξεων. «Δεῖ δὲ καὶ διακόνους ὄντας τῶν μυστηρίων Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ πάντα τρόπον ἀρέσκειν˙ οὐ γὰρ βρωτῶν καὶ ποτῶν εἰσι διάκονοι, ἀλλ’ ἐκκλησίας Θεοῦ ὑπηρέται˙ δέον οὖν αὐτοὺς τὰ ἐγκλήματα φυλάττεσθαι ὡς πῦρ φλέγον. αὐτοὶ μὲν οὖν ἔστωσαν τοιοῦτοι. Ὑμεῖς δὲ ἐντρέπεσθαι αὐτοὺς ὡς Χριστὸν Ἰησοῦν, οὗ φύλακές εἰσιν τοῦ τόπου˙ ὡς καὶ ὁ ἐπίσκοπος τοῦ Πατρὸς τῶν ὅλων τύπος ὑπάρχει, οἱ δὲ πρεσβύτεροι ὡς συνέδριον Θεοῦ καὶ σύνδεσμος ἀποστόλων Χριστοῦ˙ χωρὶς τούτων Ἐκκλησία ἐκλεκτὴ οὐκ ἔστιν, οὐ συνάθροισμα ἅγιον, οὐ συναγωγὴ ὁσίων» (Ἰγνατίου Ἀνιοχείας, Ἐπιστολὴ Β, 3). Ἔτσι, ὁ Ἐπίσκοπος, ποὺ εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, ἤ ἀκόμα καὶ τύπος τοῦ Θεοῦ Πατέρα, τελεῖ ἀνεξερέτως ὅλα τὰ ἱερὰ Μυστήρια. Ὁ πρσβύτερος, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ καὶ πάλιν ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, συμπαρίστατο στὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο.

Ἀργότερα, ὅταν αὐξήθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀρκέσει μία καὶ μόνον Εὐχαριστία, τελουμένη ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο, τότε δόθηκε ἡ ἄδεια καὶ στοὺς πρεσβυτέρους νὰ τελοῦν τὴ θεία εὐχαριστία καὶ ὅ, τι ἄλλο ὁρίζεται γιὰ τὸ βαθμὸ τοῦ ἱερέως. «Μηδεὶς χωρὶς ἐπισκόπου τι πρασσέσθω τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. ἐκείνη βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω ἡ ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπον οὖσα ἢ ὧ ἂν αὐτὸς ἐπιτρέψει» (Ἰγνατίου Ἀνιοχείας, Ἐπιστολὴ Ζ, 8). Ὁ Διάκονος, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἦταν διάκονος κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, χωρὶς δυνατότητα νὰ ἱερουργήσει ὁποιοδήποτε Μυστήριο.

Στὸ βαθμὸ τοῦ Πρεσβυτέρου, λοιπόν, καλεῖσε νὰ εἰσέλθεις σήμερα, εὐλαβέστατε Διάκονε Ἀνδρέα. Καλεῖσε, πάντοτε ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπό σου νὰ τελεῖς τὰ ἱερὰ καὶ ἁγιαστικὰ Μυστήρια γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Καλεῖσε νὰ διδάσκεις ἀνόθευτο τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καλεῖσε νὰ ἀσκήσεις τὸ ἔργο τῆς διακονίας τοῦ συνανθρώπου σου, ποὺ θὰ προστρέξει στὸ θεραπευτήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε γιὰ τὶς πνευματικές του ἀνάγκες καὶ ἀναζητήσεις εἴτε γιὰ τὶς ὑλικὲς καὶ ἀνθρώπινες ἀνάγκες καὶ ἀδύναμιες. Ὅλα αὐτὰ περιέχονται στὸ τριπλὸ ἀξίωμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ Προφητικό, τὸ Βασιλικὸ καὶ τὸ Ἀρχιερατικό.

Ἐμεῖς, σοῦ εὐχόμεθα, μαζὶ μὲ τοὺς συλλειτουργοὺς ἱερεῖς καὶ διακόνους καὶ μαζὶ μὲ τὸ σύνολο τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, δύναμη παρὰ τοῦ μοναδικοῦ Ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σὲ λίγο, ἄλλωστε, θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου καὶ Τελεταρχικοὺ Πνεύματος νὰ σὲ ἱκανώσει γιὰ τὴ διακονία ποὺ σὲ καλεῖ ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴ στιγμή.