Εκκλησία Κύπρου και Ενωμένη Ευρώπη

Για τη σημερινή εκδήλωση έχουμε επιλέξει προς διαπραγμάτευση το θέμα: «Εκκλησία Κύπρου και Ενωμένη Ευρώπη», το οποίο θα εξετάσουμε μέσα σε τρεις ενότητες. Πρώτον, θα καταβληθεί προσπάθεια να απαντηθεί με πολλή συντομία το ερώτημα των σχέσεων της Εκκλησίας με το Έθνος και την κοινωνία. Δεύτερον, θα εξετάσουμε το θεολογικό ζήτημα της Εκκλησιολογίας και Παραδόσεως μέσα από την προοπτική των νέων δεδομένων, που δημιουργεί η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ο πλουραλισμός και η παγκοσμιοποίηση. Τρίτον, υπό τον τίτλο «Ευρώπη και Εκκλησία», θα καταβληθεί προσπάθεια εντοπισμού των τομέων εκείνων, στους οποίους καλείται ο Χριστιανισμός και η Εκκλησία στο σύνολό της, αλλά και ειδικότερα η Εκκλησία της Κύπρου, να καταθέσουν ως συμβολή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής, ότι η συμβολή της Εκκλησίας της Κύπρου δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί χωρίς τη συνεργασία με τις άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες, καθώς και με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Για το λόγο αυτό πολλοί από τους τομείς της αποστολής της Εκκλησίας της Κύπρου είναι κοινοί για όλες τις Εκκλησίες.

1. Εκκλησία – Κοινωνία – Έθνος.

Για να απαντηθεί το ερώτημα, σχετικά με το ρόλο και τη συμβολή της Εκκλησίας της Κύπρου στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, χρειάζεται εκτεταμένη μελέτη και εκτίμηση καταστάσεων της ιστορίας και του παρόντος. Το περιορισμένο του χρόνου επιβάλλει να περιορίσουμε την προσέγγισή μας επιλεκτικά, σ’ αυτά που εμείς κρίνουμε για την ώρα χρήσιμα και αναγκαία. Πολλές φορές δημοσιογράφοι του εξωτερικού, αλλά και πολιτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες ξένων χωρών και Εκκλησιών, μας έχουν υποβάλει το ερώτημα: ποίο είναι το σημείο εκείνο, το οποίο κάνει, ώστε η Εκκλησία της Κύπρου, όχι μόνο θρησκευτικά και πνευματικά, αλλ’ ακόμα και πολιτικά, να ασκεί τόση μεγάλη επίδραση στην κοινωνία και στο λαό της Κύπρου; Το παράδειγμα του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει ανεξήγητο για όσους δεν έχουν εμβαθύνει και γνωρίσει το ιστορικό – κοινωνικό πλαίσιο της Κύπρου.

Το ερώτημα αυτό αποτελεί το κλειδί, αφ’ ενός μεν για την κατανόηση της ιστορικής παρουσίας και συμβολής της Εκκλησίας της Κύπρου, αφ’ ετέρου δε η απάντηση θα βοηθήσει στον καθορισμό της συμβολής της Εκκλησίας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Για να διευκρινισθεί έτι καλύτερα η συμβολή της Εκκλησίας, ουσιαστικά πρέπει να διερευνηθεί η σχέση της με την κοινωνία. Συνήθως, οι κοινωνιολόγοι ερευνητές της Δύσεως, όταν εξετάζουν αυτό το ερώτημα, περιορίζονται στα κοινωνιολογικά δρώμενα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, όπου επικρατούν οι άλλες δύο χριστιανικές Ομολογίες, της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των Προτεσταντικών Εκκλησιών, αγνοώντας ολοκληρωτικά την ιστορική, θρησκευτική και κοινωνική ιδιαιτερότητα των Ανατολικών χωρών, όπου επικρατεί η ορθόδοξη Εκκλησία, ή ακόμα την αντιμετωπίζουν με περισσό σκεπτικισμό και άρνηση, σαν κάτι ξένο και επικίνδυνο.

Για να καταστήσουμε πλέον κατανοητή τη σχέση της Εκκλησίας της Κύπρου με την κοινωνία θα προβούμε σε σύγκριση μεταξύ της καταστάσεως, η οποία κυριάρχησε στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και καθόρισε τη σχέση της Εκκλησίας με την κοινωνία, σε αντιπαραβολή με αυτό, που καθόρισε τη σχέση της Εκκλησίας με την κοινωνία στις Ανατολικές χώρες. Η σύγκριση θα είναι συντομότατη.
Τα γεγονότα, που καθορίζουν τη σχέση Εκκλησίας και κοινωνίας στη Δυτική Ευρώπη, μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα: α) η ταύτιση της εκκλησιαστικής και της κοσμικής εξουσίας στη Δυτική Εκκλησία στο πρόσωπο του Πάπα. β) η θρησκευτική Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα με το Λούθηρο, τον Καλβίνο, τον Ζβίγγλιο κ.ά. γ) ο Ουμανισμός και ο Διαφωτισμός του 18ο αιώνα[1]. δ) η Γαλλική Επανάσταση (1789). Κυρίως τα τρία τελευταία, η Μεταρρύθμιση, ο Διαφωτισμός – Ουμανισμός και η Γαλλική Επανάσταση, συνέβαλαν, ώστε βαθμηδόν να επικρατήσει το φαινόμενο της «εκκοσμικεύσεως», δηλαδή η αμφισβήτηση της εκκλησιαστικής και θρησκευτικής αυθεντίας, η απεκκλησιαστικοποίηση και αποϊεροποίηση των κοινωνιών και ο περιορισμός της θρησκευτικότητας στην ατομική επιλογή, είναι δηλαδή το φαινόμενο της ατομοκρατίας.

Σε αντιπαραβολή, οι ιστορικοί σταθμοί οι οποίοι χάραξαν την πορεία της ιστορίας όχι μόνο του Κυπριακού λαού, αλλά και της ίδιας της Εκκλησίας του, πορεία η οποία διαμόρφωσε τον πολιτισμό και την ιδιαιτερότητα της ιδιοσυγκρασίας του λαού της Κύπρου, δύνανται να συνοψισθούν στα ακόλουθα: α) η Βυζαντινή περίοδος, η οποία, αν και δεν ήταν πάντοτε ειρηνική, ένεκα των συχνών αραβικών επιδρομών, χαρακτηρίζεται, εν τούτοις, από την εκκλησιαστική, κοινωνική και οικονομική πρόοδο και ανάπτυξη. β) τη Βυζαντινή περίοδο διαδέχεται η Φραγκοκρατία και Ενετοκρατία, με την κατάληψη της Κύπρου από τους Σταυροφόρους, από το έτος 1191 έως το 1571. Κατά την περίοδο αυτή είχε καταβληθεί σύντονη προσπάθεια εκλατινισμού της ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου και υποταγής της στη Δυτική Εκκλησία είτε με τη συρρίκνωση της διοικητικής οργανώσεως, είτε με μέτρα κατά της ιεραρχίας και του ορθοδόξου κλήρου, είτε ακόμα με διώξεις και μαρτυρικούς θανάτους, όπως των 13 μοναχών της μονής Καντάρας, το 1231. γ) ακολουθεί η περίοδος της Οθωμανικής επικυριαρχίας, από το έτος 1571 έως το 1878. Κατά την περίοδο αυτή ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου καθίσταται όχι μόνο ο πνευματικός ηγέτης, αλλά και ο «Εθνάρχης», δηλαδή ο ηγέτης του χριστιανικού Έθνους, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τους υπόλοιπους Προκαθημένους των Ανατολικών ορθοδόξων Εκκλησιών, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. δ) την Οθωμανική περίοδο διαδέχθηκε η Αγγλική αποικιοκρατία, από το 1878 έως το 1959, κατά την οποία και πάλιν η Εκκλησία είχε διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στους τομείς της παιδείας, του πολιτισμού και των εθνικών και θρησκευτικών αξιών.
Είναι προφανές, μέσα από τους ιστορικούς αυτούς σταθμούς, ότι η ορθόδοξη Ανατολή δεν ακολούθησε την ιστορικό – κοινωνική και ιδεολογική μετεξέλιξη των Δυτικοευρωπαϊκών χωρών και Εκκλησιών. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, σε ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία επικρατεί το λεγόμενο «σύστημα συναλληλίας» στις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους. Την κύρια ευθύνη της παιδείας την είχε η Εκκλησία[2]. Κατά τη Φραγκοκρατία – Ενετοκρατία ο ορθόδοξος λαός της Κύπρου είχε κυριολεκτικά γαντζωθεί πάνω στην Εκκλησία του, για να αποφύγει τον εκλατινισμό και να διατηρήσει την ορθοδοξία της πίστεώς του και την εθνική του ταυτότητα[3]. Κατά τον ίδιο τρόπο και στις δύο άλλες ιστορικές περιόδους, εκείνη της Οθωμανικής επικυριαρχίας και αυτή της Βρετανικής αποικιοκρατίας, η Εκκλησία της Κύπρου είχε να επιτελέσει έργο πνευματικό, εθνικό, παιδευτικό και φιλανθρωπικό, ως «Εθναρχούσα Εκκλησία»[4]. Έτσι μόνο εξηγείται ο βαθύς και αδιάρρηκτος δεσμός Εκκλησίας και κοινωνίας. Η Εκκλησία της Κύπρου, από τις αρχές του 12ου μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα ήταν «ομολογούσα Εκκλησία» (confessing Church). Θα επαναλάβουμε, εφαρμόζοντας προς την Κυπριακή πραγματικότητα τους λόγους του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς την ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: «Διακονούμεν παράδοσιν δύο χιλιετιών μεριμνών και αγώνων διά την σωτηρίαν του ορθοδόξου λαού της Κύπρου και διά την σωτηρίαν και ενότητα του πολιτισμού της Ευρώπης»[5].

Εκκλησιολογία – Παράδοση.
Η ιστορική πορεία και σχέση της ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου με την κοινωνία και το λαό – το αυτό ισχύει και για τις άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες έζησαν υπό παρόμοιες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, με διαφοροποίηση μόνο στις λεπτομέρειες – δημιούργησε τη στενή σχέση μεταξύ Εκκλησίας και Έθνους. Το ίδιο δεν είχε συμβεί με τη Δυτική Εκκλησία. Εκεί, η συγκεντρωτική εξουσία του Πάπα Ρώμης εκτεινόταν σε πολλούς λαούς και έθνη και, έτσι, δεν δημιουργήθηκε η συνείδηση της σχέσεως Εκκλησίας και Έθνους. Στην Ανατολή, το σύστημα των αυτοκεφάλων Εκκλησιών δημιούργησε τη βαθιά συνείδηση της άρρηκτης σχέσεως μεταξύ Εκκλησίας και Έθνους, με κίνδυνο βέβαια την εκτροπή σε εθνοφυλετικές εξάρσεις, φαινόμενο το οποίο αποτελεί τη λύδια λίθο για την ορθόδοξη Εκκλησία γιατί είχε προκαλέσει και συνεχίζει να προκαλεί ρήγματα στην κανονική της ενότητα. Έτσι, ο εθνοφυλετισμός είχε καταδικασθεί ως αίρεση από τη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872[6].
Η ανωτέρω κατάσταση παρουσιάζει το ακόλουθο ενδιαφέρον φαινόμενο, τόσο από άποψη εκκλησιολογική, όσο και από άποψη πολιτικό – κοινωνική. Η Δυτική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ανέπτυξε τη μοναρχική συγκεντρωτική οργάνωση και εκκλησιολογία της μέσα σε εθνικά και κοινωνικά πολύ-πολιτισμικά περιβάλλοντα. Πρώτη, βεβαίως, η Ανατολική Εκκλησία προέβαλε αντιρρήσεις, απορρίπτοντας τις παπικές αξιώσεις για υποταγή στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης της ανά την Οικουμένη Εκκλησίας. Οι επιδιώξεις αυτές του Πάπα Ρώμης είχαν ως αποτέλεσμα το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως το 1054 μ.Χ. Το σύστημα αυτό ήλθε να θέσει υπό αμφισβήτηση για δικούς της λόγους και η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση (16ος αι.), η οποία οδήγησε στη συνεχιζόμενη και σήμερα ακόμη πολυδιάσπαση και κατατεμαχισμό των Εκκλησιών και Ομολογιών, που προέκυψαν από τη Μεταρρύθμιση. Τούτο, άλλωστε, αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα εκκλησιολογικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζονται στις σχέσεις των ορθοδόξων Εκκλησιών με τις προτεσταντικές Εκκλησίες στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Αντίθετα, το δημοκρατικό σύστημα οργανώσεως και διακυβερνήσεως των ορθοδόξων Εκκλησιών, το πλουραλιστικό δηλαδή σύστημα της αυτοκεφαλίας των κατά τόπους Εκκλησιών, αναπτύχθηκε μέσα σε ομοιογενές εθνικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό πλαίσιο και κοινωνικό περιβάλλον[7] με όλα τα θετικά και αρνητικά δεδομένα στα οποία αναφερθήκαμε πριν. Κατά κύριο λόγο η αυτοκεφαλία της Εκκλησίας Κύπρου είχε ως υπόβαθρο το έθνος, δεδομένου ότι τα πέντε παλαίφατα Πατριαρχεία είχαν ως υπόβαθρο την πολυεθνικότητα.

Στην εξέταση του ζητήματος, που μας απασχολεί, δεν πρέπει να αγνοηθεί και ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της ορθοδόξου Εκκλησίας, το οποίο τη διαφοροποιεί από άποψη πίστεως -δογματικής διδασκαλίας- και τρόπου εκκλησιαστικής ζωής από τις λοιπές χριστιανικές Εκκλησίες. Το σημαντικό αυτό χαρακτηριστικό είναι η Παράδοση. Η Παράδοση είναι μία ευρύτατη έννοια, γιατί συνιστά το χώρο, όπου συνυπάρχουν θεία αποκάλυψη και ανθρώπινη ελευθερία, παρελθόν, παρόν και μέλλον, διδασκαλία της Αγίας Γραφής και θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, ορθοδοξία της πίστεως και ορθοπραξία της εκκλησιαστικής ζωής, λειτουργική εμπειρία, τέχνη και πολιτισμός, ζωή, θάνατος και έσχατα, αγιότητα και αμαρτωλότητα, Θεός και άνθρωπος, «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3:11). Είναι πανθομολογουμένως γνωστό και αποδεκτό ότι η ορθόδοξη Εκκλησία με την Παράδοσή της διατήρησε την αυθεντικότητα της ευαγγελικής – αποστολικής πίστεως, τη λατρεία της αρχέγονης Εκκλησίας και την ανόθευτη εκκλησιαστική παράδοση και ζωή[8].
3. Εκκλησία και Ευρώπη.

Η έναρξη της πρώτης μετά Χριστόν χιλιετίας σημαδεύτηκε από τη διάδοση του Ευαγγελίου και την ίδρυση της Εκκλησίας της Κύπρου από τον Απ. Βαρνάβα, τον οποίο τιμούμε σήμερα. Η πρώτη άφιξη των αποστόλων Βαρνάβα, Παύλου και Μάρκου στην Κύπρο τοποθετείται χρονικά γύρω στο 45 μ.Χ. Η Εκκλησία της Κύπρου, ήδη από νωρίς, δηλαδή μετά τον καθορισμό του συστήματος οργανώσεως και διοικήσεως της Εκκλησίας τον 3ο και τον 4ο αιώνα από τις Οικουμενικές Συνόδους στην τότε Αυτοκρατορία, με το θεσμό των πέντε Πατριαρχείων, Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, απέκτησε την αυτοκεφαλία της με απόφαση της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (8ος κανών), το έτος 431 μ.Χ. Η δεύτερη μετά Χριστόν χιλιετία χαρακτηρίσθηκε από την οριστική διάσπαση της Εκκλησίας, πρώτον, με το μεγάλο σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως το 1054 μ.Χ. και, δεύτερον, με τη διαίρεση της Δυτικής Εκκλησίας τον 16ο αιώνα με τη Μεταρρύθμιση. Η τρίτη χιλιετία από τι άραγε θα χαρακτηρισθεί; Μερικοί, όπως ο Βυζαντινολόγος ερευνητής Steven Runciman[9], έκαναν προβλέψεις και εκτιμήσεις ότι το άμεσο προβλεπτό μέλλον της τρίτης χιλιετίας ανήκει στην Ορθοδοξία, ένεκα της ορθοδοξίας της πίστεως, της θεολογίας των Πατέρων της Εκκλησίας, της συζεύξεως των αξιών του Ελληνισμού με τη χριστιανική πίστη, της παραδόσεως και της πνευματικότητάς της, στοιχεία που απουσιάζουν από τις εκκοσμικευμένες κοινωνίες των Δυτικών χωρών.

Πριν προχωρήσουμε στη δική μας αξιολόγηση για το τι ρόλο μπορεί η ορθόδοξη Εκκλησία στο σύνολό της να διαδραματίσει εντός του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, θα αναφέρουμε αυτό που διατυπώνει ο Ελληνορθόδοξος αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος: «Στο σημείο αυτό, ο ρόλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πολύ θετικός και εποικοδομητικός. Σε όλη τη διάρκεια της μακράς, αδιάκοπης και επιβεβαιωμένης από την πραγματικότητα δισχιλιετούς ιστορίας της, η Ορθόδοξη Εκκλησία … έχει επιδείξει συνεχώς, συστηματικώς, και χωρίς ενδοιασμούς έναν βαθύ σεβασμό για την πολιτισμική, εθνική και θρησκευτική ταυτότητα των λαών που βρίσκονταν διεσπαρμένοι στις διάφορες χώρες όλου του κόσμου. Η Ορθοδοξία ποτέ δεν επεδοκίμασε την πίεση, τον εξαναγκασμό ή τη βία στα παραπάνω θέματα. Για την Εκκλησία μας, η εθνική, πολιτισμική και θρησκευτική ποικιλία, που υπάρχει στην ευρύτερη Ευρώπη, είναι μία βασική δεδομένη πραγματικότητα, που πρέπει με κάθε τρόπο να γίνει σεβαστή»[10]. Θα συμπληρώσουμε στις κρίσεις αυτές του αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου ότι ο σεβασμός πρέπει να είναι αμοιβαίος και να μη ζητείται μονόπλευρα η εγκατάλειψη αρχών, για να ταυτισθεί κατ’ απόλυτο τρόπο ο άλλος με εμάς, ούτε και εμείς με τον άλλο.

Δεν επιθυμούμε την εξίσωση της σημασίας της διαδόσεως του Ευαγγελίου και της ιδρύσεως της Εκκλησίας της Κύπρου από τον Απόστολο Βαρνάβα, κατά την αρχή της πρώτης χιλιετίας, με το γεγονός της εντάξεως της Κύπρου στην Ενωμένη Ευρώπη στην αρχή της τρίτης χιλιετίας. Δεν παύει, εν τούτοις, να αποτελεί γεγονός υψίστης σημασίας, όχι μόνο από άποψη εθνικής, πολιτιστικής, στρατηγικής και πολιτικής σκοπιάς, αλλά και πνευματικής και εκκλησιαστικής. Η οικονομική, πολιτική και νομική ενοποίηση της Ευρώπης δημιούργησε μία παράλληλη δυναμική και διαδικασία, κινητοποιώντας Εκκλησίες, πολιτικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς φορείς και θρησκείες, με στόχο να εξετάσουν τη δική τους θέση και ευθύνη μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και οικοδόμημα. Και για να έχει διάρκεια η επιχειρούμενη ενοποίηση, είναι αναγκαία η συμβολή όλων αυτών των πνευματικών δυνάμεων και ιδρυμάτων, για να βρεθεί «η ψυχή της Ευρώπης», που, όπως άλλος Διογένης, έψαχνε ο Jacques Delors. Το ερώτημα, το οποίον υποβάλλεται επί του προκειμένου, είναι το κατά πόσον η παραδοσιακή ποιμαντική αποστολή της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία διαφοροποιείται και, αν ναι, κατά ποίον τρόπο;

α). Θεολογικές παράμετροι.

1. Πνευματική αποστολή της Εκκλησίας. Η αντικειμενική παρατήρηση και κοινωνιολογική έρευνα αποδεικνύουν ότι τα συστήματα του καπιταλισμού, της αθεϊστικής προπαγάνδας του Κομμουνισμού, καθώς και το φαινόμενο της εκκοσμικεύσεως οδήγησαν ένα υψηλό ποσοστό ανθρώπων στην αθεΐα. Το ποσοστό αυτό στις πρώην Σοβιετικές χώρες ανέρχεται ή και ξεπερνά πολλές φορές το 60%. Η ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί, χωρίς σωβινισμούς, χωρίς θριαμβολογίες, χωρίς φανατισμούς και αποκλεισμούς, αλλά με υψηλό αίσθημα ευθύνης ενώπιον του ιδρυτή της Εκκλησίας Ιησού Χριστού, ενώπιον του Ευαγγελίου, που της εμπιστεύθηκε ο Χριστός, ενώπιον της ιστορίας και του ανθρώπου, να διακονήσει το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, την αποστολική Παράδοση και να γίνει ο εμπνευστής της ελπίδας στο σύγχρονο άνθρωπο[11]. Με αυτό θέλουμε να επισημάνουμε ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να μεταβληθεί σε οργανισμό κοινωνικού ακτιβισμού, παραγνωρίζοντας την πρωταρχική αποστολή της.

2. Εκκλησιολογία. Ελέχθη πριν περί των μορφών «εκκλησιολογίας» των τριών μεγάλων παραδοσιακών Εκκλησιών, Ορθοδόξου, Ρωμαιοκαθολικής και Προτεσταντικής. Η πορεία αυτή προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η μη αναστρέψιμη παγκοσμιοποίηση, καθώς και η συνεχής αύξηση του φαινομένου των πολύ–πολιτισμικών κοινωνιών θέτει υπό δοκιμασία[12] (challenge) την παραδοσιακή τους εκκλησιολογία. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία καλείται να εφαρμόσει πλέον δημοκρατικό σύστημα διοικήσεως, εγκαταλείποντας τη στενή και δεσμευτική εκκλησιολογία της, η οποία δεν της επιτρέπει ακόμα την πλήρη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ή στη Διάσκεψη Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, και διά της οποίας όλοι οι εκτός των ορίων της Χριστιανοί καλούνται να επιστρέψουν και να υπαχθούν στον Ποντίφικα της Ρώμης. Οι Προτεσταντικές Εκκλησίες, με παντελή απουσία εκκλησιολογικής δομής, καλούνται με τη σειρά τους να συνειδητοποιήσουν, ότι η πολλαπλή διαίρεση και κατατεμαχισμός δεν υποβοηθούν τη χριστιανική ενότητα, ούτε συμβάλλουν στην άρση των θρησκευτικών αντιθέσεων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, εξ άλλου, η οποία προσέφευγε πάντοτε στη βεβαιότητα και την ασφάλεια της ομοιογενούς εθνικής, πολιτιστικής και θρησκευτικής κοινωνικής συνοχής με μεγάλη εσωστρέφεια, καλείται, όπως στο παρελθόν ανέπτυξε και δοκίμασε την εκκλησιολογία της μέσα σε φίλια προς αυτήν περιβάλλοντα, να δοκιμάσει εκ νέου, μακριά από εθνοφυλετικές εξάρσεις, απορριπτισμούς και φανατισμούς, την αξία και τις αντοχές της εκκλησιολογίας της μέσα στις διαμορφούμενες σύγχρονες θρησκευτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά πλουραλιστικές και εκκοσμικευμένες κοινωνίες. Αυτό, άλλωστε, είναι το κοινωνικό πλαίσιο που μας επιφυλάσσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μέσα στο πλαίσιο αυτό θα ασκήσει τη σύγχρονη αποστολή της.

Θεωρούμε χρήσιμο να σημειώσουμε ότι όλα αυτά τα θέματα, από καθαρά θεολογικής και εκκλησιολογικής πλευράς συζητούνται ευρέως είτε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών[13], είτε στη Διάσκεψη Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, στα οποία η Εκκλησία της Κύπρου είναι εξ αρχής ιδρυτικό μέλος, είτε ακόμα στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους, τους οποίους διεξάγει η ορθόδοξη Εκκλησία με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες.

3. Νέος θεολογικός τρόπος σκέψεως. Με την πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά βεβαίως και με τη διαμόρφωση των πολύ-πολιτισμικών κοινωνιών, τίθεται το θεμέλιο και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός άλλου θεολογικού τρόπου σκέψεως. Κατά τη διάρκεια της δισχιλιετούς ιστορίας του Χριστιανισμού, μετά βεβαίως τη θεία αποκάλυψη διά του προσώπου του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού και τη συγγραφή των ιερών Ευαγγελίων, ακολούθησε η δημιουργική θεολογική σκέψη των Μεγάλων Πατέρων με τη σύζευξη της ελληνικής κοσμολογίας και της χριστιανικής αποκαλύψεως, καθώς βεβαίως και εκείνη των Οικουμενικών Συνόδων επί τη βάσει της θεολογίας των Πατέρων και τανάπαλιν. Η δεύτερη χιλιετία σημαδεύτηκε από τις διαιρετικές ομολογιακές θεολογίες, οι οποίες αντιμάχονταν άλληλες. Εξ άλλου, κατά τον παρελθόντα αιώνα κατεβλήθη προσπάθεια αναπτύξεως μιάς οικουμενικής θεολογίας, η οποία όμως πέρασε, και συνεχίζει να περνά, από στάδια συνεχών κρίσεων και για το λόγο αυτό δεν κατόρθωσε μέχρι τώρα να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των Εκκλησιών για τη χριστιανική ενότητα. Όντως σήμερα συζητείται με σοβαρότητα η αναδιάρθρωση (reconfiguration) της Οικουμενικής κινήσεως για να ξεπεράσει τις εσωτερικές κρίσεις. Στην τρίτη, λοιπόν, χιλιετία οι Εκκλησίες, μέσα στα υπό διαμόρφωση κοινωνικά δεδομένα και δρώμενα, καλούνται να θέσουν τις βάσεις μιάς νέας θεολογικής σκέψεως. Εκτιμούμε ότι οι άξονες στους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί ένας νέος θεολογικός τρόπος σκέψεως είναι οι ακόλουθοι: α) τα σύγχρονα κοινωνικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα προσφέρονται προς τις Εκκλησίες ώστε να ανακαλύψουν, αφ’ ενός μεν την τοπικότητα της Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε την οικουμενικότητα της τοπικής Εκκλησίας ως αντίβαρο και πρόταση προς τις πολύ-πολιτισμικές κοινωνίες, γεγονός το οποίο θα συμβάλει τα μέγιστα και στο διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών, ) επιπρόσθετα, μέσα στα ίδια αυτά πλαίσια θα πρέπει να αναζητήσει την ταυτότητά του ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να οδηγηθεί, αφ’ ενός μεν, προς την ολοκλήρωση και βεβαίωση του προσώπου του για να μη μεταβληθεί σε μηχανή παραγωγής και καταναλώσεως της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας, αφ’ ετέρου δε να βιώσει την οικουμενικότητά του, υπερβαίνοντας την ανωνυμία που του επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, αλλά και τα στεγανά εθνικιστικά όριά του.

4. Διασύνδεση (correlation) Παραδόσεως και συγχρόνου καταστάσεως. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η πολύ–πολιτισμική εικόνα του σύγχρονου κόσμου και η παγκοσμιοποίηση αποτελούν την πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου και της νέας τάξεως πραγμάτων. Ο Χριστός, αλλά και ο απ. Παύλος, περιέγραψαν εικονικά τη δυναμική του Χριστιανισμού μέσα στον κόσμο ως «μικρά ζύμη», η οποία «όλον το φύραμα ζυμοί»[14] (Α΄ Κορ. 5:6. Μτ. 13:33. Λκ. 13:21). Επί του προκειμένου, ειδικότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να διερμηνεύσει την έννοια της Παραδόσεώς της, σε συσχετισμό με τη σύγχρονη κατάσταση του κόσμου. Το ευαίσθητο σημείο βρίσκεται στη θεολογική, εκκλησιολογική και κοινωνική διασύνδεση (correlation) μεταξύ Παραδόσεως και συγχρόνου καταστάσεως, εφ’ όσον η Παράδοση δεν είναι ούτε απλή στροφή προς τα πίσω, ούτε στατική έννοια και κατάσταση, αλλά δυναμική προς τα πρόσω πορεία και παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ζωογονεί και καθοδηγεί τη ζωή της Εκκλησίας διαχρονικά και συγχρονικά.
β). Πολιτιστικές και θρησκευτικές παράμετροι.

5. Πανορθόδοξος συνεργασία εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι στο γεωγραφικό χώρο της ευρύτερης Ευρώπης, όχι μόνο στα όρια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, βρίσκεται ο μεγαλύτερος αριθμός των Ορθοδόξων πιστών. Ο αριθμός αυτός υπολογίζεται ότι ξεπερνά κατά πολύ τα 200 εκατομμύρια πιστούς, γεγονός που σημαίνει την ύπαρξη μίας άλλης Ευρώπης από ορθοδόξους πιστούς σε σύγκριση με τον αριθμό των Ευρωπαίων πολιτών[15]. Εντός των πλαισίων της Ενωμένης Ευρώπης προσφέρονται πολλές δυνατότητες πανορθοδόξου συνεργασίας για την προώθηση της Παραδόσεως και πνευματικότητας της ορθοδόξου Εκκλησίας. Ήδη πραγματοποιήθηκαν αλλεπάλληλες κοινές συναντήσεις ορθοδόξων αντιπροσωπειών με στόχο τη γνωριμία των δομών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και τη διακρίβωση των τομέων συμβολής των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Υπογραμμίζουμε ότι η πανορθόδοξη συνεργασία δεν σημαίνει υποτίμηση των άλλων Εκκλησιών, αλλά αποσκοπεί στη συμβολή της ορθοδόξου Εκκλησίας ώστε η Ευρώπη να ισοζυγίσει την οικονομική και πολιτική της πρόοδο με την πνευματική άνοδο.

6. Βάσεις και αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Ευρώπης, κατά γενική ομολογία έχει διαμορφωθεί επί τη βάσει των αρχών και αξιών του ελληνικού πολιτισμού, της φιλοσοφίας και σκέψεως, επί του ρωμαϊκού δικαίου και κοινωνικής οργανώσεως και βεβαίως επί της χριστιανικής θείας αποκαλύψεως. Η ορθόδοξη Εκκλησία, με τη δισχιλιετή ιστορία, παράδοση και πολιτισμό, – άλλωστε πρώτοι οι Πατέρες της Εκκλησίας επιχείρησαν τη σύζευξη των ανωτέρω στοιχείων του πολιτισμού -, είναι φορέας των αξιών αυτών. Θα έλεγα, με παραστατικό τρόπο, ότι οι Ορθόδοξοι πιστοί κουβαλούν μαζί τους την πίστη, την παράδοση, την εκκλησιαστική τους ζωή και τον πολιτισμό, γιατί αυτός είναι ο τρόπος ζωής τους, αλλά συγχρόνως αυτά είναι και τα συνθετικά στοιχεία της ταυτότητάς τους. Αυτό είναι προφανές από το παράδειγμα των Ορθοδόξων της Διασποράς, όπου με την εγκατάστασή τους σε μη ορθόδοξα περιβάλλοντα ίδρυσαν τις δικές τους θρησκευτικές κοινότητες, έκτισαν εκκλησίες και οργάνωσαν τις εκκλησιαστικές τους αρχές ή και την παιδεία τους.

7. Η ετερότητα του άλλου κρίση της ταυτότητάς μας; Η πορεία ολοκληρώσεως της Ενωμένης Ευρώπης, χωρίς αμφιβολία, έχει προκαλέσει δημιουργική σκέψη, με σκοπό την υπέρβαση των διαχωριστικών ορίων, είτε των λαών, είτε των εθνών, είτε των κρατών, είτε των ατόμων. Στο σημείο αυτό τίθενται τα μεγάλα ζητήματα, τα οποία στο παρελθόν επεσώρευσαν, ή και συνεχίζουν να επισωρεύουν, δεινά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, όπως ο φυλετισμός, ο στείρος και αποκλειστικός (exclusivist) εθνικισμός, η ξενοφοβία, ο θρησκευτικός και εθνικός φανατισμός κ.ά. Μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι, ένεκα των συντελουμένων ζυμώσεων στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον πλανήτη μας, η κοινωνιολογία και η θεολογία ανακάλυψαν την ευαγγελική αρχή της «ετερότητας» (otherness) του συνανθρώπου, όπως αυτή καθίσταται φανερή με γλαφυρότητα στην παραβολή του Χριστού για τον Καλό Σαμαρείτη[16]. Έτσι, καταβάλλεται προσπάθεια θετικής αξιολογήσεως της θεολογικής και ανθρωπολογικής αυτής έννοιας, για να εξαχθούν τα αντίστοιχα συμπεράσματα και να τύχουν της ανάλογης εφαρμογής στους τομείς της ζωής των ατόμων και των κοινωνιών.

8. Σχέσεις και συνεργασία των θρησκειών. Όχι μόνο το ιστορικό παρελθόν, όχι μόνο η παρούσα παγκοσμιοποίηση και η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά και η σύγχρονη μορφή βίας και τρομοκρατίας, καθώς και ο φόβος των συγκρούσεων μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών, επέβαλαν την επανεξέταση των σχέσεων μεταξύ των θρησκειών, με σκοπό τη δημιουργία πολιτισμού ειρήνης και διακονίας του ανθρώπου ως εικόνας Θεού[17]. Εκ μέρους των χριστιανικών Εκκλησιών, έχω δε την πεποίθηση ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις μη χριστιανικές θρησκείες, καταβάλλεται προσπάθεια να αποδειχθεί ότι οι θρησκείες δεν αποτελούν αιτία και πηγή συγκρούσεων, αλλά τη βάση της ειρηνικής συνυπάρξεως των λαών. Αρκεί, βεβαίως, να μη επιτρέπουν να καθίστανται όργανα αλλότριων συμφερόντων και επιδιώξεων. Μέσα στα πλαίσια αυτά έχουν αναληφθεί πλείστες όσες πρωτοβουλίες για διάλογο, με σκοπό την άρση των ιστορικών παρεξηγήσεων και τη θεραπεία των πληγών του παρελθόντος.

γ) Κοινωνία και Εκκλησία.

9. Κοινωνική αποστολή της Εκκλησίας. Η αποστολή της Εκκλησίας δεν εξαντλείται σε μόνο το πνευματικό και σωτήριο έργο της. Ολοκληρώνεται με την κοινωνική αποστολή της και με την ενασχόληση με τα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία ταλανίζουν σήμερα τον άνθρωπο. Άλλωστε, το σύνολο των Εκκλησιών πρέπει να αναπτύξουν κοινωνικό διάλογο αν επιθυμούν να παραμείνουν πρωτοπορούσες και όχι ουραγοί και απλοί θεατές των διαδραματιζομένων κοινωνικών και άλλων μεταβολών και μετασχηματισμών. Μερικά από τα κοινωνικά προβλήματα τα οποία θα πρέπει να απασχολούν τις Εκκλησίες είναι: α) Η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι κατ’ εξοχήν έργο της Εκκλησίας και θεολογική διακονία. Υπεράνω πάντων τίθεται ο σεβασμός και η αξία του ανθρώπου, ως προσώπου πλασμένου κατ’ εικόνα Θεού, και όχι ως απρόσωπης μονάδας εντός της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και οικονομίας. β) Τα κοινωνικά προβλήματα, επίσης, της φτώχειας, της ανεργίας, των ναρκωτικών, του έιτς, του εμπορίου γυναικών και παιδιών και των μεταναστών έχουν προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη των δραστηριοτήτων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και της Διασκέψεως Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, για να τύχουν συλλογικής και αποτελεσματικής αντιμετωπίσεως, αλλά και για να κινητοποιήσουν τις Εκκλησίες μέλη και τους άλλους κοινωνικούς φορείς ώστε να ερμηνεύουν τα κοινωνικά φαινόμενα με το πνεύμα του Ευαγγελίου και να τα αντιμετωπίζουν με τη δέουσα αγάπη προς τον άνθρωπο. γ) Τα ζητήματα βιοηθικής απασχολούν το σύνολο των χριστιανικών Εκκλησιών, ιδιαίτερα δε των ορθοδόξων Εκκλησιών, πιστεύουμε δε ότι αυτό θα συνεχισθεί, για να δοθούν απαντήσεις στους πιστούς από πλευράς Εκκλησίας, αλλά και λύσεις σε δύσκολα ηθικά προβλήματα και διλήμματα. δ) Βεβαίως, η Εκκλησία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι απούσα από το οικολογικό πρόβλημα. Άλλωστε, αυτό αποδεικνύεται από τις μέχρι τώρα πανορθόδοξες δραστηριότητες για το περιβάλλον, πρωτοστατούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Για την Εκκλησία, ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού και ο άνθρωπος είναι ο υπεύθυνος λειτουργός της «ενδοκοσμικής λειτουργίας», κατά την έκφραση του Ομολογητή Μαξίμου.

γ). Ταυτότητα των λαών και αξίες.

10. Ο Εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας Κύπρου. Έχουμε αναφερθεί προηγουμένως ακροθιγώς για τον ιστορικό εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας Κύπρου. Ο ρόλος αυτός, παρά το γεγονός ότι είναι ιστορικά και εμπειρικά διευκρινισμένος και αποδεικνύεται η συμβολή της Εκκλησίας στη διατήρηση της θρησκευτικής, της εθνικής και της πολιτιστικής ταυτότητας του ορθοδόξου λαού της Κύπρου, ο ρόλος αυτός είτε αμφισβητήθηκε, είτε προκάλεσε φόβους, είτε χρησιμοποιήθηκε για λόγους προπαγάνδας, για να μειωθεί η κοινωνική επίδραση της Εκκλησίας. Είναι δε αξιοπερίεργο το γεγονός, ότι η προπαγάνδα αυτή αναδείχθηκε σε μείζον πολιτικό ζήτημα μέχρι του σημείου, ώστε στο σχέδιο λύσεως του Κυπριακού του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κ. Κofi Annan να περιέχεται ειδική παράγραφος, στο άρθρο 5 των Γενικών Διατάξεων, Συνημμένο 1[18], με την οποία απαγορεύεται η ανάληψη κρατικών θέσεων από θρησκευτικούς λειτουργούς. Σας βεβαιώνω, ότι εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου δεν υφίσταται οποιαδήποτε πρόθεση επιδίωξης για ανάδειξη σε κρατικά αξιώματα. Σε ποία, όμως, ευρωπαϊκή χώρα υπάρχει παρόμοια απαγόρευση και στέρηση δικαιωμάτων, όταν στη Μεγάλη Βρετανία ο εκάστοτε Βασιλέας είναι και αρχηγός της Αγγλικανικής Εκκλησίας;

Εντός των πλαισίων της Ενωμένης Ευρώπης ο ρόλος της Εκκλησίας, σε σχέση πάντοτε με το έθνος, την κοινωνία και τον πολιτισμό, θα έλεγα ότι αναβαθμίζεται. Σύμφωνα με το προτεινόμενο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στο άρθρο 2, «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη, σε μία κοινωνία πλουραλισμού, ανοχής, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και απαγόρευσης των διακρίσεων». Από την άλλη, όμως, η δυνατότητα, τόσο των Κυβερνήσεων των χωρών μελών, όσο και των εθνικών Κοινοβουλίων, περιορίζεται δραστικά, και ουσιαστικά αναλαμβάνουν το έργο εφαρμογής των νόμων, οι οποίοι ψηφίζονται κατά μέγιστο ποσοστό στις Βρυξέλλες.

Απομένει, κατά συνέπεια, στους φορείς του πνεύματος και του πολιτισμού, όπως η Εκκλησία, οι θρησκείες εν γένει και η παιδεία, να εργασθούν για τη διατήρηση της ταυτότητας του Έθνους, του πολιτισμού, της θρησκείας και για την προαγωγή των αξιών, χωρίς, εν τούτοις, η αποστολή αυτή να υποκαθιστά, ή να θέτει σε δεύτερη μοίρα, τον πρωταρχικό ρόλο της Εκκλησίας, ο οποίος, όπως έχει τονισθεί, είναι καθαρά πνευματικός, ευαγγελικός, διακονία σωτηρίας για τον άνθρωπο.

11. Η Εκκλησία της Κύπρου σύνδεσμος Ανατολής και Δύσεως. Όπως έχει διαφανεί από τη σύντομη ιστορική αναδρομή, η Εκκλησία της Κύπρου αποτελούσε το συνδετικό κρίκο μεταξύ των Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής και εκείνων της Δύσεως. Εντός των πλαισίων της Ενωμένης Ευρώπης ο ρόλος αυτός αναβαθμίζεται και λαμβάνει χαρακτήρα εξαιρετικής σημασίας. Καλείται να συνδέσει τον πολιτισμό και τις αξίες των λαών της Μέσης Ανατολής, τις ρίζες του αρχέγονου Χριστιανισμού, τις οποίες και η ίδια κατέχει, με τον πολιτισμό των λαών της Ευρώπης. Αυτό, βεβαίως, εξυπηρετείται ήδη θεσμικά, αφ’ ενός μεν με τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Κύπρου ως πλήρους μέλους στο Συμβούλιο Εκκλησιών Μέσης Ανατολής, αφ’ ετέρου δε με τη συμμετοχή της είτε στη Διάσκεψη Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, είτε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Επιπρόσθετα, οι δεσμοί πίστεως, λατρείας και παραδόσεως με τις ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής, καθώς και οι στενές σχέσεις συνεργασίας με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες, δίδουν υπεύθυνη, συγχρόνως δε και προνομιακή θέση στην Εκκλησία της Κύπρου. Ο αναβαθμισμένος αυτός ρόλος μπορεί να υλοποιηθεί ακόμα με τη λειτουργία Θεολογικής Σχολής, η οποία θα εξυψώσει το επίπεδο των θεολογικών γραμμάτων και παιδείας στον τόπο, αλλά και θα ενισχύσει τους πνευματικούς δεσμούς της Εκκλησίας με τις Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης.

[1] «The scientific and intellectual developments of the 17th cent. – the discoveries of Isaac Newton, the naturalism of Rene Descartes, the scepticism of Pierre Bayle, the pantheism of Benedict de Spinoza and the empiricism of Francis Bacon and John Locke – fostered the belief in natural law and universal order and the confidence in human reason that spread to influence all of the 18th – century society». The Columbia Encyclopaedia, p. 15397 (on line). Για τον Humanism, βλέπε: The Columbia Encyclopaedia, p. 22502 (on line).
[2] Βλασίου Ι. ΦΕΙΔΑ. «Η ελληνική παιδεία της Κύπρου κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους». Εκκλησία Κύπρου. 2000 χρόνια Χριστιανισμού. Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου. Εκδόσεις Ιεράς Συνόδου Εκκλησίας Κύπρου, Λευκωσία, 9-11 Ιουνίου 2000, σελ. 265-280. Του ιδίου: Βυζάντιο: βίος, θεσμοί, κοινωνία, Εκκλησία, παιδεία, τέχνη. Αθήναι 1991. Γ΄ Έκδοση.
[3] Ανδρέα ΜΙΤΣΙΔΗ. Σύντομη ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου. Λευκωσία 1994, σελ. 35-42.
[4] Ανδρέα ΒΙΤΤΗ. «Ο ‘εθναρχικός’ ρόλος της ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου: ιστορική – θρησκευτική προσέγγιση μιάς αδήριτης ιστορικής και θρησκευτικής ανάγκης». Επιστημονική Επετηρίς της Κυπριακής Εταιρίας Ιστορικών Σπουδών. Τόμος ΣΤ΄, σελ. 49-79.
[5] Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Ομιλία προς την Ολομέλειαν του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. 19 Απριλίου 1994. Αθήνα 1994, σελ. 5.
[6] «Ο κανονικός θεσμός της αυτοκεφαλίας στη διοικητική οργάνωση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών αποψιλώθηκε από τη λειτουργική σχέση του προς την οικουμενική συνείδηση κάθε τοπικής Εκκλησίας και χρησιμοποιήθηκε για την ενίσχυση της εσωστρέφειας της κρατικής αυθεντίας. Η αυτονόμηση αυτή τροφοδότησε με κάθε μορφής εθνικισμό ή εθνοφυλετισμό τον ενθουσιασμό των νέων ορθοδόξων κρατών κατά τον ΙΘ΄ αιώνα και προκάλεσε την επίσημη καταδίκη του από τη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1872)». Δαμασκηνού ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Μητροπολίτου Ελβετίας (νυν Αδριανουπόλεως) . Ορθοδοξία και Κόσμος. Εκδόσεις «ΤΕΡΤΙΟΣ», Κατερίνη 1993, σελ. 82.
[7] Του ιδίου. Ορθοδοξία και Ηνωμένη Ευρώπη. Εκδόσεις «ΤΕΡΤΙΟΣ», Κατερίνη 1989, σελ. 31-32. Το αυτό κείμενο, όπ. αν., σελ. 35-36.
[8] Πολλές φορές και ορθόδοξοι θεολόγοι παρανοούν την έννοια της Παραδόσεως, περιορίζοντάς την σε μόνο το παρελθόν και ως τη μόνη αυθεντική εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής, αγνοώντας ότι το Άγιο Πνεύμα ζωογονεί και καθοδηγεί την Εκκλησία διαχρονικά και συγχρονικά. Βεβαίως και οι Δυτικοί, από τους οποίους πολλάκις επηρεαζόμαστε στα μεγάλα θεολογικά ζητήματα, χωρίς να αναλύουμε με τα δικά μας θεολογικά κριτήρια τα ενώπιόν μας δεδομένα, παρερμηνεύουν την έννοια της Παραδόσεως από Ορθοδόξου πλευράς. «When the Orthodox speak of the tradition, they most often mean what the great patristic saints – Basil, Gregory, John Chrysostom and others – produced in pastoral instruction and liturgical chant, and what their successors developed on that basis, from icons to a consensus about ecumenical councils. When Catholics refer to tradition, they frequently mean the great blocks of truth carved out by the Church and taught by the magisterium. What Protestants mean by tradition is more ambiguous. It may mean loyalty to a confessional linage, but it also may mean a deep suspicion of traditional authority – suspicion itself being a Protestant tradition». Max L. STACKHOUS. «Tradition and Revelation: Changing to Preserve the Truth». In: The Christian Century. Volume 113, Issue: 32. November 6, 1996, p. 1061 (on line).
[9] Steven RUNCIMEN. Byzantine Civilization. London: Methuen 1975.
[10] Δημητρίου ΤΡΑΚΑΤΕΛΛΗ, Αρχιεπισκόπου Αμερικής. «Ο ρόλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην ευρύτερη Ευρώπη. Οραματισμοί και προοπτικές. Ορθοδοξία και Οικουμένη. Χαριστήριος τόμος προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2000, σελ. 2.
[11] Χριστοδούλου ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ, αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. «The Word and the Role of the Orthodoxy in the European Union». In: Europaica, op. cit. no 41 (on line). Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος διακρίνει δύο τομείς δραστηριοποιήσεως της ορθοδόξου Εκκλησίας εντός της Ευρώπης: την ενδυνάμωση της συνεχώς αποδυναμουμένης πίστεως και τον ευαγγελισμό και την πνευματική αναγέννηση, θέματα τα οποία, κατά την άποψή μας, πρέπει να απασχολήσουν σοβαρά όλες τις Εκκλησίες.
[12] Τον όρο «δοκιμασία» τον χρησιμοποιούμε με την ευαγγελική έννοια του «πειρασμού», δηλαδή της δοκιμασίας και όχι με την απλή παράθεση του αντίστοιχου προς το αγγλικό «challenge» ελληνικού όρου πρόκληση.
[13] Βλέπε Δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ): «Declaration sur l’Europe. Rappel de quelques faits», 2003, όπου περιέχεται πλήρες πρόγραμμα δραστηριοποιήσεως του ΠΣΕ εντός των πλαισίων της Ενωμένης Ευρώπης.
[14] Βασιλείου ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, Χωρεπισκόπου Τριμυθούντος. «Συνάντηση Χριστιανισμού και κόσμου. 2000 χρόνια Χριστιανισμού». Εκκλησία Κύπρου, 2000 χρόνια Χριστιανισμού. Όπ. αν., σελ. 75-100.
[15] Hilarion ALFEYEV, bishop of Vienna. «Orthodoxy in a New Europe. Problems and Perspectives». Europaica. Bulletin of the Representation of the Russian Orthodox Church to the European Institutions, no 35 (on line).
[16] Βασιλείου ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, Χωρεπισκόπου Τριμυθούντος. Ευαγγέλιο και Ζωή. Οι Παραβολές. Λευκωσία 1998, σελ. 147-154. Βασιλείου Τ. ΓΙΟΥΛΤΣΗ. «Από τον ‘ξένο’ στον ‘πλησίον’. Η υπέρβαση της ξενοφοβίας του ‘άλλου’. Θεολογία και κόσμος σε διάλογο. Τιμητικός τόμος στον Καθηγητή Γεώργιο Μαντζαρίδη. Εκδόσεις «Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ». Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 213-222.
[17] Βασιλείου ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, Χωρεπισκόπου Τριμυθούντος. Ο θρησκευτικός και εθνικός πλουραλισμός της νέας κοινωνίας του κόσμου. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2002. π. Γεωργίου Κ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. «Ορθόδοξος στάσις έναντι των μη χριστιανικών θρησκειών στη σημερινή πλουραλιστική κοινωνία, όπου υπάρχουν ποικίλες θρησκευτικές στάσεις της αλήθειας». Ορθοδοξία και Οικουμένη, όπ. αν., σελ. 117-224.
[18]1. The United Cyprus Republic, its federal government and its constituent states are secular.
2. Religious functionaries shall not hold elected or appointed political or public office.